Ο Damon Albarn και ο Jamie Hewlett, βρέθηκαν μια μέρα ξαφνικά με τις τσέπες τους γεμάτες στάχτη. Οι πατεράδες τους έφυγαν σχεδόν μαζί, τέλη του ’23. Κι ύστερα η μητέρα της γυναίκας του Damon. Τριπλό ρήγμα. Θα μπορούσαν να ακυρώσουν το ταξίδι που ετοίμαζαν. Δεν το έκαναν. Έφυγαν για την Ινδία. Νέο Δελχί, Ρατζαστάν, Βαρανάσι, Μουμπάι. Σκόρπισαν τις στάχτες τους στον Γάγγη. Ο δίσκος των Gorillaz που ίσως υπήρχε πριν, χάθηκε εκεί, πνίγηκε σε παράλληλες τελετές θανάτου. Kαι το The Mountain φύτρωσε στη θέση του: ένα έργο με το βάρος ανθρώπων που ταξίδεψαν σε ινδουιστικά και βουδιστικά τελετουργικά γιατί η δική τους κουλτούρα δεν είχε λέξεις που να αντέχουν τον θάνατο. Και αυτό είναι επίσης και το πρώτο τους βήμα έξω από τα μεγάλα γραφεία των δισκογραφικών, στην KONG, το δικό τους καταφύγιο, μετά από είκοσι έξι χρόνια εξάρτησης από μεγάλες εταιρείες.
Πέρασαν τρία χρόνια από το Cracker Island, ένα συνθετικό όνειρο που άναψε γρήγορα και έσβησε πιο γρήγορα στη μνήμη. Πριν από αυτό, στο Song Machine, Humanz βρέθηκαν πολλοί καλεσμένοι. Ο τελευταίος δίσκος που έμοιαζε να έχει κάτι πραγματικό να πει ήταν το Plastic Beach. Δεκαέξι χρόνια, σχεδόν πριν από μια άλλη ζωή. Στο The Mountain ακούγονται οι φωνές έξι νεκρών. Dennis Hopper, Bobby Womack, Dave των De La Soul, Tony Allen, Proof, Mark E. Smith. Ξεχασμένες ηχογραφήσεις, θραύσματα από άλλες εποχές που εδώ δεν στέκονται σαν μνημόσυνα, γιατί αν ακούσεις προσεκτικά, μιλούν ακόμη, όχι για το παρελθόν, αλλά για κάτι που συνεχίζει να κινείται, αργά και αδυσώπητα, σαν το ιερό ποτάμι που κουβαλάει στάχτες.
Ο Hopper ανοίγει τον δίσκο σαν ιερέας που έχει ξεχάσει τη θρησκεία του αλλά θυμάται ακόμη τη φωνή της. «All good souls come to rest», ψιθυρίζει. Ηρεμία και σκοτάδι πάνω σε σιτάρ και μπανσούρι που μοιάζουν να αιωρούνται πάνω από το νερό. Θέτει τους όρους: εδώ μέσα ο θάνατος δεν είναι φινάλε, είναι περιβάλλον. Ο Tony Allen μπαίνει πιο μετά, και τα τύμπανά του χτυπούν ακόμη, σαν καρδιά που αρνείται πεισματικά να παραδεχτεί ότι σταμάτησε. Στο "The Hardest Thing" ο Damon επαναλαμβάνει τη μόνη φράση που αντέχει: the hardest thing is to say goodbye to someone you love. Και μετά ρωτά, σχεδόν παιδικά: αγαπάς; προσεύχεσαι; πώς έφτασες στη μετά θάνατον ζωή; Ο Allen πέθανε το 2020. Η ερώτηση μένει μετέωρη στο δωμάτιο, ενώ τα τύμπανά του συνεχίζουν να βαδίζουν, σαν να μην τους είπε κανένας ποτέ για τον θάνατό του.
Ο Proof εμφανίζεται στο "The Manifesto" σαν τραύμα που δεν έκλεισε, μετά το πρώτο μισό με τις σπανιόλικες ρίμες του Trueno. Ο πιο κοντινός άνθρωπος του Eminem, σκοτωμένος σε ένα κλαμπ του Ντιτρόιτ το 2006, κι όμως εδώ, είκοσι χρόνια μετά, ραπάρει ακόμη με λύσσα: recovering heroin addict… shotgun just swerving at it. Είναι η πιο επιθετική φωνή που πέρασε ποτέ από δίσκο των Gorillaz, όχι επειδή φωνάζει, αλλά επειδή δεν θέλει συγχώρεση. Ο Mark E. Smith ορμά στο "Delirium" σαν χαλασμένος προφήτης, ουρλιάζοντας για συρρικνωμένα κεφάλια και κουτσούς δουλέμπορους. Και φυσικά, η φωνή του δεν «δένει» με το τραγούδι. Δεν θα έπρεπε. Είναι ξένο σώμα, όπως ήταν πάντα, ένα αγκάθι στο λαιμό της pop. Και ο Trugoy the Dove, που έφυγε το 2023, γλιστρά στο "The Moon Cave" σαν σκιά που δεν θέλει να την κοιτάξεις κατευθείαν.
Κατά έναν περίεργο τρόπο σε αυτόν τον δίσκο, οι νεκροί δεν τιμώνται. Συνεχίζουν. Μιλούν, χτυπούν, παρεμβάλλονται. Σαν να μην δέχτηκαν ποτέ την έξοδο. Σαν να αρνήθηκαν την ησυχία που τους υποσχέθηκε ο Hopper στην αρχή. Και ο Damon, στη μέση όλων αυτών, καταγράφει. Σαν κάποιος που στέκεται στην όχθη ενός ποταμού, βλέπει στάχτη να περνά και ψιθυρίζει λέξεις για να θυμίσει πως κάπου εδώ ήταν κάποτε ένα σώμα.
Το "Orange County" είναι το σημείο όπου ο δίσκος σταματά να κρύβεται πίσω από τελετουργίες και αναγκάζεται να κοιτάξει το πρόσωπο της απώλειας κατάματα. Η Kara Jackson τραγουδά σαν να ξεφυλλίζει ένα οικογενειακό άλμπουμ που έχει ξεφτίσει στις άκρες, μιλάει για τα απομεινάρια των νεκρών και ο Damon απαντά σχεδόν με ενοχή: σε ακούω τώρα, καταλαβαίνω, έχασες το σήμερα για να σώσεις το αύριο. Κι εκείνη επιστρέφει, πιο κοφτερή: η κληρονομιά σου με τρομάζει, θα τη διατηρήσω χρυσή ή θα σαπίσει πριν προλάβω να γεράσω; Είναι μια φωνή παιδιού που ρωτά τον γονιό του, σε κάτι που δεν θα απαντήσει ποτέ αν το βάρος που άφησε πίσω είναι δώρο ή κατάρα. Ο πατέρας του Albarn πέθανε πριν από το ταξίδι στην Ινδία. Από εκεί και πέρα, η θλίψη κυλάει σαν μια συνομιλία ανάμεσα σε ζωντανούς και νεκρούς που δεν μπορεί να ολοκληρωθεί, γιατί πάντα μένει μια φράση μισή, κι ένα βλέμμα στραμμένο πέρα από τον ορίζοντα. Το "The Sweet Prince" μοιάζει να προσπαθεί να κλείσει αυτή τη ρωγμή, ενώ το ρεφρέν απευθύνεται στον ετοιμοθάνατο σαν καθυστερημένη εξομολόγηση: ό,τι δεν ειπώθηκε εγκαίρως γίνονται τώρα λέξεις, ψίθυροι, σκέψεις. Και ο δίσκος, εκεί, δεν ζητάει καμία λύση. Μόνο την αποδοχή ότι μερικοί διάλογοι συνεχίζονται μέσα μας, χωρίς ποτέ να τελειώνουν, σαν κάποιες φωνές που αντηχούν σε δωμάτια τα οποία δεν υπάρχουν πια.
Ο δίσκος δεν εμπιστεύεται την παρηγοριά. Ξέρει ότι είναι ένα στιγμθαίο αναισθητικό. Στο "The Happy Dictator" ο Russell Mael των Sparks φορά τη μάσκα ενός τυράννου που μιλά μόνο για να καθησυχάσει: no more bad news, θα κοιμάσαι ήσυχος... Είναι η υπόσχεση ότι ο εφιάλτης τελείωσε, αρκεί να δεχτείς να μην ξυπνήσεις. Και μετά οι ερωτήσεις πνίγουν σαν αληθινός εφιάλτης: δεν είσαι καλύτερα από ποτέ; δεν είσαι καλύτερα τώρα; πότε ένιωσες ξανά έτσι; Γιατί η εξουσία εδώ σε νανουρίζει. Κι ο άνθρωπος παραδίδει την ελευθερία του όχι από φόβο, αλλά από ανακούφιση: κάποιος υποσχέθηκε ότι οι νύχτες θα πάψουν να έχουν δόντια.
Στο "The God of Lying" η παρηγοριά γίνεται προσωπική ανάκριση. Ο Joe Talbot των IDLES πυροβολεί ερωτήσεις σαν να διαβάζει headlines: είσαι ευχαριστημένος με το σπίτι σου; σκαρφαλώνεις στους τοίχους; σε κουφαίνουν οι ειδήσεις ή δεν ακούς πια τίποτα; Και μετά η ομολογία που σκίζει το τραγούδι στα δύο: υπάρχει τρομερή πιθανότητα να μην υπάρχει τίποτα πέρα από αυτό που πιστεύεις. Mόνο το κενό που αφήνει η πίστη όταν αποσύρεται. Ο 2D απαντά όπως απαντούν όσοι φοβούνται να σταθούν ακίνητοι: τρέχει προς την έξοδο χαμογελώντας, πιστεύοντας ότι η ελπίδα είναι ακόμα μαζί του. Και τότε η γέφυρα γκρεμίζεται. Τέσσερις γραμμές γυμνές, το πιο σκοτεινό σημείο του δίσκου, όχι επειδή λένε κάτι φρικτό, αλλά επειδή δεν λένε τίποτα που να φαίνεται ότι κρύβει σωτηρία. Κι εκεί το The Mountain δείχνει το αληθινό του πρόσωπο: όχι παρηγοριά, όχι κάθαρση, μόνο τη θαρραλέα παραδοχή ότι ίσως δεν υπάρχει απάντηση. Κι όμως, οι φωνές συνεχίζουν. Όχι για να καθησυχάσουν — για να μείνουν ζωντανές μέσα στο σκοτάδι.
Ο Black Thought κάθε φορά που μπαίνει στον δίσκο είναι σαν ρεύμα υψηλής τάσης, χωρίς να διακοσμεί, χωρίς να συνοδεύει, απλά σκάβει. Στο "The Moon Cave" ρίχνει στίχους που λειτουργούν σαν τηλεσκόπιο στραμμένο ταυτόχρονα προς τα μέσα και προς την άκρη του μουσικού κόσμου και αναρωτιέται: είναι hip-hop; είναι Gothic; χωράει στη γωνία του τραπεζιού; αιωρείται πάνω από την επιφάνεια; είναι ο πόνος εκεί που πάλλονται τα megahertz; εκεί που είναι το τζαμί, εκεί που είναι η εκκλησία; είναι οι τελευταίες μέρες εκεί που είναι η γη; Ρωτάει, δηλαδή, αν μουσική, η πίστη και η εξαφάνιση εκπέμπουν στην ίδια συχνότητα. Στο "The Empty Dream Machine" δένει την ινδική κληρονομιά με τη δική του επιβίωση στη Φιλαδέλφεια, και μετά καρφώνει τον θεματικό άξονα όλου του άλμπουμ, εκεί στην κορυφή του βουνού που βρίσκεται μια χώρα θαυμάτων σαν της Αλίκης. Και στο "The Sad God", το τελευταίο κομμάτι του άλμπουμ, δεν κλείνει κανέναν κύκλο, απλά ραπάρει ένα ηθικό μανιφέστο γραμμένο σε τοίχο δημόσιας τουαλέτας: σκέψου καλά για να πράξεις καλά· ο κόσμος θα σε τιμωρήσει όταν φέρεις την κόλαση στην επιφάνεια.
Ο Damon και ο Jamie είχαν πει στο Rolling Stone ότι αυτός ο δίσκος πρέπει να ακούγεται από την αρχή ως το τέλος, σαν μια διαδρομή, κι όχι σαν playlist. Μια ώρα και έξι λεπτά για έναν κόσμο που έχει μάθει να ζει σε 15 δευτερόλεπτα. Δύσκολη η απαίτηση για την εποχή μας. Αλλά, θεωρώ πως έχουν κερδίσει το δικαίωμα να το ζητούν. Γιατί εδώ δεν σου προσφέρουν στεγνή κατανάλωση, θέλουν να μείνεις, να επενδύσεις χρόνο σε κάτι που δεν σου υπόσχεται καμία άμεση ανταμοιβή, μόνο βαρύτητα. Ναι, υπάρχουν στιγμές που το σώμα του δίσκου χαλαρώνει, το "Plastic Guru" λέει ό,τι έχει να πει και μετά "χαζεύει" λίγο παραπάνω απ’ όσο χρειάζεται, κάποια σιτάρ επανέρχονται σε όλο το άλμπουμ χωρίς λόγο, αλλά όλα αυτά είναι ρωγμές της επιφάνειας, όχι της δομής. Γιατί το The Mountain κάνει κάτι που οι Gorillaz είχαν χρόνια να τολμήσουν: αποφασίζει να σημαίνει κάτι πολύ συγκεκριμένο. Το Cracker Island ήθελε να είναι διασκέδαση. Το Song Machine Season One μια ατελείωτη μουσική λίστα. Το Humanz ένα πάρτι στο τέλος του κόσμου. Εδώ δεν υπάρχει κανένα πάρτι. Υπάρχει θάνατος, και οι νεκροί είναι παρόντες. Σε στούντιο και σε ποτάμια, σε πέντε γλώσσες και σε μία σιωπή. Με τη στάχτη του πατέρα του Damon να περνά μέσα από το ίδιο νερό που διαπερνά και τον δίσκο. Και έτσι κάθε φιλοδοξία, πέρα από αισθητική, είναι ηθική. Μια ευχή να σταθείς απέναντι στην απώλεια χωρίς καμία απολύτως μεταφορά που να την γλυκαίνει. Κι αν κάποιες στιγμές το πλήθος των φωνών θολώνει τη βαρύτητα των τραγουδιών, αυτό δεν ακυρώνει το βασικό: για πρώτη φορά από το Plastic Beach, ένα άλμπουμ των Gorillaz ακούγεται σαν να έπρεπε να υπάρξει. Κι όχι επειδή το θέλει η αγορά, αλλά επειδή το θέλει η ίδια η ζωή.






