Είναι γνωστό πως υπάρχει κάτι βαθιά ύποπτο στον τρόπο που το σύγχρονο hardcore μεγάλωσε, γυάλισε, απέκτησε hooks και μπήκε σε playlists, χωρίς ποτέ να παραδεχτεί ότι μεγάλωσε μέσα σε έναν κόσμο που συνεχώς μικραίνει. Σε αυτόν τον κόσμο οι Angel Du$t επιστρέφουν με το έκτο άλμπουμ τους, Cold 2 The Touch, για να εκθέσουν τη ρωγμή του είδους: ανάμεσα στην κοινότητα και το brand, στην οργή και την κατανάλωσή της. Έτσι, στον πυρήνα του, το Cold 2 The Touch κουβαλά εκείνη τη γνώριμη αντίφαση των Angel Du$t: μελωδία που θέλει να αγκαλιάσει και ρυθμό που θέλει να σπρώξει. Τα κομμάτια ανοίγουν συχνά σαν power-pop αναλαμπές, μόνο και μόνο για να σκληρύνουν απότομα, σαν να θυμούνται το περιβάλλον που τα γέννησε: μια Αμερική όπου η τρυφερότητα επιτρέπεται μόνο αν δεν διαρκεί πολύ.
Το hardcore θυμάται. Και κυρίως, κρατάει τον λογαριασμό. Στην προϊστορία των 70s, μια εποχή που επιστρέφει σήμερα ως σταθερή δομή, η εξουσία είχε μια φράση για τη συντριβή της διαφωνίας: short, sharp shock. Μια ηχηρή, πειθαρχική συλλαβή, σαν την μπότα στα τύμπανα. Αστυνομία, δικαστήρια, σχολεία, οικογένεια: όλοι μιλούσαν την ίδια γλώσσα καταπίεσης, μια διάλεκτο που μάθαινε στο σώμα να μικραίνει πριν καν σκεφτεί. Οι γονείς των παιδιών εκείνης της δεκαετίας, γεννημένοι στον πόλεμο ή στη σκιά του, κλήθηκαν να μεταβιβάσουν την πειθαρχία σαν να κληρονομείς μια ουλή που δεν ήθελες, αλλά τελικά σε σημαδεύει για μια ζωή. Και πολλοί το έκαναν πρόθυμα. Όμως ακριβώς από αυτή τη γενεαλογική βία ξεπήδησε μια άλλη κληρονομιά: Bad Brains, Black Flag, Minor Threat. Γιατί η φρίκη, όταν δεν βρίσκει διέξοδο, γίνεται μορφή. Kαι γι΄αυτό το hardcore γεννήθηκε ως μια άρνηση κληρονομιάς.
Μέσα σε αυτό το ιστορικό πλαίσιο, το Cold 2 The Touch των Angel Du$t λειτουργεί σαν ένα σύγχρονο "short, sharp shock": ένα εκρηκτικό σώμα ήχου που δεν ενδιαφέρεται για ανάπτυξη αλλά για μετωπική σύγκρουση. 26 λεπτά που δρουν σαν κλοτσιά ενάντια στην αδράνεια και στην αυτάρεσκη στασιμότητα μιας σκηνής που έμαθε να συνυπάρχει με το lifestyle της. Οι πολλαπλές φωνές (συνεργάτες, φίλοι, συνοδοιπόροι) δεν καμαρώνουν ως feature economy αλλά ως συλλογικό σώμα, γιατί το αληθινό hardcore είναι κοινότητα, και όχι brand. Και ο δίσκος τρέχει με την αεροδυναμική ψυχραιμία ενός ιαπωνικού bullet train, κομψός, ακριβής, αλλά πάντα με κάθε πιθανότητα εκτροχιασμού. Κι αυτή η πιθανότητα είναι η πολιτική του: η υπενθύμιση ότι η ταχύτητα χωρίς ρήξη είναι απλώς πρόοδος προς το ίδιο. Γι' αυτό οι Angel Du$t δεν αναπαράγουν το hardcore, αλλά επαναφέρουν τη μνήμη του ως χρέος. Και το χρέος, εδώ, είναι καθαρά ιστορικό.
Για παράδειγμα, το "Jesus Head" είναι ένας μικρός σπαραγμός, η φωνή ραγίζει, οι κιθάρες περνούν μέσα από φίλτρα που τις κάνουν να μοιάζουν με σπασμένα κύματα, και ξαφνικά το hardcore ανοίγει μια μυστική πόρτα προς την Americana: λίγη κάντρι σκόνη, λίγη Athens, Georgia υγρασία, πολύς ανείπωτος πόνος. Είναι από εκείνα τα τραγούδια που δεν ανήκουν σε σκηνή αλλά σε παράδοση θρήνου, ένα μικρό μοιρολόι για κάτι που δεν ειπώθηκε ποτέ και γι’ αυτό δεν έκλεισε. Το "Zero" μας επιστρέφει βίαια στο παρόν σώμα του hardcore. Μπορείς σχεδόν να δεις τους stage divers να αιωρούνται σε αργή βαρύτητα, παρασυρμένοι από αυτό το θηριώδες μπάσο που σπρώχνει το κομμάτι μπροστά σαν πλήθος. Το "Downfall", αντίθετα, μεταφέρει την ένταση σε μια παράδοξη ευφορία. Δεν υπάρχει εδώ καμία κυριολεκτική «φασιστική κατάρρευση», υπάρχει όμως η αίσθηση ότι όλα βρίσκονται στο χείλος μιας γλυκιάς αποσύνθεσης. Το riff λειτουργεί σαν μαγνητικό πεδίο που απορροφά τα πάντα κοντά του: φωνή, ρυθμός, κομμάτια μελωδίας, ποίηση σε αργή κίνηση που δεν θέλει να γίνει σύνθημα. Είναι η στιγμή που οι Angel Du$t αφήνουν το hardcore να αναπνεύσει μέσα στην ίδια του την υπερβολή.
Το "Nothing I Can’t Kill" μπαίνει επιθετικά. Αλλά μελωδικά. Fugazi-νεύρο και Wipers-μελωδία. Χωρίς πόζα. Το μπάσο αλλάζει ταχύτητες. Δαγκώνει. Προχωρά. Ρευστή τελειότητα. Ρυθμικό τμήμα: αποκάλυψη. Το "Man On Fire" στριφογυρίζει. Αργό. Μοχθηρό. Γοητευτικό. Η μουσική λέει ιστορία. Η φωνή τη διατάζει. Και μετά πάλι με φόρα. Πάνω στο πλήθος. Κάθε ταμπούρο, μια ρωγμή. Συνάψεις που σκάνε. Το "The Knife" κόβει δρόμο. Riff που αλλάζουν δέρμα. Ξανά. Και ξανά. Μέχρι που όλα γίνονται ένα feedback από μπετόν. Χωρίς καμία διαφυγή. Και πέφτεις κατευθείαν στο "The Beat". Έκρηξη. Hardcore καθαρό. Σύντομο. Τεράστιο. Τέλειο κλείσιμο. Guests παντού. Άκουσε και ψάξτους. Punk. Hardcore. Και έξω απ’ αυτά. Σεβασμός. Γιορτή. Ιδρώτας. Μισή ώρα που ανοίγει χώρο. Θραύσματα ιστορίας παντού. Σαν φωτιές που δεν λένε να σβήσουν. Γίνονται οδοστρωτήρας. Που δεν κουράζει. Και ναι, με κάθε δικαίωμα, είναι υποψήφιο. Ναι, από τόσο νωρίς. Άλμπουμ της χρονιάς; Στην κορυφή του τέλους, πάντως, σίγουρα.






