Υπάρχει ένα σημείο που σήμερα οποιδήποτε είδος μουσικής φέρει τη λέξη "death" στα χαρακτηριστικά της παύει να είναι είδος και γίνεται μια σύγχρονη φοβική ψυχική κατάσταση. Εκεί που οι μελωδίες βαραίνουν, τα φωνητικά βυθίζονται αργά στο έρεβος και γίνονται κραυγές, και η μελαγχολία παύει να είναι πλέον συναίσθημα (έστω στοχαστικής διασκέδασης) και γίνεται βαρύ κι ασήκωτο υλικό. Αν φέρνω στο μυαλό μου, τότε αυτό είναι κάτι σαν τους πρώιμους Swans να μπλέκουν με το πολιτικό άγχος των Gang of Four, και εκεί το σκοτάδι έχει ακόμη ένα βαρύ σχήμα που κρέμεται πάνω από μια ζοφερή δεκαετία. Οι Σουηδοί Backengrillen, όμως, παίρνουν αυτό το σχήμα και το λιώνουν. Το τεντώνουν μέχρι να σπάσει. Και ανάμεσα στα κομμάτια του, πετάνε κι ένα σαξόφωνο, σαν ειρωνικό χαμόγελο για την ώρα της τελικής κατάρρευσης.
Το ντεμπούτο τους, Backengrillen, δεν είναι απλά ένα δύσκολο άκουσμα. Είναι εσκεμμένα άβολο. Ένας δίσκος που σε τραβάει από τις σάρκες, σε βυθίζει σε έναν κακοκουρδισμένο βάλτο ήχου και μετά σε αφήνει μόνο σου, να καταλάβεις αν μπορείς, αν αντέχεις να σταθείς εκεί. Από άποψη μουσικότητας και δημιουργικής τόλμης, είναι από τα πιο σύνθετα και περίπλοκα πράγματα που έχω ακούσει εδώ και καιρό. Ναι, υπάρχουν στιγμές που σε πετάνε έξω από την εμπειρία, που ο θόρυβος γίνεται σχεδόν εχθρικός. Κι όμως, κάθε δευτερόλεπτο αυτής της διαδρομής έχει κάτι το εθιστικό.
Για να το ξεκαθαρίσουμε λοιπόν από την αρχή: ο δίσκος αυτός δεν είναι για όλους. Και ευτυχώς. Το «experimental death-doom» εδώ λειτουργεί περισσότερο ως άλλοθι παρά ως περιγραφή για να βγάλουν οι music content creators το μεροκάματο του αλγόριθμου. Οι Backengrillen δεν χωράνε σε καμία ιδέα που πιθανόν έχεις για το είδος. Death-doom που μπλέκει noise rock, free jazz ξεσπάσματα και κάτι που μοιάζει με μουσική καταστροφή σε πραγματικό χρόνο. Δεν χρειάζεται να ψάξει κανείς συγγένειες, γιατί όπως λένε και οι ίδιοι είναι αντιφασιστική, αντιρατιστική, free form death jazz, κακογραμμένη επίτηδες, αλλά με την καλή έννοια, σαν να ηχογραφήθηκε σε ένα take, χωρίς φίλτρα, χωρίς δεύτερες σκέψεις. Άρα μιλάμε για μια μπάντα που ξεκάθαρα δεν δίνει δεκάρα για το τι θα σκεφτείς ακούγοντας το πρώτο της άλμπουμ κι αυτό ακριβώς την κάνει επικίνδυνη.
Η ειρωνεία είναι ότι όλος αυτός ο δίσκος ακούγεται σαν να προέκυψε από μια στιγμή καθαρής ευφορίας. Σαν ένα «ό,τι βγει» που κατέληξε να είναι ταυτόχρονα απωθητικό και μαγνητικό. Η αισθητική του είναι σκόπιμα ακατάστατη, μελωδία και θόρυβος, παραμορφωμένα μπάσα που σε αγκαλιάζουν βίαια και χωρίς προειδοποίηση. Στο 12λέπτο "Dör för långsamt", για παράδειγμα, ακούς έναν άνθρωπο που παλεύει να παίξει φλάουτο αφού έχει ουρλιάξει για ολόκληρα δέκα λεπτά στο "Α Ηate Interior" που ανοίγει το άλμπουμ. Από κάτω, ένα σαξόφωνο σε συγκοπτόμενο ρυθμό μοιάζει έτοιμο για νευρική κατάρρευση. Και κάπου εκεί, τα υπόλοιπα όργανα μπαίνουν και, κάπως παράλογα, γεννιέται κάτι που μοιάζει με τραγούδι. Με δομή. Με μελωδία. Σαν να βλέπεις τη λογική να προσπαθεί να σταθεί όρθια μέσα στο χάος.
Δεν είναι όμως όλα παράνοια. Το "Repeater II" έχει μια μανιακή ενέργεια που σε κάνει να θέλεις να χορέψεις και να ουρλιάξεις μαζί του, ενώ το "Socialism or Barbarism" κουβαλά ένα σχεδόν «fun» μπάσο, σε διάλογο με το ελεύθερο παίξιμο του σαξοφώνου. Εκεί, μαζί με τα φωνητικά, η μουσική γίνεται καθαρτική. Καθόλου λυτρωτρική, απώς φέρνει μια κάθαρση στο τέλος της σπείρας, όταν όλα τελειώνουν.
Το Backengrillen είναι πολλά πράγματα ταυτόχρονα: χαρά, χάος, οδύνη, τέχνη, ψυχική αποσύνθεση. Οι ίδιοι το περιγράφουν σαν «hardcore jazz που σε χτυπάει κατάμουτρα, εμπνευσμένο από τους Cramps, τον Little Richard, τον Αlbert Ayler, την Polly Bradfield, τους Entombed, τον John Zorn, τους Misfits, τους Stooges, τον Lars Gullin, τους Can και πολλούς άλλους. Εγώ θα πω ότι είναι ο δίσκος που θα έβαζες για να διώξεις κόσμο από το σπίτι, και τελικά μπορεί να μείνεις μόνος, ακούγοντάς τον ξανά. Δεν υπόσχεται τίποτα, δεν εξηγεί τίποτα, και ίσως γι’ αυτό αξίζει. Κάτω από τον θόρυβο και την υστερία, υπάρχει κάτι που σε τραβάει να το ξαναδείς, να το διαλύσεις και να το συναρμολογήσεις από την αρχή. Σαν μια απαγορευμένη γνώση για το τι μπορεί (και τι δεν χρειάζεται πια) να είναι ένα μουσικό είδος.






