Kim Gordon – PLAY ME

Μπαίνεις σε ένα δωμάτιο γεμάτο καλώδια, feedback, παλιομοδίτικα drum-machines, ηλεκτρικές σπίθες και μπόλικα samples. Mπήκες, επειδή κάποιος είχε αφήσει επίτηδες την πόρτα ανοιχτή για να μπει ο θόρυβος του κόσμου μέσα. Και ακούς το "PLAY ME" σε μια "Barry White saved my life" διάθεση και πιάνεις-δεν πιάνεις την πολιτική ειρωνεία της χαλαρής ατμόσφαιρας του opening track, τουλάχιστον όμως ξέρεις (γιατί μην μου πεις ότι χρειάζεσαι περαιτέρω συστάσεις) πως υπάρχει μια λεπτή γραμμή ανάμεσα στην πολιτική οργή και την καλλιτεχνική ειρωνεία της κυρίας που σε κάλεσε εδώ. Η Kim Gordon περπατά πάνω σε αυτήν την λεπτή γραμμή εδώ και δεκαετίες, από την εποχή των Sonic Youth μέχρι τις σόλο κυκλοφορίες της. Και στο PLAY ME, το τρίτο προσωπικό της άλμπουμ, η γραμμή αυτή γίνεται ένα καλώδιο φορτισμένο, ασταθές, κομμένο, έτοιμο να βραχυκυκλώσει τα πάντα.

Σε λιγότερο από μισή ώρα, ο δίσκος λειτουργεί σαν μια συμπυκνωμένη έκρηξη. Τα beats του παραγωγού Justin Raisen αντλούν κάτι από rage rap, κάτι από industrial υφές και χαμηλές συχνότητες που μοιάζουν να τρίζουν κάτω από το βάρος τους. Πάνω σε αυτά, η Gordon απαγγέλλει, ψιθυρίζει ή μισοτραγουδά με τον γνώριμο sprechgesang της, μετατρέποντας το άλμπουμ σε μια σειρά από μικρά ηχητικά μανιφέστα για την εποχή της τεχνολογικής υπερβολής. Και έτσι το PLAY ME είναι γεμάτο από ψηφιακά απορρίμματα, feedback και λοξή ποίηση. Αλλά πίσω από τον θόρυβο κρύβεται μια σαφής πρόθεση: να υπενθυμίσει την ανθρώπινη παρουσία μέσα σε έναν κόσμο όπου η ανθρώπινη αξία φαίνεται να συρρικνώνεται. Και η Gordon δεν φωνάζει απλώς εναντίον της τεχνολογίας ή των δισεκατομμυριούχων της Silicon Valley, αντίθετα προτιμάει να στήνει μικρές ειρωνικές σκηνές στο σύγχρονο τεχνολογικό θέατρο του παραλόγου.

Στο "DIRTY TECH" φαντάζεται έναν κόσμο όπου το επόμενο αφεντικό σου είναι ένας αλγόριθμος. Στο εξαιρετικό (και πιο αγαπημένο) "BLACK OUT" η φωνή της περνά μέσα από auto-Tune φίλτρα που θυμίζουν τεχνητή νοημοσύνη, επαναλαμβάνοντας σχεδόν ειρωνικά το «AI, AI». Και στο "SUBCON", μια ωδή στο distorted bass που σε βυθίζει σε βαθιά sub-bass κύματα, ειρωνεύεται το φουτουριστικό όραμα των τεχνολογικών μεγιστάνων: «Θέλεις να πας στον Άρη… και μετά;» – εδώ, βέβαια, θα κόλλαγε καλύτερα ένα «Godspeed», αλλά τέλος πάντων... Σημασία έχει πως το χιούμορ είναι κεντρικό στοιχείο σε ένα μεγάλο μέρος του άλμπουμ, όσο κι αν δεν φαίνεται με την πρώτη ματιά σε στίχους όπως «Τα δέντρα μοιάζουν να κλαίνε, το χορτάρι στάζει υγρασία. / Γυρίζω γύρω-γύρω, σε ένα μπλε που όλο σκοτεινιάζει — είναι άραγε αλήθεια; / Ναι, περνά μέσα από εσένα, εσένα, εσένα. / Είσαι τολμηρός ή κολλημένος, κολλημένος σαν κόλλα;». Η Gordon παρατηρεί την τεχνοκρατική αλαζονεία της εποχής με ένα βλέμμα που θυμίζει περισσότερο σαρκασμό παρά καταγγελία. Στην αρχή του άλμπουμ παραθέτει τίτλους playlist τύπου Spotify («Rich Popular Girl», «Villain Mode») σαν να κοροϊδεύει την ιδέα ότι οι αλγόριθμοι μπορούν να προβλέψουν τα συναισθήματά μας.

Παράλληλα, το PLAY ME είναι ίσως το πιο ρυθμικό άλμπουμ της. Η Gordon έχει παραδεχτεί ότι εμπνέεται περισσότερο από τον ρυθμό παρά από τη μελωδία, και εδώ το αποδεικνύει. Το "BUSY BEE" στηρίζεται σε ένα από τα πιο επιθετικά beats του δίσκου, με το χαμηλό υπόβραθρο να σε κουνάει ολόκληρο τόσο που να αναζητάς ένα τεράστιο Soundsystem για να το απολαύσεις σε όλο του το μεγαλείο. Παρά την έντονη beat-orientated κατεύθυνση, το άλμπουμ ανοίγει και μικρές χαραμάδες προς άλλες αισθητικές. Υπάρχει κάτι παράξενα παιδικό στο ερώτημα «Where’s my cherry pie?». Σαν μια φράση που θα μπορούσε να ακουστεί σε μια κουζίνα της δεκαετίας του ’50, εκεί όπου η αμερικανική υπόσχεση σερβιριζόταν ζεστή, μαζί με καφέ φίλτρου και ένα αίσθημα ότι ο κόσμος έχει νόημα. Και όμως, στο "POST EMPIRE", αυτή η φράση ακούγεται σαν ερείπιο από κομμένη σκηνή του Wall-E. Γιατί ένα σημερινό «post empire» δεν μπορεί να δείχνει απλώς μια πολιτική κατάσταση. Είναι μια ψυχολογική αίσθηση. Είναι εκείνη η στιγμή που μια αυτοκρατορία συνεχίζει να υπάρχει μηχανικά, αλλά έχει χάσει κάθε αφήγηση που τη νομιμοποιούσε. Οι δρόμοι είναι ακόμη γεμάτοι φώτα, οι αγορές λειτουργούν, τα data centers βουίζουν, αλλά κάτι έχει σπάσει στο εσωτερικό νόημα των πραγμάτων. Και η πίτα κεράσι γίνεται έτσι σύμβολο μιας μικρής, καθημερινής υπόσχεσης ευημερίας που εξαφανίστηκε μέσα στο θόρυβο του

Το άλμπουμ κλείνει με το γνωστό, πια, "BYEBYE25!", μια επανεκδοχή του "BYE BYE" από τον προηγούμενο δίσκο της, όπου η Gordon απλώς απαριθμεί λέξεις που έχουν απαγορευτεί από κυβερνητικά sites στις ΗΠΑ. Ακόμη και αυτή η λίστα, μέσα στο distorted ηχητικό πλαίσιο του κομματιού, μετατρέπεται σε κάτι σχεδόν απειλητικά όμορφο.

Τελικά, το PLAY ME δεν είναι απλώς ένας ακόμη δίσκος πολιτικής παρατήρησης. Είναι ένα σχόλιο πάνω στην κουλτούρα της ευκολίας, την εποχή του frictionless περιεχομένου, όπου όλα πρέπει να είναι άμεσα, εύκολα και ακίνδυνα. Η Gordon αντιπροτείνει κάτι άλλο: ότι η τριβή, η δυσκολία και η πρόκληση μπορεί να είναι απαραίτητα για να θυμόμαστε τι σημαίνει να είμαστε αυτό που λέμε ότι είμαστε: άνθρωποι. 

 

Ακολούθησε το Avopolis Network στο Google News

 

Διαβάστε Ακόμα

Featured