Δεν υπάρχουν ακραία στιγμιότυπα ή ανατροπές που να σπρώχνουν τον ακροατή σε απρόβλεπτα συναισθηματικά τοπία. Αντίθετα, η νέα του δουλειά μοιάζει με μια μεθοδική, σχεδόν σεμνή, επανατοποθέτηση των προϋπάρχοντων στοιχείων του. Η παραγωγή είναι πεντακάθαρη. Κάθε ήχος μοιάζει να έχει κοπεί και να έχει τοποθετηθεί με τη μέγιστη προσοχή. Οι χαμηλές συχνότητες δίνουν αίσθηση βάθους χωρίς να βουλιάζουν τη μίξη. Τα πνευστά, είτε σε mariachi τόνους στο "Risk It All" είτε σε Motown-φλερτάρουν με τα "yeah-yeah-yeah" του "Something Serious", σμιλεύουν τον αέρα με ελαφριά ευχαρίστηση.
Βέβαια, υπάρχει μια παράξενη αίσθηση πληρότητας μέσα στη λιτότητα των εννέα κομματιών. Οι σιωπές ανάμεσα σε φράσεις και στα όργανα, αφήνουν χώρο στον ακροατή να βιώσει τις μετατοπίσεις της έντασης. Μπορεί να παρατηρήσει τις λεπτές χρωματικές διαφορές στη φωνή του Bruno Mars. Ο ίδιος παραμένει ο κυρίαρχος της φωνητικής εκφραστικότητας. Περνά από τον ρουμπινένιο, σχεδόν νοσταλγικό ψίθυρο στην ρηχή αλλά συγκινητική κραυγή των υψηλών τόνων του.
Στο "Why You Wanna Fight?", η φωνή του μοιάζει να αιωρείται πάνω από ένα χαμηλό, αργό bossa nova ρυθμό. Αυτή η λεπτή αντίθεση δημιουργεί μια αίσθηση αναμονής, την αμήχανη ένταση που υπάρχει πριν από τα λόγια. Αντίστοιχα, το "God Was Showing Off" χρησιμοποιεί την ισορροπία ανάμεσα στην καθαρότητα των πλήκτρων και τα σβησίματα της κιθάρας για να δημιουργήσει μια αίσθηση λαμπερού, αλλά ευάλωτου ρομαντισμού. Το άλμπουμ αποκαλύπτει την πολιτική και πολιτισμική ταυτότητα του Mars. Οι λανθάνουσες latin αναφορές, από το χορευτικό "Cha Cha Cha" έως τις bolero στιγμές του "Risk It All", λειτουργούν ως γέφυρες ανάμεσα σε διαφορετικούς κόσμους. Είναι ένας γεωγραφικός και συναισθηματικός διάλογος που ο Mars παρακολουθεί με διακριτικότητα και σεβασμό. Ωστόσο, παρά την ακριβή παραγωγή και την πλούσια ηχητική παλέτα, η αφήγηση παραμένει σε κλασικά ρομαντικά μοτίβα.
Οι στίχοι σπάνια δίνουν εσωτερικότητα. Μερικές φορές μοιάζουν με εκδοχές των προηγούμενων επιτυχιών του, με αμεσότητα που είναι ταυτόχρονα γοητευτική και περιοριστική. Στο "Nothing Left", η κλίμακα των συναισθημάτων είναι τεράστια. Η φωνή στροβιλίζεται σε μια τραχύτητα που αποκαλύπτει ευαισθησία. Ωστόσο, η συνολική φόρμα του τραγουδιού αισθάνεται γνωστή. Σαν να περιμένεις τον επόμενο στίχο πριν καν τελειώσει ο προηγούμενος. Σε αυτό το πλαίσιο, η επιτυχία του Mars έγκειται στην εκτέλεση. Κάθε φράση, κάθε μικρή παύση, κάθε αναπνοή, γίνεται στοιχείο ερμηνευτικής έντασης που αναπληρώνει τη λεκτική απουσία βάθους.
Υπάρχει μια λεπτή αίσθηση χιούμορ και παιχνιδιού στον δίσκο, αν κοιτάξει κανείς πέρα από τις φαινομενικά τυπικές δηλώσεις αγάπης. Το "I Just Might" μοιάζει με παιχνίδι σωματικής αλληλεπίδρασης. Είναι μια μικρή σωματική φιλοσοφία πάνω στο πώς η χαρά και η έλξη συναντιούνται στη μουσική. Οι αντιστικτικές δυναμικές μεταξύ χαλαρών, ρυθμικών σολισμών και μελωδικών κορυφών, όπως στο "On My Soul", δημιουργούν την αίσθηση ότι η μουσική αναπνέει μαζί με τον ακροατή. Δεν χρειάζεται να φωνάξει την αλήθεια της.
Το The Romantic είναι, τελικά, ένα άλμπουμ της λεπτομέρειας και της προσοχής στη φόρμα. Δεν παίζει με το ανατρεπτικό, ούτε υπονομεύει τον εαυτό του. Αντίθετα, στέκεται σαν ένα καθαρό παράδειγμα ακέραιης δουλειάς. Κάθε στοιχείο έχει τη θέση του και κάθε στίχος, όσο κλισαρισμένος κι αν μοιάζει, παίρνει ζωή μέσα από την ερμηνεία. Είναι ένας δίσκος που επιτρέπει στον Bruno Mars να αναδειχθεί όχι μέσα από την επινοητικότητα της αφήγησης, αλλά μέσω της υπομονετικής, σχεδόν τελετουργικής φροντίδας του ήχου, της φωνής και των μετατοπίσεων ανάμεσα σε ένταση και σιωπή. Σε αυτό το ηχητικό περιβάλλον, η ρομαντική του αίσθηση γίνεται πραγματική, ακόμα και αν δεν χρειάζεται να το πει φωναχτά.






