Γιατί οι άνδρες (ξανα-)τραγουδάνε;

Για τις ελεύθερες πτώσεις σε εφιάλτες συντριβής, για τους άφαντους παλιούς φίλους, για τα άδεια δωμάτια και τις ώρες που κυλούν αργά, για τη ζωή του Merle Haggard και τα δερμάτινα μπουφάν του Waylon Jennings; Στον ύπνο του Bill Callahan, ανάμεσα σε αυτά κι άλλα δημιουργικά/παθολογικά ερωτήματα, σκάει ο Lou Reed ντυμένος στα κατάλευκα, για να του πει “let it ride mama / into a dwarf star / or a black hole / or someone else’s soul.” Θα το δείτε παντού γραμμένο, είναι σφηνωμένο στα μισά του εναρκτήριου “Why Do Men Sing?” στο ένατο post-Smog solo lp του, εκεί που έξυπνα δίνει την πρώτη εντύπωση για τη συνέχεια, εκεί που θα σε πιάσει από το σβέρκο για να καθίσετε παρέα στη διαδρομή. Γι’ ακόμη μια φορά.

Κάνει ένα μικρό γέλιο, μόλις τελειώνει και την τελευταία αράδα στη στροφή του “The Man I’m Supposed to Be”: «Και τώρα ο μεγαλύτερος φόβος μου δεν είναι ο θάνατος. Ο μεγαλύτερος φόβος μου είναι ότι θα σταματήσω να προσπαθώ. Να είμαι ο άντρας που οφείλω να είμαι Παίρνουμε τη ζωή στα σοβαρά, γελάμε στα μούτρα του θανάτου. Ναι, παίρνουμε τη ζωή στα σοβαρά, γελάμε στα μούτρα του θανάτου. Παίρνουμε τη ζωή στα σοβαρά, γελάμε στα μούτρα του θανάτου.», και σε αυτό το κοφτό γελάκι, σε αυτήν την αλληλουχία των λεγόμενων είναι όλο το ανεπιτήδευτο ζουμί. Που σε τελική ανάλυση παίζει ως συνήθως με προβλέψιμα υλικά εκτός εποχής, μη θεαματικά, Johnny Cash-ικές πρόζες, σχηματικά χιουμοριστικά statements (Computer) και την μπάντα του YTI⅃AƎЯ (2022) παρούσα (Matt Kinsey, Dustin Laurenzi και Jim White), με τη σημαντική αρωγή των Richard Bowden (βιολί), Pat Thrasher (πιάνο), Chris Vreeland (μπάσο), Mike St. Clair (τρομπόνι), Eve Searls (φωνητικά), Jerry DeCicca (ταμπουρίνο) και Bill McCullough (pedal steel κιθάρα).

«Σκεφτόμουν αυτό το δίσκο διαρκώς ως ένα “δίσκο σαλονιού”. Όχι αναφορικά με την πιστότητα του ήχου, αλλά εστιάζοντας σε ένα living room attitude. Όχι πολύ δυνατά, όχι απόκοσμα. Ζήτησα από τα πνευστά να είναι χαλαρά, σαν κάποιος που παίζει στον καναπέ, όχι σα να εκρήγνυται από τον παράδεισο ή την κόλαση», σημείωσε ο Callahan, ο οποίος χαρτογράφησε το δίσκο κι οι υπόλοιποι έπαιξαν από πάνω στις demo συνθέσεις στη συνέχεια. Στη συνέντευξη που έδωσε στον Philip Sherburne του Pitchfork, διαβάζει κανείς το εξής:

-Διαγνώστηκα με καρκίνο τον περασμένο Δεκέμβριο, και αυτό με βοήθησε πραγματικά να γράψω αυτά τα τραγούδια.

-Σε ταρακούνησε για τα καλά.

-Ναι. Δόξα τω Θεώ για τον καρκίνο.

-Δεν θέλω να ακουστώ επιπόλαιος. Όταν λες “ευτυχώς”, υποθέτω ότι έχει περάσει;

-Ελπίζω. Είναι υπό έλεγχο. Έκανα χειρουργείο. Ο όγκος ήταν πρώτου σταδίου, δεν χρειάστηκα χημειοθεραπεία. Ήταν καρκίνος παχέος εντέρου. Έχω τον ετήσιο επανέλεγχο σε μια εβδομάδα. Θα δούμε τότε. Όσο φρικτό κι αν ήταν, όσο κι αν ήταν ο μεγαλύτερος καθρέφτης θνητότητας που μου έβαλαν ποτέ μπροστά, μου έδωσε κάτι για να γράψω.

Είναι απολύτως σαφής ο λόγος της κυκλοφορίας του νέου lp του Callahan, του πρώτου πραγματικά καλού americana lp για το 2026, από το συνήθη ύποπτο του πεδίου. Κανένα κράτημα δεν μπορεί να υπάρχει σε κάτι τέτοιες αφορμές, γονείς, παιδιά, θνητότητα, αυτό είναι το αφηγηματικό νόημα που στριφογυρίζει στα κεφάλια τύπων σαν τον Bill, «η ανθρώπινη ύπαρξη ως μουσικό χόμπι» υπό τα αμερικάνικα στοπ καρέ των λεωφόρων της West Texas μορφολογίας.

Ριζοσπαστικό πράγμα η σταθερότητα κι η ρουτινιάρικη αφοσίωση στα «ανθρώπινα», έτσι δεν είναι; Ειδικά όταν αυτή, παρηγορητικά μας υπενθυμίζει τελικά αυτονόητες περιπτώσεις σαν του Callahan, ο οποίος, τώρα που έχω φτάσει στις επαναλήψεις του καταληκτικού “The World Is Still”, φρονώ πως ορθώς το έθεσε ως living room lp.

Κυρίως διότι ο ίδιος, μετά από καιρό, ξεπρόβαλλε από το βάθος των κατάδικών μας, δεδομένων δωματίων.

 

Ακολούθησε το Avopolis Network στο Google News

 

Διαβάστε Ακόμα

Featured