Ο Geologist είναι περισσότερο γνωστός ως ο «αρχιτέκτονας ήχου» των Animal Collective, του σχήματος που από τις αρχές των ‘00s επαναπροσδιόρισε τα όρια της πειραματικής pop. Πίσω από τον χαρακτηριστικό του φακό κεφαλής επί σκηνής –όντας πράγματι γεωλόγος-, ο πολυοργανίστας Brian Weitz υπήρξε ο άνθρωπος των samples, των παραμορφωμένων ηλεκτρονικών υφών και των αφηρημένων noise τοπίων που συμπλήρωναν τη μελωδική ευφορία των Panda Bear και Avey Tare. Από τα πρώτα χρόνια του συγκροτήματος στη Βαλτιμόρη, στα τέλη της δεκαετίας του ’90, ο Geologist πειραματιζόταν με field recordings, κασετόφωνα και αναλογικά synths, διαμορφώνοντας μια προσωπική γλώσσα βασισμένη περισσότερο στις ηχητικές ποιότητες και το drone παρά στη συμβατική τραγουδοποιία.
Σχεδόν τριάντα χρόνια μετά την ίδρυση του σχήματος, το Can I Get a Pack of Camel Lights?, που κυκλοφορεί από τη Drag City Records, αποτελεί την πρώτη ολοκληρωμένη δήλωσή του ως solo καλλιτέχνη σε μορφή LP. Είναι ένας δίσκος δέκα κομματιών που συνοψίζει και ταυτόχρονα επεκτείνει το ηχητικό του σύμπαν, μπλέκοντας avant jazz, krautrock, post punk, folk και ψυχεδέλια, με κεντρικό άξονα το hurdy gurdy, το ιδιαίτερο έγχορδο μουσικό όργανο που παράγει ήχο μέσω ενός περιστρεφόμενου τροχού, που θυμίζει στην πρακτική του την δική μας λατέρνα. Ο τίτλος του, δε, κατά κάποιο τρόπο κλείνει το μάτι στην έννοια της μετάβασης και της αλλαγής πορείας, μιας και ο Weitz υπήρξε για χρόνια καπνιστής, μέχρι που αποφάσισε να διακόψει το κάπνισμα.
Το άλμπουμ αυτό δεν «πραγματεύεται» μια θεματική με αφηγηματικό τρόπο, αλλά μάλλον λειτουργεί ως μελέτη πάνω στη διάρκεια, την επανάληψη και τη αναδιαμόρφωση του ήχου. Το hurdy gurdy, με τις drone και chanter χορδές του, γίνεται η βασική αφετηρία της μελωδίας και του ύφους, και ο Geologist το περνά μέσα από πετάλια που το παραμορφώνουν, το φιλτράρει, το μετατρέπει σε κάτι που άλλοτε θυμίζει κιθάρα και άλλοτε γκάιντα. Πάνω σε αυτό το συνεχώς μεταβαλλόμενο βόμβο, χτίζονται ρυθμικά στρώματα που μετακινούνται από τη μινιμαλιστική επανάληψη σε εκρήξεις σχεδόν post-punk.
Το εναρκτήριο “Oracle Road” έχει μια βαθιά τελετουργική αίσθηση, σχεδόν σαν ψυχεδελικό τριπάκι σε νυχτερινό αμερικάνικο roadtrip. Το jazz “Tonic” που ακολουθεί συμπυκνώνει τη λογική των looping μοτίβων του hurdy gurdy, δημιουργώντας μια υπνωτική επανάληψη, ενώ το παλλόμενο μπάσο του Dave Portner και το σταθερό groove της Alianna Kalaba προσδίδουν μια σωματική, σχεδόν χορευτική διάσταση. Κι ενώ στο άλμπουμ χρησιμοποιούνται modular synths και samplers, το τελικό αποτέλεσμα μοιάζει να είναι εντελώς αναλογικό, κρίνοντας από τη σωματικότητα αυτή και το (αναπόφευκτο) μηχανικό λίκνισμα. Το “Rv Envy”, με τα tribal τύμπανά του και την industrial αψάδα του μοιάζει με μια πρώτη κορύφωση του εφιάλτη, με το “Not Trad” που το διαδέχεται να βασίζεται σε μια πιο ήπια, εξίσου όμως επαναληπτική, προσέγγιση. Το “Color in the B&W” ενσωματώνει ίσως τα περισσότερα free jazz / αυτοσχεδιαστικά στοιχεία, ενώ το εννιάλεπτο “Compact Mirror/Last Names” στέκει ωραιότατα ως ξέχωρη αφηγηματική οντότητα. Το “Government Job”, με τα power chords της ακουστικής κιθάρας του γιου του Brian Weitz, Merrick Weitz, προσφέρει μια πιο γήινη, οργανική στιγμή, κι ένα groove που λειτουργεί σαν μελωδική ανάσα μέσα στην ομίχλη των synths και των εφέ. Στο “Pumpkin Festival” η μελωδικότητα συνεχίζεται, λίγο πριν το ανατριχιαστικό “Shelley Duvall”, που παίζει δεξιοτεχνικά με το drone και την ησυχία. Το άλμπουμ κλείνει με το ακραιφνώς ψυχεδελικό “Sonora”, ολοκληρώνοντας αυτό που, εξ’ αιτίας των loops και των ρυθμικών μερών, μοιάζει περισσότερο με αεικίνητο σπιράλ παρά με κύκλο.
Σε όλο το δίσκο, η συνεργατική διάσταση είναι καθοριστική, μιας και συμμετέχουν, μεταξύ άλλων, οι Emma Garau, Ryan Oslance και Alianna Kalaba στα τύμπανα, ο Shane McCord στο κλαρινέτο, ο Mikey Powers στο τσέλο, καθώς και ο Dave Portner στο μπάσο. Η ηχογράφηση και μίξη πραγματοποιήθηκε από τον Adam McDaniel στα Drop of Sun Studios στο Asheville, και το αποτέλεσμα είναι μια πυκνή, ατμοσφαιρική παραγωγή που ανταμείβει την προσεκτική ακρόαση (με ακουστικά). Τα κλαρινέτα και το τσέλο προσθέτουν ορχηστρικό βάθος, ενώ τα ζωντανά τύμπανα δίνουν οργανική ώθηση σε ένα κατά τα άλλα έντονα επεξεργασμένο ηχητικό τοπίο.
Τα βασικά συστατικά του δίσκου –drone κεντρική ενορχήστρωση, αναλογικά synths, modular συστήματα, ζωντανά κρουστά και μινιμαλιστικές δομές– εξελίσσονται οργανικά από κομμάτι σε κομμάτι, με απλά μοτίβα μετατρέπονται σε υπνωτικές διαδρομές. Αυτή η διακύμανση είναι που συγκρατεί το ενδιαφέρον, αποτρέποντας το project από το να βυθιστεί σε μια κενού περιεχομένου πειραματικότητα.
Τελικά, με αυτή την δουλειά του, ο Geologist παραμένει άνθρωπος των υφών, όμως εδώ επιτρέπει στα όργανα να αναπνεύσουν περισσότερο, να συγκρουστούν και να συνδιαλλαγούν. Ενδιαφέρον έχει, όπως ο ίδιος αναφέρει, ότι το μεγαλύτερο μέρος του υλικού γράφτηκε αυτόνομα, και όταν τελικά γεννήθηκε η ιδέα μιας ολοκληρωμένης κυκλοφορίας, κάλεσε τους μουσικούς που αναφέρθηκαν για να συνεισφέρουν, δίνοντας πάντα έμφαση στην αίσθηση και το ηχόχρωμα αντί για την κλασική δομή τραγουδιού. Δεν πρόκειται ακριβώς για έναν εύκολο δίσκο, ούτε για μια συλλογή «τραγουδιών» με τη συμβατική έννοια, η συνεκτικότητα του, όμως, και η μουσική του εφυία τον καθιστούν μία πολύ ευχάριστη ακρόαση, ακόμη και για τα λιγότερα εξοικειωμένα αυτιά – ή, εκείνα, που ενδεχομένως ανέμεναν πειραματική ποπ α λα Animal Collective.






