Το Respect The Hustle, I Won’t Be Your Dog Forever των Βέλγων RONKER σου κλέβει την προσοχή σου από το εξώφυλλο, στη χώνει στο στόμα και περιμένει να δει αν θα δαγκώσεις ή αν θα κάνεις πίσω. Κι εγώ, που νόμιζα ότι έχω ακούσει αρκετό θυμό για μια ζωή, το έβαλα να παίξει ένα βράδυ από αυτά που δεν θέλεις παρέα, μόνο φως χαμηλό και νεύρα ανοιχτά. Λάθος μου. Αυτός ο δίσκος δεν είναι για μοναχικούς στοχασμούς. Είναι για συγκρούσεις.
Εδώ δεν υπάρχει καμία ρομαντική ιδέα του punk ως στάσης ζωής. Οι RONKER παίζουν σαν να μην πιστεύουν πια σε στάσεις, μόνο σε αντανακλαστικά. Κοφτά riffs που μετά από λίγο γίνονται εκκωφαντικά, φωνητικά που δεν "εκφράζουν" αλλά ξεσπάνε άγρια, όλα πάνω σου. Σαν να έχουν βαρεθεί να εξηγούν τι τους πνίγει και απλώς το πετάνε πάνω σου, ωμό, ιδρωμένο, χωρίς φίλτρο. "Respect the hustle", λέει ο τίτλος, αλλά το λέει με δόντια σφιγμένα, σαν απειλή.
Αυτό είναι το δεύτερο άλμπουμ τους μετά το Fear Is A Funny Thing, Now Smile Like A Big Boy (2024) και ξυπνάει ξεκάθαρα μνήμες από τους Idles στα πιο αφρισμένα τους, ειδικά το "Clear the Air", με αυτές τις απότομες αλλαγές ταχύτητας και τα κοψίματα που είναι φτιαγμένα για να σπάνε αυχένες στο pit, ενώ παράλληλα σου υπενθυμίζει ότι εδώ υπάρχει σοβαρή τραγουδοποιία, με μια αγριότητα που δεν θέλει να παριστάνει κάτι άλλο. Και πριν προλάβεις να πάρεις ανάσα, το "Snuff" ξεδιπλώνει μια ιδιόρρυθμη, νευρική απογοήτευση: μαζεύει άγχος, το φουσκώνει μέχρι να γίνει εκκωφαντικό ξέσπασμα και μετά το αφήνει να καταρρεύσει σε μια απρόσμενα προσωπική, σχεδόν τρυφερή ενδοσκόπηση.
Ενώ στο ντεμπούτο τους υπήρχαν κάτι «ό,τι να ’ναι» στιγμές και ιντερλούδια που έμοιαζαν περισσότερο με χαβαλέ παρά με κανονικό χτύπημα, εδώ όλα κουμπώνουν. Από το πρώτο άκουσμα καταλαβαίνεις ότι υπάρχει γραμμή, νεύρο και στόχος και πως τίποτα δεν είναι τυχαίο, τίποτα δεν περισσεύει. Η ταχύτητα, ο θόρυβος και κάτι υπόγειες μελωδίες που τρυπώνουν εκεί που δεν τις περιμένεις καθορίζουν όλο το πρώτο μισό. Είτε μιλάμε για το πιο καθαρόαιμο rock 'n' roll τσαμπουκά του "Respect the Hustle", είτε για εκείνο το ξαφνικό crossover thrash ξέσπασμα στο "No Sweat" που είναι φτιαγμένο για μακελειό στο pit, έχεις συνεχώς την αίσθηση ότι σου πετάνε περισσότερα απ’ όσα προλαβαίνεις να μαζέψεις. Κι εκεί που νομίζεις ότι τους έπιασες, σκάει το "Snuff" και οι RONKER δείχνουν το άλλο τους πρόσωπο. Εδώ φαίνεται καθαρά ότι το δεύτερο άλμπουμ είναι πιο στρωμένο, πιο πολυεπίπεδο. Τα γρέζια τραβιούνται λίγο πίσω, οι ρυθμοί χαμηλώνουν, και μένει ένας σκοτεινός, αργός βρασμός που σε αναστατώνει χωρίς να φωνάζει. Όσο προχωράει, χτίζεται σε κάτι βαρύ και επιβλητικό, με riffs που ακουμπάνε επικίνδυνα σε post-rock ή post-metal έδαφος. Είναι κομμάτι-ανάσα, αλλά όχι χαλάρωση: κρατάει την ένταση ζωντανή και σπάει ιδανικά τη μονολιθικότητα του ξύλου.
Το δεύτερο μισό σε βαράει ξανά χωρίς έλεος. Τα "House of Hunger" και "Discodust" καίνε καθαρό μέταλλο, χωρίς υπεκφυγές, μιλώντας για τις παγίδες και τις αυταπάτες του rock 'n' roll τρόπου ζωής – τίποτα καινούργιο θα πει κανείς, πάντα έτσι ήταν. Και δεν είναι τυχαίο: ο δίσκος γράφτηκε στον δρόμο, μέσα στη φθορά και την ένταση της διαρκούς κίνησης, κάτι που δένει όλο αυτό , αν και ακόμα και σε κομμάτια όπως το "Limelighter" ξεπροβάλλουν μελαγχολικές γραμμές που δείχνουν ότι δεν παίζουν απλώς δυνατά για να παίξουν δυνατά. Το φινάλε του "Using Eyes" τραβάει το χειρόφρενο απότομα, διαλέγοντας πιο μουντές υφές που θυμίζουν ιρλανδικό post-punk και ένα πιο ήπιο κλείσιμο.
Έχουμε ακούσει άπειρα ευρωπαϊκά σχήματα να μπλέκουν το 90s noise rock με hardcore/punk, σαν συνταγή που δοκιμάστηκε και ξαναδοκιμάστηκε μέχρι να χάσει τη γεύση της. Οι RONKER όμως δεν μένουν εκεί. Ρίχνουν μέσα post-punk νεύρο, κάτι στραβές γωνίες και άλλες υφές που τους τραβάνε έξω από το σωρό και τους δίνουν δικό τους βάρος. Παίζουν πιο έξυπνα, παίζουν πιο ύπουλα. Σε σχέση με το ντεμπούτο, εδώ η ροή είναι πιο δεμένη, λιγότερο σκόρπια, και δείχνει καθαρά ότι μπορούν να σε κρατήσουν στην τσίτα ακόμα κι όταν κατεβάζουν ένταση και δουλεύουν πιο μαλακές, πιο σκοτεινές υφές. Ναι, απ’ έξω μοιάζουν με άλλη μια ευρωπαϊκή hardcore/noise μπάντα έτοιμη να σου φωνάξει στο πρόσωπο. Αλλά αν σκάψεις λίγο βαθύτερα, θα βρεις νεύρο, συναίσθημα και ιδέες που δεν τελειώνουν στο πρώτο pit. Οπότε, το Respect The Hustle, I Won’t Be Your Dog Forever δεν είναι απλώς άλλος ένας θυμωμένος δίσκος για τη στοίβα. Είναι από εκείνους που σου ψιθυρίζουν ότι κάτι κινείται από κάτω κι αν δεν σκύψεις να ακούσεις, δικό σου πρόβλημα.






