PVA

Υπάρχει μια ειρωνεία εδώ που σκέφτομαι πως θα άρεσε στον Mark Fisher: η ηλεκτρονική μουσική γεννήθηκε για να υπόσχεται το αύριο, αλλά σήμερα, τόσο συχνά, μοιάζει να παίζει με ανακυκλωμένα νεύρα, σαν να μας κλείνει το μάτι από ένα μέλλον που ακυρώθηκε. Οι PVA, τριάδα από το Νότιο Λονδίνο, υπάρχουν σχεδόν μια δεκαετία, που αν το σκεφτείς είναι αρκετός χρόνος για να δεις πώς ένα συγκρότημα περνά από την "υπόσχεση" στην "αρθρώση". Μετά το Blush (Ninja Tune, 2022), την πρώτη τους έκρηξη που στέριωσε το όνομά τους ανάμεσα σε dance δονήσεις και προσωπικά θέματα όπως σεξουαλικότητα, ταυτότητα, ευαλωτότητα, το No More Like This έρχεται σαν μια πιο καθαρή δήλωση: όχι απαραίτητα πιο «μεγάλη», αλλά ίσως πιο συγκεκριμένη. Σαν να αποφάσισαν ότι δεν τους αρκεί να κυνηγάνε την ένταση, αλλά θέλουν να χτίσουν κι έναν κόσμο που σε κρατάει μέσα του.

Κι αυτός ο κόσμος, εδώ, δεν χτίζεται με φανταχτερές χειρονομίες. Χτίζεται με μινιμαλισμό, με υπομονή, με μικρές μετατοπίσεις που μοιάζουν ασήμαντες μέχρι να καταλάβεις ότι έχουν αλλάξει το δωμάτιο. Η Ella (φωνή/κέντρο βάρους) μιλά για το «βρίσκω τη φωνή μου»: όχι τη φωνή που «πρέπει» να έχει, αλλά τη φωνή που είναι αληθινή για εκείνη, χωρίς να λειτουργεί ως παρουσίαση προσδοκιών στη μουσική βιομηχανία. Κι αυτό, για μια queer γυναίκα στη μουσική, δεν μπορεί να είναι slogan. Μάλλον για επιβίωση μου ακούγεται, ακόμα. Η στήριξη των Josh Baxter (synths) και Louis Satchell (drums) λειτουργεί σαν χώρος που της επιτρέπει να εξωτερικεύσει τον εσωτερικό της κόσμο σε περισσότερες μορφές και το άλμπουμ, στην καλύτερή του στιγμή, είναι ακριβώς αυτό: ένας εσωτερικός κόσμος που αποφάσισε να γίνει δημόσιος χωρίς να ζητήσει συγγνώμη.

Το No More Like This κουβαλάει πολλά ίχνη από το Blush: τα industrial-techno χτυπήματα του "Send" και του "Peel", τα ατμοσφαιρικά synths του "Flood". Αλλά εδώ η «ενέργεια» δεν είναι ο βασικός κινητήρας. Αυτό που δίνει στο άλμπουμ το ιδιαίτερο γυάλισμά του είναι το world-building: η αίσθηση ότι τα κομμάτια δεν είναι απλά τραγούδια, αλλά δωμάτια σε μια πολυκατοικία όπου τα φώτα ανάβουν και σβήνουν σε παράξενες, τυχαίες, ώρες. Κι εκεί μέσα, οι αναφορές δεν είναι φετίχ, αλλά ίχνη: το "Anger Song" με την απλή φωνητική υφή (και εκείνη τη σκιά της Laurie Anderson από το το "O Superman") και τον ρυθμό των μηχανών από πίσω της γίνεται εργαλείο έντασης. Το "Boyface" κλείνει το μάτι στα trip-hop φαντάσματα των Massive Attack και των Portishead, σαν να περνάει ένας υγρός άνεμος από μια δεκαετία που δεν τελείωσε ποτέ.

Η αλήθεια είναι ότι οι PVA ποτέ δεν ακούγονταν «ημιτελείς». Πάντα είχαν τον έλεγχο, πάντα είχαν μια γερή σπονδυλική στήλη. Αλλά υπήρχε μια αίσθηση ότι έφτιαχναν ακόμη τον εαυτό τους σε πραγματικό χρόνο. Εδώ, αυτό το "becoming" γίνεται πιο ευκρινές και το No More Like This μοιάζει με την πιο καθαρή τους απόπειρα να πουν ποιοι είναι, έστω κι αν δεν πετυχαίνει σε κάθε στροφή.

Το "Rain" κουβαλάει κι αυτό μια απροσδιόριστη σκιά από την Laurie Anderson και ανοίγει ιδανικά το άλμπουμ: τα τύμπανα είναι πολυεπίπεδα, «busy» χωρίς να σε πνίγουν. Τα synths μπαίνουν σαν ομίχλη που δεν ζητάει προσοχή, αλλά αλλάζει την ατμόσφαιρα. Το groove είναι υπομονετικό, σχεδόν σίγουρο για τον εαυτό του: δεν τρέχει να σε κερδίσει, σε αφήνει να έρθεις. Το "Enough" συνεχίζει στο ίδιο θερμό σημείο, αισθησιακό, και τόσο προσεγμένο οργανικά που δεν σε νοιάζει να «ορίσεις» τους ήχους. Λειτουργεί περισσότερο ως vibe παρά ως λεξικό. Επιθυμία που κρατιέται μισό βήμα μακριά, αρκετά κοντά για να σε τραβήξει, αρκετά μακριά για να σε κάνει να μένεις.

Το "Mate" είναι το κομμάτι όπου αυτή η εσωτερική εξομολόγηση γίνεται σχεδόν χειροπιαστή: "Ι want to sing… you’ve got my tongue on a string". Είναι μια φράση που μοιάζει τρυφερή και σκοτεινή ταυτόχρονα, σαν να παραδέχεσαι ότι η επιθυμία σου είναι και σκλαβιά και απελευθέρωση. Παρ’ όλα αυτά, ως σύνθεση μπορεί να περάσει «ευχάριστα» χωρίς να καρφωθεί όσο θα ήθελες και μετά έρχεται το "Send" για να επαναφέρει το βλέμμα στο σώμα του άλμπουμ: εδώ η ένταση ανεβαίνει, το techno στοιχείο βγαίνει μπροστά, και κάτι μέσα του ακούγεται σαν ΑΙ ανδροειδές: ψυχρό, ελεγχόμενο, υπνωτικό. Είναι από τις στιγμές που νιώθεις την μπάντα να βρίσκει την πιο πειστική της «μηχανή».

Το επτάλεπτο "Okay" είναι η κορυφαία στιγμή του άλμπουμ: spoken-word που λειτουργεί οργανικά, επειδή το κομμάτι χτίζει προς ένα υπνωτικό crescendo, με beeping synths σαν συναγερμούς από αυτό το χαμένο μέλλον που δεν μας ήρθε ποτέ. Μέσα από τα drones και τον κιθαριστικό βόμβο σηκώνεται ένας τοίχος για να σου θυμίσει πόσο εύκολα φυλακίζεσαι μόνος σου. Και καθώς ο τοίχος ανεβαίνει, ανεβαίνει μαζί του κι εκείνη η γνώριμη ψευδαίσθηση του «όλα θα φτιάξουν», η ίδια που μας τάισαν οθόνες, διαφημίσεις, playlists και εταιρικά "wellness" σλόγκαν. Η φωνή της Ella απαγγέλλει σαν να κρατάει σημειώσεις από ένα όνειρο που ξημέρωσε στραβά. Κάθε φράση ένα μικρό χαρτάκι κολλημένο πάνω στο τζάμι: "θυμήσου", "μην τολμήσεις", "ζήσε". Και κάτω από αυτά, τα drones και τα pads λειτουργούν σαν χαλί, αλλά όχι απαλό, σαν παλιό industrial πάτωμα που γδέρνει τα παπούτσια. Αυτό το κομμάτι θα μπορούσε να είναι ambient για να καταλάβεις ότι δεν χαλαρώνεις ποτέ στη σύγχρονη ψηφιακή ζωή. Και το Moon κλείνει πιο αναστοχαστικά παρά θριαμβευτικά, λίγο ασύνδετα ίσως, αλλά ταιριαστά, σαν να σβήνει η εικόνα χωρίς να σου δίνει κάποιο «μάθημα».

Συνολικά, το No More Like This είναι από εκείνους τους δίσκους που μπορεί να θαυμάσεις περισσότερο απ’ όσο θα αγαπήσεις. Είναι γεμάτος ιδέες, πιο σίγουρος από πριν, συχνά πολύ καλός, αλλά δεν δένει πάντα όσο θα ήθελε σε ένα ενιαίο σώμα. Κι όμως, μέσα στην ουσία του, αυτό δεν είναι απαραίτητα ήττα: γιατί το άλμπουμ ακούγεται σαν μια μπάντα που γίνεται ο εαυτός της σε πραγματικό χρόνο κι αυτή η διαδικασία, αυτή η προσπάθεια να βρεις φωνή μέσα σε έναν αμείλικτο σύγχρονο κόσμο, είναι ήδη μια μικρή νίκη.

Οπότε, αν το Blush των PVA ήταν η δήλωση «ερχόμαστε», το No More Like This είναι μια πιο τρομακτική, ή μάλλον, πιο ενήλικη φράση: «είμαστε εδώ, και δεν υπάρχει επιστροφή στην παλιά μας εκδοχή».

 

Ακολούθησε το Avopolis Network στο Google News

 

Διαβάστε Ακόμα

Featured