Στο κεφάλαιο Γιατί Κλαίω Όταν Τραγουδά ο Αρίων από το προσχέδιο πνευματικής διαθήκης του Τζορτζ Στάινερ (Περί Θανάτου, εκδ. Αντίποδες), καταλήγει στο «Ο modus operandi της μουσική εμπειρίας, η ζωτική δύναμη της αχρηστίας της, η ακαταμάχητη κυριαρχία που ασκεί στο μυαλό και στο σώμα μας παραμένουν ανεξιχνίαστα όσο και η ίδια η μουσική». Έχει προηγηθεί μια ανάλυση περί των πειραμάτων και των στατιστικών ερευνών (που γεννούν όλο και περισσότερα ερωτήματα) για την επίδραση της μουσικής στο νευρικό σύστημα του ανθρώπου, την ανταπόκριση στα νανουρίσματα και το πως ορισμένες μουσικές αλληλουχίες και τονισμοί προκαλούν ύπνο. Σημειώνει επί της ουσίας το ότι η ακρόαση επιστρατεύει εξολοκλήρου το ανθρώπινο πρόσωπο, τις εγκεφαλικές συνάψεις, τη μυική ένταση κ.ο.κ., ενόσω το υποσυνείδητο παίζει προκαταρκτικό/διαμορφωτικό ρόλο.
Δεν έχει σημασία αν ο σαξοφωνίστας/φλαουτίστας Aaron Shaw έχει κατά νου το παραπάνω απόσπασμα του συγγραφέα, μιας κι ακούγοντας κανείς έστω και μικρά σημεία του ντεμπούτο lp του, μπορεί αν μη τι άλλο να αντιληφθεί πως αυτές οι Σταϊνερικές όψεις/θέσεις είναι εγκατεστημένες ως λειτουργίες εντός του And So It Is. Κυριότερα ως «ιδιοτελώς» καταπραϋντικές, αν σκεφτούμε πως πρόκειται για την περίπτωση ενός ανθρώπου που μόλις στα 27 του χρόνια, τρεις χειμώνες πριν, διαγνώστηκε με ανεπάρκεια μυελού των οστών. Προσωπικά αδυνατώ να κλείσω τα μάτια στο δελτίο τύπου, διαβάζοντας πως «το κρίσιμο ζήτημα ήταν ο αριθμός των ερυθρών αιμοσφαιρίων του και η αδυναμία του να παράγει επαρκές οξυγόνο. Η αναπνοή, η κινητήρια δύναμη κάθε πνευστού, έγινε ξαφνικά σπάνιος πόρος. Ένα συνηθισμένο live μετατράπηκε σε ιατρικό ρίσκο», μα επιλέγω να μην το bold-αρω ως καταλυτικά αξιολογικό προσκλητηρίο για τα του δίσκου. Παρότι πρόκειται για τέτοιο. Επόμενη λοιπόν και προφανής η επιδίωξη της ηχητικής αυτοθεραπείας, αποτυπωμένης στο δίσκο που κυκλοφόρησε το Φεβρουάριο που μας πέρασε για λογαριασμό της καλιφορνέζικης Leaving Records (Carlos Niño, Laraaji, MatthewDavid, Ras G κ.ά), από τον τύπο που κάθε άλλο παρά ουρανοκατέβατος μας έρχεται. Οι προσεκτικοί θα τον έχουν σημειώσει ως πολυοργανίστα sideman σε ηχογραφήσεις/ζωντανές εμφανίσεις στο jazz/hip hop κύκλωμα, σε συναπαντήματα με τους Pan Afrikan Peoples Arkestra, Phil Ranelin, Herbie Hancock, Miguel Atwood-Ferguson, Mary J. Blige, Dave Chappelle, Tyler, The Creator, Anderson .Paak, Nightmares on Wax, billy woods, Kenny Segal, Saul Williams. Για αυτό και εδώ, το συντρέχουν οι Alex Smith, Carlos Niño, Dwight Trible, Kiernan Weggler, Lawrence Shaw, Merci B, Sam Reid και Ghalani.
Στο επίμονο, ανυποχώρητο jazz ντοκουμέντο του Shaw, το πρώτο μέλημα ήταν η πρακτική αντιμετώπιση της αδυναμίας τού να αποδώσει όσα δεν είχε πια το προνόμιο να εκτελέσει (και το τονίζω γιατί πρόκειται για ένα παίχτη που αν δείτε μια προ δωδεκαετίας audition του στο Youtube, θα καταλάβετε σε τι σημείο βρισκόταν, παρότι στα μικράτατα του). Επομένως ήταν φυσικό ο μπούσουλας να είναι η new age/ambient «αδράνεια» όταν δεν μπορούσε να αρθρώσει έστω και τα λίγα στο σαξόφωνο (στο “Echoes of The Heart” πάντως στέκεται συγκινητικά στα πόδια του, αν σκεφτείτε πως τέτοια παιξίματα περνιούνται για avant κανονικά σε διάφορες contemporary καιροσκοπικές απατεωνιές). Πιάνει το “Windows” του Chick Corea από το Now He Sings, Now He Sobs, και το μεταποιεί λιτά ως “Windows to the Soul”. Σωστά σημειώνεται η Alice Coltrane (της κασετικής περιόδου να συμπληρώσω) στο “The Path To Clarity”, μα αντί να πιάσουμε την ατέρμονη παραπεμπτική καταγραφή για τα φυσήματα και τους τρόπους του Shaw στα εύγλωττα τιτλοφορημένα “Soul Journey”, “Ηeart of a Phoenix”, “Jubilant Voyage”, “Inner Compass”, “Never Catch me Out Of Alignment”, αρκεί να τον ακούσουμε στη ραδιοφωνική του συνέντευξη στο LeRoy Downs στον KCRW. Εκεί λέει πως έκανε αυτό το δίσκο για να δραπετεύσει, για να βρει ένα χαρούμενο μέρος, εκτός κατάθλιψης, εκτός νοσοκομείων, χημειοθεραπειών, εκτός του να είναι πρακτικά απών από την ίδια τη ζωή.
Το And So It Is απορρέει από τον υπερβατικό, προκλητικό μονόδρομο ενός μουσικού που έψαξε κάθε νότα-πρόταγμα ως ζωτικά υπολογισμένη. Την ώρα που ο Dwight Trible απαγγέλει πως κανείς οφείλει να είναι ο εαυτός του μέχρι τέλους, ο Aaron Shaw θέλοντας (και όχι μη), δεν κάνει κι αλλιώς. Επομένως για να παραλλάξουμε και τον προλογικό Στάινερ: «Γιατί ο ακροατής κλαίει όταν τραγουδά ο Shaw. Καμιά καλή απάντηση. Μόνο η βεβαιότητα πως, αν δεν έκλαιγε, η ζωή μας θα ήταν ασύλληπτα φτωχή».






