Το blood, των sister, μπορεί να μοιάζει με επιστροφή, αλλά δεν κουβαλάει κανένα ίχνος νοσταλγίας. Είναι ένας δίσκος που κοιτάζει πίσω μόνο για να μετρήσει καλύτερα την απόσταση που έχει διανύσει. Το υλικό που το απαρτίζει (7 κομμάτια) έρχεται να καλύψει οκτώ χρόνια σιωπής, και λειτουργεί σαν μια βαθύτερη γεώτρηση στον ήχο που χάραξε το ντεμπούτο τους Untrue (Underflow Records, 2008). Διαφορετικά στρώματα χρόνου, τεχνικές, πλαίσια που αποκαλύπτονται χωρίς ιεραρχίες. Σημεία ανάδυσης μιας πρακτικής που έχει φτάσει σε τέτοιο βαθμό ωριμότητας ώστε να μπορεί να παρατηρηθεί στην ίδια της τη δημιουργία.
Ιδιαίτερα αποκαλυπτικά είναι τα μεγαλύτερα κομμάτια, στα οποία το μουσικό σχήμα των sister φέρνει τον ήχο του στα όρια μιας μάζας που μοιάζει να είναι σε διαρκή μετατόπιση, εκεί όπου η δομή λιώνει μέσα στην επανάληψη, το παιχνίδι μεταξύ αρμονίας - δυσαρμονίας γίνεται μια συχνότητα και η μπάντα ακούγεται λιγότερο ως σύνολο οργάνων και περισσότερο ως ένα παλλόμενο σώμα ήχου, με χρονικές διακυμάνσεις, πολύ λεπτές νότες, μακρά κρεσέντο που διακόπτονται από σαφείς παύσεις. Κάπου εδώ αναδύεται μια υπόγεια συγγένεια, απίθανη μόνο στην εμφάνιση, μεταξύ μακρινών κόσμων: η εκστατική διάρκεια ορισμένων (πιο "ηλεκτροακουστικών") πρακτικών και η μετέπειτα κληρονομιά εκείνων που, όπως ο Glenn Branca, άνοιξαν το ερώτημα για το τι μπορεί να σημαίνει «ροκ ήχος» – εξάλλου, από στουντιακής άποψης, τέσσερις κιθάρες, ένα μπάσο και ένα σετ ντραμς στην περίπτωση του Ascension (99 Records, 1981) μπορεί να διέφεραν από την τυπική ροκ σύνθεση ποσοτικά, αλλά όχι ποιοτικά. Και εδώ, σε σχέση με τους sister, δεν αναφέρομαι σε μια ομοιότητα στον ήχο, αλλά σε μια παρόμοια οντολογική περιέργεια.
Το blood παρουσιάζει ένα σχήμα που έχει αφιερωθεί στη διατήρηση μιας πρακτικής και εξάσκησης ενός ήχου. Ενός instrumental ήχου. Χωρίς φωνές, χωρίς λέξεις, χωρίς ανάσες. Και οι sister επιμένουν σε αυτό, χωρίς να αναζητούν σε αυτη την απόφαση ένα αποκορύφωμα, απλώς επιμένουν στη συνέχεια της έρευνάς τους. Γιατί όταν ο εκτροχιασμός από κάθε ροκ φόρμα και ο στιγμιαίος αυτοσχεδιασμός, συχνά περιορίζονται σε μια χειρονομία, σε μια υπογραφή, ή ακόμα και σε μια επιφανειακή στυλιστική έκφραση, αυτό το άλμπουμ υπενθυμίζει ότι η απομάκρυνση από τη ροκ φόρμα δεν εξαντλείται σε θόρυβο ή ένταση, αλλά απαιτεί επαναχάραξη του ίδιου του χώρου όπου συμβαίνει μόνο ο ήχος. Και εδώ οι κιθάρες δεν υπηρετούν τόσο κάποιο είδος αφήγησης, όσο λειτουργούν ως γραμμές δύναμης μέσα σε ένα πεδίο που πάλλεται, συσσωρεύεται και μετασχηματίζεται από το μπάσο και τα τύμπανα.
Το "οrca", το πρώτο εντεκάλεπτο κεφάλαιο του blood, ανοίγει το άλμπουμ με μια αργή συσσώρευση κιθαριστικών αρμονικών και υπόγειων παλμών, σαν κάτι να αναδύεται από το βάθος χωρίς ακόμη να παίρνει μορφή, για να περάσει μετά τα πέντε λεπτά σε ένα krautrock μονοπάτι που σταθεροποιεί τον ρυθμό σε μια τελετουργική επανάληψη και αφήνει τις κιθάρες να πλέξουν κυκλικά μοτίβα, οδηγώντας τον ήχο από την αιώρηση στη διαρκή κίνηση. Ακολουθεί το "subterfuge" το οποίο βασίζεται στον αυτοσχεδιασμό και τη συνεχή ανάπλαση της φόρμας, σαν το σώμα του ήχου να αλλάζει σχήμα ενώ κινείται, γεννώντας μοτίβα που διαλύονται και επανεμφανίζονται μετατοπισμένα, με τις κιθάρες να ουρλιάζουν ρόλους μεταξύ ρυθμού και υφής, ώσπου η αρχική ιδέα παύει να είναι αναγνωρίσιμη και μένει μόνο η διαδικασία της μεταμόρφωσης σε "μουσικό γεγονός". Στο "dark candy" το μπάσο περνά σε πρώτο πλάνο και οδηγεί τον παλμό, με τον ρυθμό, σποραδικά synths και τις κιθάρες να το ακολουθούν, πυκνώνοντας διαρκώς το συχνοτικό πεδίο. Το κομμάτι εξελίσσεται σε ένα από τα πιο φρενήρη ξεσπάσματα του άλμπουμ, μια σχεδόν σωματική ώθηση προς την κορύφωση, που λίγο πριν την αποσυμπίεση στολίζεται απρόσμενα με σαντούρι, σαν μια ρωγμή φωτός μέσα στην ηχητική ένταση.
Έπεται το "Jeanne d’Arc (heaven’s blade)", με ένα βαρύτερο ρυθμικό μοτίβο να κυριαρχεί και τις modulated κιθάρες να σπέρνουν έναν συνεχή, νευρικό πανικό ακόμη και πάνω στα σπασίματα της σύνθεσης, δημιουργώντας μια αίσθηση τελετουργικής καταδίωξης, σαν πομπή που προχωρά αμετάκλητα προς μια κορύφωση, η οποία, όμως, ποτέ δεν έρχεται. Το "nox tremenda" ξεπροβάλλει μέσα από ένα σύννεφο βραχέων συχνοτήτων και για οκτώ λεπτά περιστρέφεται ζαλισμένο γύρω από τον σφιχτό, εμμονικό παλμό του rhythm section, με τις κιθάρες να τρεμοπαίζουν σαν φασματικές αντανακλάσεις στην περιφέρειά του, για να σβήσει τελικά σε ένα μεθυσμένο πιάνο, σαν μια ανάμνηση που χάνει την θέση της στο μυαλό, λίγο πριν ξεχαστεί για πάντα. Το "boombox" διατηρεί τη διάρκεια και την αυτονομία ενός "single", λιγότερο βυθισμένο στο πείραμα και πιο ευθύ ως προς την πρόθεσή του, ένα κομμάτι με καθαρότερη γραμμή, σταθερά κρατήματα και ξεσπάσματα σε μετρημένους χρόνους, που συμπυκνώνει την ένταση του δίσκου σε μια πιο άμεση, σχεδόν σωματική φόρτιση. Το κλείσιμο έρχεται με το "tao" και εννέα λεπτά που φορτίζονται από την αρχή με το επιβλητικό μπάσο να οδηγεί τον βηματισμό, πάνω στον οποίο οι κιθάρες χαράζουν κυκλικές, σχεδόν μαντρικές συλλαβές-φράσεις ενώ ο ρυθμός αναπνέει σε μεγάλες παλίρροιες έντασης, μια καταληκτική βουτιά σε κάτι που σταδιακά αραιώνει και μένει μόνο ο παλμός, σαν ένα ίχνος ενέργειας μετά την εξαΰλωση.
Το blood των sister ηχογραφήθηκε με μηχανικούς ήχου τον Κίμωνα Βλαχάκη και τον Δημήτρη Σταϊκόπουλο, με τη μίξη, την παραγωγή και το mastering να ολοκληρώνονται από τον Coti K, πάνω σε ένα αρχικό παραγωγικό προσχέδιο που είχε ήδη διαμορφώσει ο Βλαχάκης. Αυτή η αλυσίδα συνεργασιών αποτυπώνεται στον ίδιο τον τρόπο που ο δίσκος αναπνέει: ένας ήχος συμπαγής αλλά πορώδης, όπου η ένταση δεν θολώνει τις υφές και η μάζα των sister διατηρεί την εσωτερική της διαφάνεια. Σαν να χαράχτηκε προσεκτικά ο χώρος μέσα στον οποίο η μπάντα μπορούσε να απλωθεί, να θορυβήσει και να αποσυρθεί χωρίς να χάσει το σχήμα της. Έτσι, το blood κλείνει ως μια ενιαία ηχητική κατασκευή, ένα πεδίο όπου το instrumental ροκ μετακινείται από τη φόρμα στη ροή, και από το κομμάτι στο φαινόμενο. Και αυτό είναι, τελικά, το ίχνος που αφήνει: μια αίσθηση ενέργειας που δεν κορυφώνεται απλώς, αλλά παραμένει.






