Bill Calahan

Το My Days of 58 είναι το όγδοο άλμπουμ του Bill Callahan (χωρίς να προσμετράμε τα άλμπουμ των Smog), το πρώτο του από το 2022. Τα δώδεκα τραγούδια εδώ ανοίγουν παράξενα βάθη έκφρασης καθώς ο Callahan συνεχίζει να χαράζει ένα από τα πιο πρωτότυπα μονοπάτια σύνθεσης και ερμηνείας τραγουδιών.

Ο ίδιος ο Callahan είπε για το άλμπουμ λίγο πριν από την κυκλοφορία του: «Μου έχουν πει ότι είναι ένα πολύ άμεσο άλμπουμ. Ήθελα κάτι πεντακάθαρο, σαν ρεύμα ποταμού […] Αυτό που θεωρείται ψυχεδελική μουσική είναι συνήθως κάτι θολό, αφράτο και κολλώδες. Σκεφτόμουν την πτυχή της καθαρότητας της ψυχεδελικής μουσικής. Άκουγα πολύ μερικούς δίσκους bluegrass. Αυτή είναι η μουσική που έχει την καθαρότητα του ψυχρού ρεύματος για μένα. Όχι η παραίσθηση, αλλά η πραγματικότητα».

Οι βασικοί μουσικοί που συμμετέχουν στο άλμπουμ είναι το συγκρότημα που περιόδευσε με τον Callahan για το άλμπουμ Reality του 2022: Matt Kinsey (κιθάρα), Dustin Laurenzi (σαξόφωνο), Jim White (τύμπανα).

Το περίγραμμά του άλμπουμ άρχισε να διαμορφώνεται ενώ ο Callahan βρισκόταν σε περιοδεία με την μπάντα του. Στο ζωντανό άλμπουμ Resuscitate! του 2024, είναι φανερό ότι οι White, Laurenzi και Kinsey συνεργάζονταν καλά, οπότε ο Callahan σκέφτηκε να τους κρατήσει για έναν ακόμη γύρο. Λέει για τη συνεργασία τους: «Ο αυτοσχεδιασμός/η απρόβλεπτη ικανότητα/το άγνωστο είναι αυτό που με παρακινεί να συνεχίσω να δημιουργώ μουσική. Το παν είναι να ακούς τον εαυτό σου και τους άλλους. Πολλά από τα καλύτερα μέρη μιας ηχογράφησης είναι τα λάθη — να τα μετατρέπεις σε δυνατά σημεία, να τα χρησιμοποιείς ως εφαλτήρια για να γίνει κάτι ανθρώπινο».

Για περισσότερο αυθορμητισμό και χρώμα, ο Callahan κάλεσε στο στούντιο αρκετούς ακόμα μουσικούς: τον Richard Bowden στο βιολί, τον πιανίστα Pat Thrasher, τον μπασίστα Chris Vreeland και τον τρομπονίστα Mike St. Clair. Σχετικά με τον Bill McCullough, ο οποίος παίζει pedal steel, τον οποίο γνώριζε από τους Knife in the Water, ο Callahan λέει τα εξής: «Έχει μια πραγματικά αφηρημένη προσέγγιση σε ένα αφηρημένο όργανο - είναι φωτογράφος (τράβηξε το εξώφυλλο και το οπισθόφυλλο) και βλέπει το steel με τον ίδιο τρόπο όπως τα διαφράγματα - προσκήνιο και μεσαίο έδαφος και φόντο - θολό και ευκρινές. Έτσι έβλεπα πάντα το steel, οπότε είναι συναρπαστικό να το μοιραστώ αυτό».

Το εναρκτήριο κομμάτι "Why Do Men Sing" είναι μια εκτεταμένη επίδειξη τέχνης στη σύνθεση τραγουδιών με θολές κιθάρες και ανυψωτικά γυναικεία δεύτερα φωνητικά. Είναι ένα άμεσα ενθαρρυντικό σημάδι για τον δίσκο.

Έπεται το "The Man I’m Supposed to Be", που ξεκινάει απόκοσμο και αργό, ακούγοντας σαν εκείνες τις πρώτες κυκλοφορίες των Smog. Με τα κόρνα να χτυπούν δυσοίωνα, ο Callahan παρουσιάζει την θέση του ως έναν από τους σπουδαιότερους τραγουδοποιούς της γενιάς του, που εδώ φέρνει περισσότερο στον Lou Reed του "Walk on the Wild Side" παρά στο southern-goth. Εδώ τραγουδάει: «άφησέ το να σε ταξιδέψει / σε ένα νάνο αστέρι ή μια μαύρη τρύπα ή στην ψυχή κάποιου άλλου».

Αντίστοιχα, στο "And Dream Land" φαντάζεται αυτοκίνητα που περνούν στη βροχή «που οδηγούνται από τους νεκρούς μου». Στο "Lake Winnebago" αφηγείται ότι πηγαίνει στο Wisconsin, όπου «ο θάνατος είναι ένας θολός ορίζοντας»∙ εκεί βρίσκεται η λίμνη όπου ο Callahan έθαψε τους γονείς του, η οποία και μετατρέπεται σε ένα πιθανό μέρος για να ξεκουραστεί τα δικά του όνειρα.

Το "Lonely City" είναι ένα από τα ωραιότερα κομμάτια που έχει γράψει μέχρι σήμερα. Η απέριττη country-soul μελωδία του εκφράζει όλη τη μοναξιά και την αποξένωση που αισθάνεται κανείς στη μεγάλη πόλη. Πέρα από την αφηγηματικότητα του Lou Reed, αυτός ο άνθρωπος λες και έχει συγχρόνως κληρονομήσει τον λυρισμό του Tim Hardin και το σκοτάδι του Johnny Cash. Για το "Lonely City" ο Callahan επισημαίνει ότι είναι μια από τις πρώτες φορές που γράφει ένα είδος «ερωτικού τραγουδιού για έναν τόπο». Το τραγούδι αντιμετωπίζει την πόλη σαν σύντροφο («Μοναχική πόλη, θα σου κάνω παρέα»).

Το τοπίο της Αμερικής επιστρέφει με παρόμοιους όρους σε τραγούδια όπως το honky-tonk "Stepping Out for Air" (που θυμίζει Stones των early 70s), το "Highway Born" και το "West Texas". «Επέστρεψα από την έρημο / έχοντας σουβενίρ τη μοναξιά/ με αγάπη από το Δυτικό Τέξας», τραγουδάει στο δεύτερο, ενώ μετά από το τελευταίο ρεφρέν οι κιθάρες φορτώνουν με ηλεκτρισμένη δύναμη, στα πρότυπα των Crazy Horse. Αξίζει να σημειωθεί ότι ο Callahan ζει σήμερα στο Δυτικό Τέξας, στο Ώστιν συγκεκριμένα (έχει γεννηθεί στο Σίλβερ Σπρινγκ του Μέριλαντ, όπου έζησε για οκτώ χρόνια και πέρασε τα εφηβικά του χρόνια στην Ουάσινγκτον).

«Νομίζω ότι οι εικόνες είναι ούτως ή άλλως εσωτερικές», λέει ο Callahan. «Οι καουμπόηδες και τα άλογα... Είναι απλώς πολιτισμικές εικόνες που χρησιμοποιούμε για να κατανοήσουμε τον εαυτό μας και να εξηγήσουμε την εσωτερική μας πραγματικότητα. H Αμερική είναι λιγότερο ένα θέμα και περισσότερο ένα σύνολο σκηνικών στοιχείων: αυτοκινητόδρομοι, πόλεις, έρημοι, λίμνες, όλα σε λειτουργία για να δείξουν τι αλλάζει μέσα σε ένα συγκεκριμένο άτομο».

Tα τοπία λειτουργούν λιγότερο ως φόντο και περισσότερο ως καθρέφτης. Πώς είναι να είναι κανείς άνθρωπος ανάμεσα σε άλλους ανθρώπους; Αυτό είναι το κεντρικό θέμα του δίσκου.

Παρότι είναι εξαιρετικά καλοδουλεμένο στις λεπτομέρειες, το Μy Years of ‘58 συχνά θυμίζει ιδιωτική ηχογράφηση. Τα τραγούδια έχουν μια ανεπίσημη και οικεία αίσθηση, με σκοπό να ακούγονται σαν να ηχογραφήθηκαν σε σαλόνι. Πρόκειται για εξαιρετικά λιτή μουσική, με απλά σχήματα ανεπιτήδευτες ενορχηστρώσεις. Χάρη, εν μέρει, στον βαθύ, συνομιλητικό βαρύτονό του, ο Callahan ακούγεται συχνά σαν να συλλογίζεται επί τόπου. Ενώ οι χαμηλοί τόνοι των τραγουδιών μπορεί να μειώνουν λίγο τη δυναμική, το άλμπουμ βρίσκει τον Callahan να αντιμετωπίζει τη θνητότητα με την χαρακτηριστική του ειλικρίνεια και αίσθηση του χιούμορ. Ξανά υπέροχος.

 

Ακολούθησε το Avopolis Network στο Google News

 

Διαβάστε Ακόμα

Featured