Αν έχει κάτι χαρακτηριστικό ο μήνας Μάρτιος είναι αυτό το αιώνιο δίλημμα του πού πατάω και πού βρίσκομαι, σε βαθύ χειμώνα ή πρώιμη Άνοιξη, να κατεβάσω τα Τ-Shirt ή να πάω για τελευταίο σκι, κάτι που μουσικά μεταφράζεται «να βάλω Alva Noto να παίζει ή Chambawamba;». Ιδού, λοιπόν, το διπολικό, προσωπικό μου σάουντρακ ενός κυκλοθυμικού μήνα, εμπνευσμένο από ένα επερχόμενο live, ένα άλμπουμ -αναλαμπή από το παρελθόν- πλέον κλασικό, ένα μικρό διαμάντι γέννημα-θρέμμα καραντίνας και δυο νέες κυκλοφορίες για να μην λες ότι δεν σε βάζω μέσα στα πράγματα.
Alva Noto – Xerrox, Vol.5 (2024)
Να σου πω πάρα πολλά δεν γίνεται, αλλά αν θες περισσότερο εμπειρία παρά μουσική, πάρε το Xerrox, Vol.5. Εγώ θα σου πω ότι αξίζει να βρεθείς μαζί μου στο St. Paul Sessions 8, στις 22 Μαρτίου στο Ωδείο Αθηνών, αλλά να ακούσεις αυτόν τον δίσκο πρώτα για να καταλάβεις πού πας. Αν ο David Lynch έγραφε σήμερα το Twin Peaks, κάπου θα έβαζε μέσα το Xerrox, Vol. 5 του Alva Noto (κατά κόσμον Carsten Nicolai) αυτού του πραγματικά καταξιωμένου Γερμανού πρωτοπόρου της ηλεκτρονικής μουσικής (minimal, glitch) και εικαστικού, γνωστού για τη χρήση μαθηματικών δομών και cinematics (οπτικοποίηση ήχου), που σπούδασε αρχιτεκτονική πριν ασχοληθεί με την μουσική. Καθόλου τυχαία συνεργάτης των Ryuichi Sakamoto, Blixa Bargeld, Ryoji Ikeda, Iggy Pop ο Nicolai συχνά εξερευνά τη σχέση ήχου και εικόνας, δημιουργώντας εμπειρίες που καθιστούν τον ηλεκτρισμό ακουστό και ορατό. Το Xerrox, Vol. 5 αποτελεί το καλύτερο τέλος που θα μπορούσε να δώσει στη σειρά Xerox , κι αν θέλετε, πηγαίνετε προς τα πίσω να ακούσετε όλα τα άλμπουμ της σειράς που απλώνονται στις τελευταίες δυο δεκαετίες. Συνολικά, η σειρά αποτελεί ένα συναρπαστικό ταξίδι που ξεκινά με αφηρημένα και κάπως απόμακρα ηλεκτρονικά ηχοτοπία και σταδιακά μεταμορφώνεται σε μελαγχολικές και ευαίσθητες ενορχηστρώσεις, κατάλληλες για ορχηστρική απόδοση. Ένα απόλυτο αριστούργημα, εξαιρετικό κλείσιμο των Xerrox volumes, ambient μουσική για εσωτερική περιπλάνηση με διαστάσεις σύγχρονης κλασικής. Διακριτικά μελωδικό και εσωστρεφές, θυμίζει κάπου Brian Eno, ένα περίτεχνο και εξαιρετικά καλοδουλεμένο electro-drone ταξίδι, εμποτισμένο με μελαγχολία και την γλυκόπικρη ουσία του αποχαιρετισμού όχι μόνο στη σειρά, αλλά και στον Ryuichi Sakamoto.
Tortoise – Touch (2025)
Οι Tortoise είναι κάτι πολύ ωραίοι τύποι από το Σικάγο που επέστρεψαν και το έκαναν σωστά. 5 ζευγάρια δάκτυλα που τα τελευταία 40 χρόνια κινούνται εκτός των ειδών, ελεύθερα, κινηματογραφικά, αταξινόμητα παίρνουν ξανά τα όργανα του rock 'n' roll –κιθάρα, πλήκτρα και συνθεσάιζερ– και τα συναρμολογούν με νέους τρόπους. Τζαζ εξερεύνηση, avant-garde σύνθεση, αυτοσχεδιαστικός αυθορμητισμός, η γραμμικότητα του krautrock, στοιχεία noise, hip-hop ρυθμοί και ατμόσφαιρα soundtrack. 9 χρόνια μετά το The Catastrophist το Touch σηματοδοτεί την επιστροφή των post-rock πρωτοπόρων που διατηρούν τον πλούσιο, πολυσυλλεκτικό ήχο που συνδέει krautrock, jazz, dub, ambient και πειραματισμό, με τον John McEntire αυτή τη φορά στην παραγωγή να εξασφαλίζει καθαρότητα και βάθος, με ηλεκτρονικές πινελιές (άκου το "Elka") και την αισθητική των Tortoise. Παρά το γεγονός ότι τα μέλη είναι διασκορπισμένα (Σικάγο, Λος Άντζελες, Πόρτλαντ), το άλμπουμ καταφέρνει να ακούγεται ενιαίο και να ανανεώνει την ταυτότητά τους. Τεχνική αρτιότητα και φρέσκια παραγωγή, το Touch σου θυμίζει πόσο διασκεδαστικοί είναι οι Tortoise, πόσο σοβαρά αντιμετωπίζουν την μουσική τους και πώς καταφέρνει μια μπάντα να επαναβεβαιώνει τα ιδανικά που την ενέπνευσαν εξαρχής.
Chumbawamba – Anarchy (1994)
Όταν το 1994 κυκλοφόρησε το Anarchy βρεθήκαμε όλοι μπροστά σε μια βρετανική μπάντα από το Leeds με τον πιο δριμύ πολιτικο λόγο και την πρέπουσα αναρχία για την εποχή που ήδη γνωρίζαμε από το σαγηνευτικό ντεμπούτο της το 1986. 8 χρόνια από αυτό γλύκαναν τις μελωδίες, κράτησαν τις πολυφωνίες και διατηρώντας τον πανκ ήχο τους με διάσπαρτη φολκ, ποπ και πολιτικό spoken word δημιούργησαν το “Anarchy”, ένα από τα πιο ωμά και πολιτικά φορτισμένα άλμπουμ της μπάντας, -πολύ πριν γίνουν παγκοσμίως γνωστοί με το "Tubthumping". Με ήχο πιο “καθαρό” σε σχέση με τις πρώτες, πιο lo-fi δουλειές τους, αλλά με την γνωστή συλλογική, σχεδόν χορωδιακή αισθητική τους, τις εναλλαγές ανδρικών και γυναικείων φωνητικών την ένταση και τη θεατρικότητα μίλησαν για τον καπιταλισμό, τη θρησκεία, την κοινωνική αδικία, την αστυνομική βία, τον φασισμό. Αμεσοι, σαρκαστικοί και συχνά διδακτικοί με την αντισυμβατική του στάση και τους έντονα πολιτικοποιημένους στίχους, λογοκρίθηκαν στο άλμπουμ αυτό ακόμα και για το εξώφυλλο κι έτσι πλέον στις ψηφιακές πλατφόρμες θα βρεις αντί για το κεφάλι του μωρού που βγαίνει με τον παραδοσιακό τρόπο από έναν κόλπο, ένα εξώφυλλο με κόκκινα τριαντάφυλλα. Είναι αυτοί που παρά το γεγονός ότι επικρίθηκαν από την punk κοινότητα όταν υπέγραψαν με τη μεγάλη δισκογραφική EMI, χρησιμοποίησαν τα χρήματα από την επιτυχία τους για να υποστηρίξουν ακτιβιστικές ομάδες, ακόμη και δωρίζοντας χρήματα που έλαβαν από διαφημίσεις (π.χ. General Motors) σε κοινωνικούς σκοπούς, ήξεραν ύστερα από 30 χρόνια (1982-2012) να βάλουν τελεία και πάντα θα θυμόμαστε ως προπομπούς του δυστοπικού παρόντος που ζούμε, καθώς από το 1986 φώναζαν “Pictures of starving children sell records”.
Hen Oggled – DiscombobuIated (2026)
Ο Richard Dawson συναντά την παρέα του, ενώνουν τη σκανταλιάρική ενέργειά τους σε ένα project που ακούει στο όνομα Hen Ogledd και συλλέγοντας τα πιο ιδιαίτερα χαρακτηριστικά από μακρινά και ετερόκλητα είδη δημιουργούν την πιο διαγαλαξιακά «πειραγμένη» synthpop που κυκλοφορεί. Η συνέχεια του Free Humans (2020) εκτείνεται από post-punk οδύσσειες μέχρι επικά folk τραγούδια και ambient νανουρίσματα με spoken-word ερμηνείες από συνεργάτες, όπως η Matana Roberts. Κάτω από τις ψυχεδελικές εξάρσεις διακρίνονται υπόγεια ρεύματα πολιτικού σχολιασμού, συντεθειμένα σε αντίθεση με μια εποχή γεμάτη «σαβούρα» τεχνητής νοημοσύνης και ψηφιακή χειραγώγηση, εκτεταμένης «κυριαρχίας και κατάχρησης της γλώσσας για κακόβουλους σκοπούς», όπως το θέτει ο Dawson. Το άλμπουμ, λέει, «δεν πολεμά τη φωτιά με φωτιά, αλλά τη φωτιά με γλίτσα ή ίσως με ένα λεπτό ψέκασμα. Όμως, πέρα από τα συνθήματα που θυμίζουν πλακάτ διαδήλωσης, υπάρχει και μια φαντασιακή, ειδυλλιακή αφήγηση της υπαίθρου: για ένα πιστό άλογο ονόματι Κλάρα, για μια συνάντηση πνευμάτων σε μια λιμνούλα μύλου στο επιβλητικό, εικοσάλεπτο κομμάτι Clear Pools, και για το ψυχεδελικό, ζοφερό όραμα του Land of the Dead, το τελευταίο μέσα στην υπέροχη ουαλική ποίηση του Davies. “Είναι σαν να χρησιμοποιείς έναν φακό κάμερας που μερικές φορές κάνει τα πράγματα υπερβολικά ευκρινή και μετά ξαφνικά τα βγάζει τελείως εκτός εστίασης”. Το Discombobulated των Hen Ogledd αποτελεί ένα από τα πιο αλλόκοτα και ευρηματικά άλμπουμ της πρόσφατης βρετανικής experimental σκηνής με συνθέσεις που μοιάζουν σκόπιμα “αποσυντονισμένες” -όπως υποδηλώνει και ο τίτλος- και μια συνεχή αίσθηση μετατόπισης. Δεν πρόκειται για ευθύ πολιτικό μανιφέστο, αλλά για αλληγορική, συχνά σουρεαλιστική κριτική. Το Discombobulated ισορροπεί ανάμεσα σε χιούμορ και πειραματική pop με πολιτικό υπόβαθρο και απρόβλεπτη δομή, υποστηρίζει πως ένας συνδυασμός φαντασίας και ρεαλισμού μπορεί να προσφέρει έναν καλύτερο τρόπο ζωής και αναμφισβήτητα αποτελεί μία από τις πιο ενδιαφέρουσες προτάσεις της χρονιάς.
Veslemes – Apolithoma (2021)
Ψυχεδελικά hi-tech ηχοτοπία που στάζουν συνθεσάιζερ και μια νωχελική τζαζ διάθεση, μουσική που μπορεί να ντύσει ένα κυβερνοπάνκ φιλμ νουάρ, λοξό acid-pop-funk από τον Γιάννη Βεσλεμέ που με το δαιδαλώδες του ντεμπούτο στην Invisible Inc. καταφέρνει και μας βάζει στα άδυτα της ψυχής του με θεματικές εμπνευσμένες από τη δυστοπική επιστημονική φαντασία των έργων του J.G. Ballard, The Drowned World και The Crystal World: δύο μυθιστορήματα ανατριχιαστικά προφητικά στα οράματά τους για μια διαφορετική Γη, πάνω από την οποία ένας διογκωμένος, εκτυφλωτικός ήλιος καθιστά τη ζωή όπως τη γνωρίζουμε υποφερτή μόνο για λίγες ώρες γύρω από την αυγή και το σούρουπο. Η στάθμη της θάλασσας έχει ανέβει και οι πόλεις που δεν έχουν κατακλυστεί ολοκληρωτικά είναι κατάφυτες από νέα είδη χλωρίδας που προσαρμόζονται σε αυτό το καινούριο και εχθρικό περιβάλλον. Σε πιο απομακρυσμένες τοποθεσίες, οι πυκνές ζούγκλες και τα δάση εμφανίζουν σημάδια μιας παράξενης κρυσταλλοποίησης. Ολόκληρες εκτάσεις ζούγκλας έχουν απολιθωθεί, ασβεστοποιηθεί, κρυσταλλωθεί, μαζί και η πανίδα, ενώ κυκλοφορούν φήμες πως ακόμη και οι αγνοούμενοι εξερευνητές έχουν οι ίδιοι κρυσταλλωθεί. Μια αλληγορία για την εποχή μας, ένα άλμπουμ εξίσου περιπετειώδες μουσικά, όσο και εννοιολογικά. Εκεί όπου στην επιφάνεια έχουμε ιστορίες με θέμα έναν εξωτερικό δυστοπικό κόσμο, η μουσική -όπως τα ανερχόμενα νερά της πλημμύρας- μάς προσφέρει έναν φακό μέσα από τον οποίο μπορούμε να παρατηρήσουμε τον εσωτερικό κόσμο: από τη μία ένα παραμορφωτικό πρίσμα για ό,τι ελλοχεύει στο βάθος, και ταυτόχρονα μια τέλεια αντανάκλαση της ψυχής. Πότε σκοτεινό, πότε παιγνιώδες, απροκάλυπτα ψυχεδελικό και μυστηριώδες, το άλμπουμ αυτό, μέσα από τις έντονα διαφορετικές μουσικές του κατευθύνσεις, συλλαμβάνει μια ατμόσφαιρα που είναι τόσο βαθιά και μυσταγωγική, όσο και μοναδική. Σαξόφωνο, κλαρινέτο, βιμπράφωνο, όμποε, κιθάρες και άλλα όργανα που σπάνια συναντά κανείς σε σύμπραξη με ηλεκτρονική μουσική, και μια συλλογή τραγουδιών που συγκαταλέγεται ανάμεσα στις κορυφαίες κυκλοφορίες των τελευταίων χρόνων. O Γιάννης Βεσλεμές ημέρες καραντίνας γράφει ένα αριστούργημα.






