Μέσα σε μόλις έξι χρόνια, οι Αμερικάνοι Lamp of Murmuur κατάφεραν κάτι που άλλες μπάντες χρειάζονται καριέρα δεκαετιών για να πλησιάσουν. Δεκαπέντε κυκλοφορίες, από demos και splits μέχρι ολοκληρωμένα άλμπουμ, όλες με ξεκάθαρη ταυτότητα και διαρκή εξέλιξη σε όλα τα επίπεδα. Το project του Μ. λειτουργεί με ρυθμό Ύδρας, γιατί αν ήσουν στη φάση γύρω στο 2019 και άκουγες κάποιο demo του, η πιθανότητα να φυτρώσουν δύο ακόμα στη θέση του ήταν τεράστια. H ανωνυμία του δημιουργού ήταν επιτηδευμένη, και λειτούργησε σίγουρα θετικά αφήνωντας το μυστήριο να πλανάται γύρω από τον μαέστρο αυτής της σκοτεινης ρομαντικής μυσταγωγίας. Ο Μ. λοιπόν ή αλλιώς ο "The Mythical Archduke of all Rebellion, glory to thee", το πιο over the top alias όλων των εποχών, που αν δεν το χρησιμοποιήσω ως BBEG στο D&D campaign μου, θα πρόκειται για εγκληματική σπατάλη υλικού, έχει καταφέρει μέσα σε σύντομο χρονικό πλαίσιο να ανελιχθεί από το tape-trading underground φαινόμενο σε μία από τις ισχρότερες και πιο ελπιδοφόρες δυνάμεις σε ολόκληρο το black metal.
Thunder Vigil and Ecstasy (2019)
Το Thunder Vigil and Ecstasy είναι ένα από εκείνα τα φαντάσματα της πρώτης φάσης των Lamp of Murmuur καθώς μοιάζει να χάθηκε μέσα στον θόρυβο της υπερπαραγωγικότητας και μέσα στην έκρηξη που δημιούργησε ο διάδοχός του. Το πρώτο ουσιαστικά demo του M, μια κυκλοφορία που λειτουργεί περισσότερο σαν τελετουργικό προσχέδιο παρά σαν ολοκληρωμένη δουλειά. Προσωπικά θεωρώ πως αυτή η αφάνεια το αδικεί σε τεράστιο βαθμό. Στο πρώτο πόνημα των Lamp of Murmuur ακούμε έναν ήχο ωμό, ασκητικό και βαθιά βουτηγμένο στο raw black metal των demo tapes των 90s. Τίποτα δεν το διαχωρίζει από το 1991, τόσο σε συνθετικό επίπεδο, όσο σε αισθητική και παραγωγή. Είναι αρκετά lo-fi ώστε να γίνει σήμα κατατεθέν, μις που ακούγεται σαν να έχει ένα ηχητικό νέφος να διαχέεται από πάνω του, όμως με αρκετές ιδέες και φανταστικές κιθάρες ώστε να μου αφήνει μια γλυκιά γεύση. Το συγκρίνω αρκετά με το Nattens Madrigal των Ulver, αν και δεν φτάνει στο σημείο να μου τρυπάνε τα αυτιά τα πρίμα. Είναι ένα demo που κοιτάζει περισσότερο προς τα σκοτεινά υπόγεια του πρωτόλειου Σκανδιναβικού και του raw black metal παρά προς τον ρομαντισμό που θα ακολουθήσει, και ίσως γι’ αυτό συχνά παραβλέπεται. Αν το δούμε όμως αναδρομικά, είναι η πρώτη σπίθα που άναψε μια από τις ισχυρότερες φλογες του σύγχρονου black metal.
Melancholy Howls in Ceremonial Penitence (2019)
Εδώ βρίσκεται το σημείο όπου οι Lamp of Murmuur κάνουν τα πρώτα βήματα της υπέρβασης από «απλά ένα raw black metal project» και αρχίζουν να αποκτούν αναγνωρίσιμη ταυτότητα. Η πρώτη τους δουλειά που άκουσα όταν κυκλοφόρησε, και από τότε κέρδισαν έναν πιστό οπαδό μέχρι και σήμερα. Η αισθητική εδώ παραμένει παρόμοια με τον προκάτοχό του, όμως εμπλουτίζεται με περισσότερη ατμόσφαιρα και μελαγχολικές μελωδίες. Όλα τα στοιχεία του δίσκου λειτουργούν σε απόλυτη αρμονία ώστε να τοποθετήσουν το Melancholy Howls in Ceremonial Penitence απευθείας στη δισκοθήκη μου, στη θέση με τους αγαπημένους μου δίσκους. Από το βαμπιρικό πορφυρόμαυρο εξώφυλλο, μέχρι την κιθαριστική επίθεση από τα πρώτα δεύτερα του "Chalice of Oniric Perversions", οι Lamp of Murmuur παραδίδουν ένα κόσμημα του σύγχρονου "παλιακού" black metal. Τα φωνητικά παραμένουν θαμμένα, σαν πνιχτά ουρλιαχτά και κραυγές λύκων που ακούγονται πίσω από πέτρινα τείχη, ενώ η παραγωγή αν και συνεχίζει να είναι καθ'όλα lo-fi, δείχνει μεγαλύτερη επίγνωση χώρου ανεβάζοντας τις κιθάρες αρκετά πιο ψηλά στη μίξη. Δεν έχω λόγια για να περιγράψω αυτό που δημιουργεί στο κεφάλι μου το break του, εκεί που η ταχύτητα πέφτει πριν ο ρυθμός αλλάξει και πάλι. Το ίδιο ισχύει και με το μελωδικό riff στο κλείσιμο του "Harbinger of Blasphemies to Come". Έρωτας με την πρώτη ακρόαση. To "Vertikal Horrors" είναι άλλο ένα masterpiece αυτής της πρώτης ωμής περιόδου, με τα riffs να έχουν τον πρώτο και κύριο ρόλο, που αν και χαμένα μέσα στον ηχητικό όχλο, καταφέρνουν να λάμψουν από την ποιότητά τους. Συνολικά ο δίσκος τους στον οποίο έχω επιστρέψει περισσότερο. Δεν ξέρω αν είναι λόγω της νοσταλγίας της πρώτης φοράς ή αν όντως έκαναν κάτι τόσο μοναδικό εδώ, όμως το Melancholy Howls in Ceremonial Penitence γρατζουνάει την ψυχή μου και μου δημιουργεί έναν παγωμένο κόμπο στο στομάχι. Μια υπερβατική εμπειρία.
The Burning Spears Of Crimson Agony (2020)
Προσπερνώ το Chasing the Path of the Hidden Master, το οποίο κινείται σε πιο νευρώδη, πιο επιθετική κατεύθυνση, με έντονα blasts και αρκετά πιο ανήσυχη ροή, γιατί θεωρώ πως το The Burning Spears Of Crimson Agony είναι το one demo to rule them all, και πιθανότατα το απόλυτο peak των Lamp of Murmuur, τουλάχιστον όσον αφορά αυτόν τον βαμπιρικό ωμό black metal ήχο. Σε μια περίοδο όπου οι Lamp of Murmuur λειτουργούσαν ακόμη καθαρά ως "ιντερνετικό φαινόμενο" του βαθέως underground, με διαδοχικές κασέτες και περιορισμένες εκδόσεις που άλλαζαν χέρια με ταχύτητα μέσα σε tape–trading κύκλους λαμβάνοντας δυσθεώρητη υπεραξία, το The Burning Spears Of Crimson Agony έρχεται να κλείσει αυτόν τον πρώτο κύκλο. To Part I του περίπου ομότιτλου κομματιού έρχεται με μια ακόμα κιθαριστική επίθεση, από εκείνες που έχουν γίνει δεύτερη φύση μέσα στον ούτε ένα χρόνο δισκογραφικής παρουσίας του project. Αντί για τα συνηθισμένα μοτίβα όμως μπορούμε να παρατηρήσουμε μια τάση προς αρκετά πιο εύπεπτους ρυθμούς και σε σημεία υπέρμετρα catchy γκρούβες. Στο δεύτερο μισό βέβαια το σκηνικό αλλάζει απότομα. Από την ωμή ταχύτητα και τα στρώματα από πολλαπλά riffs το ένα μετά το άλλο, το βάρος μετατοπίζεται. Το σύντομο dark synth ιντερλούδιο "Meditating in the Poisonmists" όπως και το Part II του "A Burning Spear to the Heart of Dawn" χτίζουν ένα ηχόχρωμα που βασίζεται στη σταδιακή οικοδόμηση ατμόσφαιρας. Η ταχύτητα υπάρχει, αλλά δεν αποτελεί αυτοσκοπό, οι κιθάρες είναι μονάχα ένα όχημα γύρω από το οποίο οικοδομείται κάτι πολύ βαθύτερο από τις αρχικές του πρωτόγονες συνθέσεις. Οι αρμονίες κινούνται σε μινόρε κλίμακες με έμφαση στη δραματουργία. Αν τα πρώτα demo μου θυμίζουν Νορβηγία, η ηχητική ταυτότητα του The Burning Spears Of Crimson Agony με παραπέμπει αρκετά πιο έντονα στη γαλλική και πολωνική σχολή της ίδιας δεκαετίας.
Heir of Ecliptical Romanticism (2020)
Ο πρώτος ουσιαστικά ολοκληρωμένος δίσκος έρχεται το 2020 και ακούει στο όνομα Heir of Ecliptical Romanticism. Στα μάτια μου είναι το σημείο όπου το project παύει να λειτουργεί ως συρραφή demo ιδεών και αποκτά πλήρη αισθητική αυτογνωσία. Αυτός που ουσιαστικά σφράγισε τους Lamp of Murmuur ως πάγια δύναμη στο underground, παρά την επιμονή τους σε independent κυκλοφορίες. Μουσικά, ο δίσκος πατά πάνω στη raw black metal βάση των demo, όμως τη μετασχηματίζει σε κάτι πιο μελωδικό και δραματουργικά οργανωμένο αριστοτεχνικά. Ο ήχος είναι καθαρότερος, μα μονάχα στα σημεία έτσι ώστε το σύνολο να είναι πιο ευανάγνωστο. Η προσθήκη των πλήκτρων και των synths είναι κομβική για την εισαγωγή αυτής της... ρομαντικής μελωδίας που αγκαλιάζει σαν πέπλο ολόκληρο το δίσκο. Είναι διακριτική η παρουσία της, αλλά επίμονη και σε υποχρεώνει να παραμείνει σε αυτόν τον συναισθηματικό χώρο. Δεν υπάρχει εδώ η μισανθρωπική οργή του παραδοσιακού black metal, μοιάζει να κινείται περισσότερο στον άξονα της νοσταλγίας και σε έναν κόσμο σκληρό,καταδικασμένο και nocturnal. Ένα θέμα που είναι πολύ συχνό στα περισσότερα vampiric black metal, ένα είδος που μου φαίνεται αστείο και μόνο που ονοματίζεται, όμως έχει πραγματικά πολύ χαρακτηριστικό χρώμα και υφολογία.
Submission and Slavery (2021)
Το Submission and Slavery κυκλοφορεί σε μια κομβική στιγμή για τους Lamp of Murmuur, όταν το project έχει ήδη καθιερωθεί στο underground χάρη στο Heir of Ecliptical Romanticism, αλλά δεν έχει ακόμη παγιώσει πλήρως τη συναισθηματική του γλώσσα. Σε αυτόν τον δίσκο, η μετατόπιση δεν αφορά τόσο τη φόρμα του black metal όσο το συναισθηματικό και αισθητικό του κέντρο βάρους. Ο ήχος αποκτά ξεκάθαρα gothic, post-punk και darkwave χαρακτηριστικά, ως το 100% δομικό στοιχείο της σύνθεσης. Φυσικά το homage του εξωφύλλου στο κλασσικό πλέον Floodlands των Sisters of Mercy είναι προφανέστατο, και έρχεται ως προάγγελος της ηχητικής κατεύθυνσης. Ο δίσκος ανοίγει την αυλαία με το μεγαλύτερο κομμάτι, το 11λεπτο έπος "Reduced To Submission And Slavery", του οποίου οι πρώτες νότες φέρουν τον γνώριμο Lamp of Murmuur ήχο και δεν θα ήταν δύσκολο να νομίζει κανείς πως κινούμαστε στην ίδια κατεύθυνση με τους προκατόχους του. Γρήγορα όμως το σκηνικό αλλάζει, με ένα φωτεινό κιθαστικό passage και το κλασσικό post-punk beat να πιάνουν κάθε έναν από εμάς που το ακούσαμε για πρώτη φορά το 2021 προ εκπλήξεως. Είναι φοβερό το πως μονάχα μερικά δευτερόλεπτα, στο κατά τα άλλα αποκλειστικά black metal 11λεπτο κομμάτι ήταν αρκετά ώστε να ψάχνω αυτούς τους ήχους ξανά και ξανά μέσα στο δίσκο. Αισίως επανεμφανίζονται στο "Dominatrix Call", το ίσως καλύτερο παράδειγμα αυτού του νέου ήχου που δημιούργησαν οι Lamp of Murmuur και δυστυχώς άφησαν σχεδόν ανεξερεύνητο. Μια διεστραμμένη εκδοχή των The Cure, τυλιγμένη σε ένα μαύρο, σαδιστικό ρομαντικό πέπλο. Ο ρυθμός ακολουθεί την ίδια κατεύθυνση. Χαμηλότερη ταχύτητα, περισσότερη μελωδία να αγκαλίαζει τους ζοφερούς mid-tempo ρυθμούς. Το black metal παραμένει το βασικό όχημα, όμως η ένταση δεν εκφράζεται μέσω διαρκούς επιθετικότητας, αλλά μέσω μιας σταθερής ασφυκτικής παρουσίας που φέρνει πιο έντονα την αίσθηση της νυχτερινής αστικής παρακμής παρά της αποκρυφιστικής μυσταγωγίας των προηγούμενων κυκλοφοριών. Η ατμόσφαιρα είναι πιο σκοτεινή με έναν τρόπο σχεδόν αισθησιακό. Μου αρέσει πολύ το γεγονός πως τα φωνητικά εδώ είναι ανεβασμένα στο μιξ, κάτι που εξυπηρετεί το είδος άψογα. Το "Deformed Erotic Visage" έρχεται ως κάτι ενδιάμεσο, σε ένα showcase από riffs, ταχύτατα blasts αλλά και μελαγχολικά leads πίσω από upbeat ρυθμούς. Αυτή η σκοτεινή διάθεση διατηρείται αμετάβλητη από την αρχή μέχρι το τέλος. Παρά τον σχετικά πιο προσβάσιμο κατά κάποιο τρόπο ήχο που φέρνουν οι gothic και post-punk αναζητήσεις, με έναν ιδιόμορφο τρόπο θα έλεγα πως το Submission and Slavery είναι το πιο κλειστοφοβικό και εσωστρεφές άλμπουμ των Lamp of Murmuur. Λειτουργεί σαν ένα ατμοσφαιρικό ταξίδι μέσα στο μαύρο της νύχτας. Μέσα από αυτόν τον δίσκο, οι LoM διευρύνουν σίγουρα το εκφραστικό τους εύρος και προετοιμάζουν το έδαφος για την πιο σίγουρη, επιβλητική φάση που θα ακολουθήσει. Ελπίζω κάποια στιγμή να επανέρθουν με μια πλήρη κυκλοφορία σε αυτόν τον ήχο.
Saturnian Bloodstorm (2023)
Το Saturnian Bloodstorm είναι ο δίσκος όπου οι Lamp of Murmuur αποφασίζουν να κοιτάξουν ευθεία προς τον βορρά και να παίξουν black metal με τη βεβαιότητα ανθρώπων που έχουν λιώσει το At the Heart of Winter σε βαθμό ανησυχητικό. Από τα πρώτα δευτερόλεπτα του "Conqueror Beyond The Frenzied Fog" ερχόμαστε αντιμέτωποι με τα χαρακτηριστικά κοφτά riffs θυμίζοντας αυτήν την παγωμένη, πολεμική αίσθηση. Η σκιά των Immortal διαπερνά κάθε riff, πολλά από τα καθαρά passages και σε ένα βαθμό τα φωνητικά του Μ., τα οποία εδώ είναι σαν μίξη του Abbath, των Inquisition και ενός αρχαίου δαίμονα με φαρυγγίτιδα. Σε όλη τη διάρκεια του δίσκου τα riffs μπαίνουν μπροστά, έχουν καθαρά κινητικό ρόλο. Είναι κοφτά, ρυθμικά τονισμένα και σχεδιασμένα για να προωθούν τη σύνθεση προς τα εμπρός με την ατμόσφαιρα να υπηρετεί τις κιθάρες, και όχι το ανάποδο. Αντίστοιχα η παραγωγή είναι καθαρή και ογκώδης, και τα τύμπανα χτυπούν με τρόπο που θυμίζει στρατιωτική άσκηση σε παγετώνα. Το αποτέλεσμα είναι ένας ήχος συμπαγής και επιβλητικός. Σε αντίθεση με τον πιο εσωστρεφή χαρακτήρα του Heir of Ecliptical Romanticism και τη gothic στατικότητα του Submission and Slavery, εδώ κυριαρχεί ένας ήχος όπου τόσο οι κιθάρες όσο και τα marching τύμπανα δημιουργουν μια επική και σχεδόν πολεμική αίσθηση, σε μια σωματικότητα που απουσίαζε σε μεγάλο βαθμό από τον πιο ονειρικό χαρακτήρα των προηγούμενων άλμπουμ. Παρά όμως την έντονη Immortal επιρροή, οι Lamp of Murmuur δεν εγκαταλείπουν πλήρως τη σκοτεινή, δραματική χροιά, η οποία επιβιώνει μέσα από τις χαραμάδες, με χαρακτηριστικό παράδειγμα τα μέσα του "Hymns of Death, Rays of Might" πριν χαθεί ξανά σε μία δίνη από φρενήρη riffs που συνεχίζονται σε όλη τη διάρκεια του "Seal of the Dominator", του απόλυτου single του δίσκου. Σε περίπτωση που έμειναν αμφιβολίες σε κάποιον για την βασική έμπνευση του δίσκου, έρχονται με μία άμεση αναφορά στους Νορβηγούς στο "In Communion With the Wintermoon" να επιβεβαιώσουν αυτήν την συνειδητή υιοθέτηση αισθητικής που φιλτράρεται μέσα από τη σκοτεινή, ρομαντική ταυτότητα της μπάντας. Μπορώ να καταλάβω εν μέρει τις αρνητικές αντιδράσεις από το όχι-και-τόσο original στυλ του δίσκου. Οι Lamp of Murmuur μας είχαν συνηθίσει, αν όχι σε μια πρωτοπόρα συνθετική κατεύθυνση, τουλάχιστον σε μια πλήρως αναγνωρίσιμη αισθητική ταυτότητα. Εδώ πράγματι φαίνεται να θυσιάζεται ένα σημαντικό μέρος της στον βωμό του ατέρμονου παγετώνα του Blashyrkh. Προσωπικά βλέπω το Saturnian Bloodstorm ως σημείο καμπής. Δεν θεωρώ πως υπήρχε καμία αρνητική πρόθεση, ούτε σημαντικές εκπτώσεις. Το στοίχημα κερδίθηκε από την στιγμή που ο δίσκος περιέχει σχεδόν όσα riffs όσα και λεπτά. Περιττό να ομολογήσω πως με άλλο όνομα ο δίσκος αυτός θα ήταν (όπως και είναι) ένα από τα καλύτερα black metal άλμπουμ του 2023. Το bottom line είναι ένα άλμπουμ συμπαγές, επιθετικό και ειλικρινές και μια ζωντανή απόδειξη πως οι Lamp of Murmuur μπορούν να γράψουν επικό, riff-driven "καθαρό" black metal χωρίς να χάσουν εντελώς τον χαρακτήρα τους. Και το κάνουν με τέτοια αυτοπεποίθηση ώστε, αν οι Immortal (ή ο Abbath) είχαν τμήμα ανθρώπινου δυναμικού, θα έπρεπε τουλάχιστον να στείλουν ένα email αναγνώρισης ή στην καλύτερη να τους προσλάβουν ως ghostwriters για τον επόμενο δίσκο τους.
The Dreaming Prince in Ecstasy (2025)
Έχω ήδη μιλήσει πρόσφατα για το The Dreaming Prince in Ecstasy, και οι σκέψεις μου ευτυχώς παραμένουν όσο διθυραμβικές όσο και την πρώτη φορά που τις οργάνωσα μετατρέποντάς τες σε λέξεις. Αυτός ο δίσκος αποτελεί τον πρώτο πλήρως δικό τους ήχο, αποκομμένο από τις πιο εμφανείς επιρροές, αλλά ταυτόχρονα θεμελιωμένο πάνω σε όσα τους έκαναν ξεχωριστούς.Από συνθετική άποψη, πιάνει το νήμα από το Saturnian Bloodstorm, αλλά το τραβά σε μια εντελώς νέα κατεύθυνση. Εδώ το late-90s black metal λειτουργεί ως θεμέλιο πάνω στο οποίο ο M. χτίζει κάτι πολύ πιο πομπώδες και μεγαλεπήβολο. Το υλικό είναι υγρό, ονειρικό, σχεδόν ερωτικό μέσα στη δαιμονικότητά του. Είναι σαν να έχει πάρει όλα τα συστατικά που αγαπήσαμε. Την πάχνη και την κιθαριστικότητα των Immortal, τον ρομαντισμό των gothic επιρροών, την υπερδιέγερση των πρώτων κυκλοφοριών και να τα έχει μετατρέψει μαζί με τρία τσουβάλια επιρροές ακόμα σε ένα μοναδικό ύφος, στιβαρό και πλέον απόλυτα αναγνωρίσιμο. Το "The Fires of Seduction" ανοίγει τον δίσκο με μια σύντομη και αργή συμφωνική εισαγωγή, τον ρυθμό της οποίας παίρνει το "Forest of Hallucinations" και την μετατρέπει σε κιθαριστική. Ο δίσκος ξεκινά με το βασικό riff να παίζει με πλήκτρα να το αγκαλιάζουν και το πρώτο πράγμα που σκέφτομαι είναι το πόσο καταπληκτικό ήχο έχει. Επαρκέστατος όγκος, αλλά κυρίως τρομερή ευκρίνεια μεταξύ όλων των επιμέρους στοιχείων. Ο ήχος της κιθάρας είναι καθαρός και κοφτερός, τα συμφωνικά στοιχεία είναι επιβλητικά, τα φωνητικά σαν δαιμονικές κραυγές πόνου με μοναδικό μικρό ψεγάδι τα τύμπανα που αν και στιβαρά ακούγενται σχετικά χαμηλά. Εδώ οι Lamp of Murmuur θυμίζουν ένα πιο μελαγχολικό, ατμοσφαιρικό black metal. Είναι ίσως το πιο κοντινό στο Saturnian, όπως με πολύ εντονότερη την grandiose συμφωνική πλευρά. Με το "Hategate" φέρνουν ένα πάντρεμα του παλιού με το νέο. Έχουμε μεν τον καταστροφικό συνδιασμό των ακραίων blastbeats με riffολογία δεύτερου κύματος, που όμως διαφοροποιούνται όσον αφορά την συνολική δομή. Είναι πιο απλωμένο συνθετικά και στα 7 λεπτά του είναι ένα καταπληκτικό black metal τραγούδι με ένα συμφωνικό twist για κερασάκι στο κλείσιμο. Το "Reincarnation of a Witch" συυνεχίζει με ένα ακόμα εξ ολοκλήρου riff-driven black metal πανδαιμόνιο. Βίαιο, παγωμένο χωρίς να κάνει καμία έκπτωση ούτε στην ταχύτητα ούτε και στον όγκο της πληροφορίας, με ελάχιστες μελωδίες στο δεύτερο μισό για το σπάσιμο του πάγου που το ίδιο εξαπέλυσε. Αυτή η συνειδητή μελωδική εναλλαγή μου δίνει την εντύπωση μιας μπάντας που κάνει ξεκάθαρο το πόσο δεν φοβάται να φλερτάρει με πολλές εκδοχές του ακραίου και μη φάσματος. Μετά από ένα καθαρό ιντερλούδιο με γλυκούς κιθαριστικούς ρυθμούς και synths, σειρά έχει το "Moondance". Το πρώτο μέρος της τριλογίας "The Dreaming Prince in Ecstasy". Και εδώ είναι που βλέπουμε για πρώτη φορά αυτήν την ολική μεταμόρφωση. Δεν είναι πλέον καθαρό black metal. Είναι παράλληλα heavy, είναι epic, είναι post-punk και gothic και ό,τι άλλο μπορεί να δημιουργήσει ένας σκοτεινός νους. Τα καθαρά φωνητικά και η καταπληκτική αλληλουχία από leads που τα ακολουθεί είναι άλλη μια ευχάριστη νότα φωτός μέσα στον ζόφο και ένα κλείσιμο βγαλμένο από το φάντασμα της όπερας. Οι Lamp of Murmuur δημιουργούν εδώ ένα ονειρικό ηχοτοπίο που δεν μοιάζει με κανέναν. Είναι Lamp of Murmuur. Το "Twillight Orgasm", το δεύτερο μέρος της τριλογίας αλλάζει ξανά ύφος, με πιο νοσταλγικές και μελωδικές γραμμές, καθαρά φωνητικά σε όλη τη διάρκεια και μια παντελώς post-punk αισθητική. Είναι σα να ξεγλιστράς μέσα σε ένα όνειρο για 6 λεπτά, πριν γίνει η επόμενη στροφή. Το τρίτο μέρος, με τίτλο "The Fall" είναι και αυτό που με μπέρδεψε περισσότερο. Αν μπορούσα να το βάλω σε καλούπια, θα έλεγα πως είναι "Blind Guardian turned Immortal". Έχει μια επική και φαντασιακή αίσθηση, layered καθαρά φωνητικά πίσω από το ενοχλητικά catchy refrain, και μια θεατρικότητα που δεν είχαμε ξαναδεί στις προηγούμενες δουλειές τους. Εδώ φαίνεται ξεκάθαρα η πρόθεση πως τα πλήκτρα και η ατμόσφαιρα έρχονται να λειτουργήσουν σε πλήρη εναρμόνιση με τις κιθάρες. Το "A Brute Angel's Sorrow", το κλείσιμο του άλμπουμ είναι ίσως το πιο τολμηρό δείγμα της νέας τους ταυτότητας. Είναι αποκλειστικά ακουστικό gothic-rock με eerie μελωδικά φωνητικά και μια αίσθηση τελικής κάθαρσης μέσα από μελαγχολία και θλίψη. Αναμφίβολα ένα τραγούδι που δεν θα μπορούσα να φανταστώ στην πρώτη περίοδο των Lamp of Murmuur. Αυτό που γίνεται με το The Dreaming Prince in Ecstasy είναι σχεδόν μοναδικό. Κάθε τραγούδι και μια καινούργια ταυτότητα. κάθε κομμάτι είναι ένα νέο πείραμα. Δεν μιλάμε πλέον απλά για ηχητική ποικιλομορφία μεταξύ των δίσκων, αλλά και μεταξύ όλων των κομματιών του ίδιου του δίσκου όπου κάθε ένα είναι ευκαιρία να επαναπροσδιοριστεί η ταυτότητα τους. Από το ambient / horror εισαγωγικό “Fires of Seduction”, μέχρι το gothic-post-punk “A Brute Angel’s Sorrow”, δεν υπάρχει στιγμή που να θυμίζει με βεβαιότητα κάτι από το παρελθόν τους και αυτό είναι το πιο συναρπαστικό. Ίσως ο καλύτερος δίσκος τους ως τώρα. Αν κάποιος αναρωτιέται τι σημαίνει «μεταμόρφωση» στο black metal, στείλτε του το The Dreaming Prince in Ecstasy.
Αυτή η πορεία, από τα υπόγεια demos μέχρι τη μεγαλοπρέπεια του The Dreaming Prince in Ecstasy, θα αποκτήσει σάρκα και οστά στην Αθήνα την Κυριακή 8 Μαρτίου, όταν οι Lamp of Murmuur ανέβουν ζωντανά στη σκηνή του An. Μαζί τους θα εμφανιστούν οι Θλίψις, μια από τις καλύτερες ανερχόμενες μπάντες στο εγχώριο black metal αλλά και η μεγάλη έκπληξη της βραδιάς, που δεν είναι άλλη από τους εκπληκτικούς Dodsrit, που μετά την σαρωτική τους εμφάνιση τον Νοέμβριο θα επιστρέψουν στον τόπο του εγκλήματος ως special guests.







