Σαν άνοιξη που έφτασε νωρίς αλλά ξέχασε να φέρει το φως μαζί της, υγρό χώμα, ανθη που τρέμουν κρύο, αέρας που μυρίζει αναγέννηση και φθορά μαζί. Το Amaro σε τυλίγει από την πρώτη στιγμή του, σαν τελετή πένθους που τελείται μέσα σε ανθισμένο τοπίο. Η τρίτη δουλειά των Καναδών Bibi Club είναι ένας παλλόμενος χώρος απώλειας, μια σκοτεινή pop λειτουργία όπου ο ρυθμός δεν θέλει να απαλύνει τη θλίψη, αλλά να την κρατήσει ζωντανή.
Η Adèle Trottier-Rivard και ο Nicolas Basque, μετά από απώλειες που διαπέρασαν την προσωπική ζωή τους, παρουσιάζουν στο Amaro ένα σύνολο αισθητά πιο σκοτεινό από το ήδη σκιοκρατούμενο (και εξαιρετικό) Feu de garde, και το κάνουν όχι απλά πάνω στην θεματική αισθητική του αλλά και στην υλική πραγματοποίησή του. Οι φωνές ακούγονται σαν να ηχογραφήθηκαν μέσα σε δωμάτιο χωρίς φως, τα συνθεσάιζερ πάλλονται με γοτθική πυκνότητα, οι κιθάρες κλωτσάνε νότες σαν να θέλουν να τις βγάλουν από ένα μεσαιωνικό κάδρο, και οι ρυθμοί κουβαλούν μια παράδοξη ενέργεια, χορευτική μεν, σχεδόν μανιακή δε, σαν ένα σώμα που αρνείται να καταρρεύσει.
Στο "Washing Machine" η Adèle ψιθυρίζει μια ερώτηση που διαλύει κάθε αφήγηση αντοχής: «Where do we go after the death of our child? We hold onto each other». Κι εδώ καταλαβαίνεις ότι η παρηγοριά δεν μπορεί να είναι υπόσχεση, ούτε λύση, ίσως ένα σφίξιμο στο κενό, δύο σώματα που στέκονται όρθια και αντέχουν επειδή δεν υπάρχει άλλος τρόπος να μην καταρρεύσουν. Καθώς το κομμάτι διογκώνεται με τύμπανα σε κρίση, και μπάσο που ξεφεύγει πάνω από τις ισορροπίες των συχνοτήτων σχεδόν βίαια, η επιμονή μοιάζει περισσότερο με σύσπαση παρά με λύτρωση.
Το Amaro είναι γεμάτο τέτοιες αντιφάσεις: η ομώνυμη σύνθεση στήνει ένα γοτθικό warehouse μέσα στο πένθος, το "The Pine on the Corner" λειτουργεί σαν μονόφωνη επιτάφια ψαλμωδία, ενώ στο "George Sand" κάποια σαξόφωνα ξεπροβάλλουν σαν μέλη δαιμονικού σώματος πάνω από βιομηχανικό υπόστρωμα. Στο "Le château" τα χάλκινα ξεπροβάλλουν σαν μεσαιωνικές σάλπιγγες μέσα από ένα σύννεφο κρουστών που σκάει σαν σποραδικός πυροβολισμός. Είναι μουσική που θυμάται σώματα — ακόμη κι όταν αυτά απουσιάζουν.
Κι όμως, ανάμεσα στα σπασίματα αυτού του άλμπουμ, κάτι επιμένει. Στο "A Different Light", ίσως το πιο καθαρό post-punk στιγμιότυπο του δίσκου, η κιθάρα απλώνεται σε έναν σκοτεινό ορίζοντα και η Adèle ψιθυρίζει: «I want to love. I want to live». Μια φράση που δεν ακούγεται σαν δήλωση, αλλά σαν υπόσχεση που κανένας δεν έχει ακόμα πιστέψει ότι είναι αλήθεια. Όχι άδικα, αφού κάθε ελπίδα στο Amaro, φαίνεται να τρεμοπαίζει στον άνεμο, να αναβοσβήνει, να μην μπορεί να αντέξει την χαρά της άνοιξης.
Το σημαντικότερο σε αυτό το τρίτο τους άλμπουμ είναι πως οι Bibi Club δεν «μαλάκωσαν», δεν παραδόθηκαν στα μεγαλεία της φήμης μετά την αναγνώριση (και ειδικά για την υποψηφιότητα τους στο βραβείο Polaris). Κάνουν ακριβώς το αντίθετο, τολμούν και βαθαίνουν την μουσική τους. Οπότε εδώ έχουμε ένα έργο που δεν επιδιώκει καμία συμφιλίωση με τον ακροατή, αλλά στέκεται γενναία εκεί και τον προσκαλεί να σταθεί μέσα στη σκιά μαζί του. Κι εκεί, μέσα στον ανθισμένο αέρα μιας μαύρης άνοιξης, η επιμονή αποκτά μια σωματική πυκνότητα, κάτω από έναν ρυθμό που επιμένει να πάλλεται από ένστικτο, όχι από ελπίδα, γιατί η ζωή, ακόμη και σπασμένη, δεν γνωρίζει άλλον τρόπο να συνεχίζεται.
Το Amaro συνεχίζει την πορεία των Bibi Club και σε κρατάει στην αγκαλιά του.. Και αυτό, ίσως, είναι το πιο αληθινό και σημαντικό στοιχείο του.






