«Love is essential, but it's not everything»
35 χρόνια Converge. Aκούγεται σχεδόν αστείο. Ειδικά αν αναλογιστεί κανείς πως το metalcore, το είδος του οποίου υπήρξαν θεμέλιος λίθος ακόμα φαντάζει στα μάτια πολλών ως το "νέο" και «μόδα είναι θα περάσει». Το 1991 απέχει από το 2026, ακριβώς όσο απέχει το πρώτο Black Sabbath (χρόνια του πολλά για χθες) από το 2005. Το έχουμε το perspective;
Επιστροφή λοιπόν της σημαντικότερης -core μπάντας για τον 10ο δίσκο τους (11ο αν μετρήσουμε το Bloodmoon). Μετά τις (σύμφωνα με τον γράφων πολύ πετυχημένες) πειραματικές διαδρομές στο πλευρό της Chelsea Wolfe 5 χρόνια πριν, οι Converge επιστρέφουν με ένα δίσκο στον οποίο «δείχνουν τα δόντια τους» ξανά. Το Love Is Not Enough είναι μια ηχητική επίθεση που αφήνει σε μεγάλο βαθμό πίσω τις ατμοσφαιρικές αναζητήσεις για χάρη του ακατέργαστου, παρανοϊκού τους κράματος. Βία, μετρημένη πολυπλοκότητα και επιστροφή στον σκληρό ήχο με κιθάρες που «κόβουν» σαν χειρουργικό νυστέρι πάνω σε mathcore ρυθμούς και μια ενέργεια που μοιάζει να αναπνέει και να μεταλλάσσεται σαν ζωντανό πλάσμα. Tο απόλυτο restart. Προσπαθώ να είμαι συγκρατημένος, όμως από την πρώτη μου κιόλας επαφή με το δίσκο αισθάνομαι ρίγος.
Το ομότιτλο έχει γίνει ύμνος ήδη μετά από τόσους μήνες. Ένα καθηλωτικό μείγμα από catchiness, hardcore αισθητική και τις χαρακτηριστικές δύσρυθμες κιθάρες. Τίποτα δεν με προετοίμαζε όμως για το "Bad Faith" και την ηχητική τρομοκρατία των πρώτων του δευτερολέπτων. Κομμάτι που όταν ακούσω ζωντανά ίσως αφήσω παρακαταθήκη στο venue τα λείψανά μου. Ομοίως, η επίθεση συνεχίζεται στα "Distract and DIvide" και "To Feel Something" με τους Converge να κάνουν channel τους εσωτερικούς τους μοντέρνους Napalm Death / Pig Destroyer, τόσο στη riffολογική κατεύθυνση όσο και στα φωνητικά του Jacob που εδώ είναι στην ίσως καλύτερή τους φάση (τουλάχιστον στο studio). To πρώτο, σύμφωνα με τον ίδιο τον Bannon είναι η πρώτη φορά που γράφει ένα κομμάτι που προσεγγίζει το να είναι αμιγώς πολιτικό. Σύντομο και περιεκτικό, όπου μονάχα από τον τίτλο τα λέει όλα. Σε μια εποχή όπου ακόμα και αρχηγοί κομμάτων αλλά και ηγέτες κρατών χρησιμοποιούν ψευδείς πληροφορίες για να χειραγωγήσουν και να αποσπάσουν την προσοχή από σκάνδαλα... «They live, we die».
Το instrumental interlude “Beyond Repair” αρχικά δίνει την εντύπωση μιας κάπως αχρείαστης παύσης στα πρώτα ούτε 10 λεπτά. Δεν έχει προλάβει κανείς να κουραστεί από τις επιθέσεις που προηγήθηκαν. Ωστόσο, η ύπαρξή του δικαιώνεται πλήρως από το transition προς το “Amon Amok”. Αρχικά θα ήθελα να σταθώ στο πανέξυπνο και εύγλωττο λογοπαίγνιο. Εκφράζει μια κατάσταση χωρίς κανένα safe-space, όπου οι εσωτερικές ανασφάλειες και οι προσωπικοί «δαίμονες» οδηγούν σε πλήρη απώλεια ελέγχου, τόσο κοινωνικά όσο και εσωτερικά. Μουσικά, αυτό μεταφράζεται σε μια βραδυφλεγή, συνθλιπτική κομματάρα που μοιάζει να καταπίνει τον χώρο γύρω της. To "Force Meets Presence" είναι ήδη από τα αγαπημένα μου κομμάτια που έχουν γράψει. Τόσο για το τσιμεντένιο εναρκτήριο riff/breakdown το οποίο όταν επιστρέφει μου κινεί το κεφάλι σαν από Jedi mind tricks, όσο και για την παντελώς unhinged thrash κατεύθυνση που παίρνει έπειτα. Τι συμβαίνει when an unstoppable force meets an immovable object; Κάτι τέτοιο φαντάζομαι.
Στο "Gilded Cage" έχουμε άλλη μια τρομερά ιδιαίτερη σύνθεση με έντονη λυρικότητα και στίχους για την επιδημία των οπιούχων και τη «βιομηχανία θανάτου» που έχει δημιουργηθεί γύρω από αυτό. Ο ήχος είναι έντονα ανθρώπινος, οι ατέλειες δεν κρύβονται αλλά παραμένουν συνειδητά μέσα στο τελικό αποτέλεσμα. Τίποτα εδώ δεν ακούγεται αποστειρωμένο ή υπερβολικά γυαλισμένο. Και παρότι δεν είναι καθόλου commercial ηχητικά, παραδόξως θα τον κατέτασσα στις πιο προσβάσιμες δουλειές τους. Αν κάτι πιστεύω πως έχει μείνει από την συνεργασία τους με την Chelsea Wolfe είναι το να επιτρέπουν, μέσω της πιο γραμμικής δομής, σημεία πρόσδεσης μέσα στο χάος. Είναι εύκολο να μεταφράσουμε το "Make Me Forget You" ώς ένα τραγούδι για ανεκπλήρωτους έρωτες. Νιώθω όμως πως μια τέτοια προσέγγιση περιορίζει το συναισθηματικό του εκτόπισμα. Είναι ένας ύμνος σε όλα αυτά που δεν πρόλαβες να πεις, σε όλες τις ανθρώπινες σχέσεις που είτε έσβησαν με ένα εκωφαντικό τέλος είτε σιγά σιγά τις κατάπιε ο χρόνος και οι συνθήκες. Ένα τραγούδι για όσα πάντα σκεφτόσουν αλλά ποτέ δεν βρήκες τρόπο η ευκαιρία να πεις, και τώρα είναι αργά. Πόσο εκπληκτικό κομμάτι, και πόσο εκπληκτική η συνέχεια και το κρεσέντο με το "We Were Never the Same". Ένα κομμάτι που ο Bannon έγραφε όσο περίμενε στο αυτοκίνητο του πηγαίνοντας σε κηδεία. Ανοίγει με τον στίχο :
«Why do we all gather to mourn yet not to cherish»
που κατά κάποιο τρόπο αγκαλίαζει ασυναίσθητα την προηγούμενη θεματική. Το να δείχνεις την αγάπη, την εκτίμηση και το να απολαμβάνεις αυτό που έχεις πριν να είναι αργά.
Η πρώτη επαφή αφήνει ανεξίτηλες μονάχα εξαιρετικές εντυπώσεις. Δεν είναι υπερβολή να πει κανείς ότι το άλμπουμ στέκεται ήδη ανάμεσα στα καλύτερα που έχουν δημιουργήσει. Το αν θα φτάσει το ιστορικό βάρος του Jane Doe ή του All We Love We Leave Behind είναι κάτι που μόνο ο χρόνος μπορεί να κρίνει. Ωστόσο, ως άμεση εμπειρία ακρόασης, το Love Is Not Enough διαθέτει στο έπακρο εκείνη τη σπάνια αίσθηση που δημιουργείται σε όλες μου τις νευρικές απολήξεις που χαρακτηρίζει τους πιο κολοσσιαίους δίσκους της καριέρας τους.
Το Love Is Not Enough λειτουργεί σαν concept πάνω στη δυαδικότητα: βία και ενδοσκόπηση, ταχύτητα και βάρος, εξωστρέφεια και εσωτερική κατάρρευση. Αυτή η ισορροπία δεν είναι εύκολη υπόθεση, όμως οι Converge τη χειρίζονται με την αυτοπεποίθηση της μπάντας που κοιτάζει τους δεύτερους στο είδος από πολύ μακριά. Κομμάτια όπως τα "Distract and Divide", "Bad Faith”, "Force Meets Presence" θα αποτελέσουν καταφύγια εκλεκτικής ηδονής για τους λάτρεις της πιο ακραίας grind/mathcore πλευράς τους. Ο Κurt εξαπολύει απότομα breaks, riffs που συγκρούονται μεταξύ τους και ρυθμικές μετατοπίσεις που κρατούν την ένταση σε μόνιμη υπερφόρτωση σαν από μια καλοκουρδισμένο μηχανή αποδόμησης. Στον αντίποδα, τραγούδια όπως τα "Make Me Forget You”, "Amon Amok" και "Gilded Cage" απευθύνονται σε όσους προτιμούν τη σκοτεινότερη, πιο ζοφερή και καταπιεσμένη εκδοχή της μπάντας. Σε προσωπικό επίπεδο, η συνύπαρξη αυτών των δύο εκδοχών είναι που κάνει το άλμπουμ να μοιάζει σχεδόν ιδανικά σχεδιασμένο. Συνολικά, το Love Is Not Enough αποτελεί μια ευπρόσδεκτη προσθήκη σε μια δισκογραφία που εδώ και δεκαετίες βρίσκεται στην κορυφή του metalcore. Οι Converge συνεχίζουν να θέτουν τον πήχη που κάθε άλλο συγκρότημα του είδους προσπαθεί να φτάσει.






