Οι Imarhan είναι ένα αλγερινό κουιντέτο που σχηματίστηκε το 2006 στο Tamanrasset της Αλγερίας και παίζει Tuareg desert rock. Tώρα επιστρέφουν με το Essam, το τέταρτο άλμπουμ τους για την City Slang, και από αυτό που ακούς καταλαβαίνεις ότι δεν κάνουν απλώς έναν ακόμη δίσκο desert blues, αλλά θέλουν να καταγράψουν τον παλμό της γης τους. Το Essam, που σημαίνει «αστραπή» στα ταμασέκ (παραλλαγή της γλώσσας Τουαρέγκ των Βερβέρων που ομιλείται ευρέως από νομαδικές φυλές σε όλη τη Βόρεια και Δυτική Αφρική) πέφτει απότομα, φωτίζει για μια στιγμή το τοπίο και αφήνει πίσω του την ανάμνηση της έντασης, της μετακίνησης, της ανησυχίας. Είναι ίσως ο πιο συναισθηματικά φορτισμένος και ταυτόχρονα ο πιο αποφασιστικός δίσκος τους από τότε που εμφανίστηκαν στα μέσα των 00s.
Στο Essam διατρέχουν θέματα όπως η εκτόπιση, η έννοια του «πατρίδας» και η αντοχή, που διαμορφώθηκαν από τις πρόσφατες αναταραχές σε ολόκληρη τη Σαχάρα, από τα χρόνια της πανδημίας έως την πολιτική αστάθεια στα σύνορα της Αλγερίας με το Μαλί. Μπορείτε να ακούσετε τον θρήνο σε τραγούδια όπως το πανέμορφο "Tamiditin" και, ευτυχώς, το αντίγραφό συνοδεύεται από αγγλικές μεταφράσεις του αρχικού κειμένου στα Τουαρέγκ, οπότε μπόρεσα να καταλάβω καλύτερα την ποίηση στίχων τους.
H μουσική των Tuareg blues διανύει μια μικρή χρυσή εποχή, με ονόματα όπως Mdou Moctar, Etran De L'Aïr και τους Tinariwen να τραβούν την παγκόσμια προσοχή. Οι Imarhan, όμως, στο Essam δεν αρκούνται στο να επιβεβαιώσουν τη θέση τους στο κύμα, το πάνε λίγο πιο πέρα. Κρατούν τον πυρήνα της παράδοσης (την ποίηση, τη ρυθμική επανάληψη, την κιθάρα που λειτουργεί σαν φωνή) και τον ανοίγουν και τον αναπλάθουν μέσα σε ηλεκτρονικές υφές, loops, drones και διακριτικά ψηφιακά σύννεφα τα οποία δεν αλλοιώνουν, αλλά ρευστοποιούν περισσότερο τον ήχο.
Καθοριστικό ρόλο παίζει εδώ ο Maxime Kosinetz, παλιός ηχολήπτης και πλέον παραγωγός της μπάντας, αλλά και ο ίδιος ο τόπος: το Essam ηχογραφήθηκε στο Aboogi Studio, στην καρδιά της Tamanrasset, στον νότο της Αλγερίας. Και αν οι προηγούμενοι δίσκοι τους είχαν πιο «κοφτή», καθαρή παραγωγή, εδώ όλα ρέουν. Οι κρουστοί παλμοί έχουν βάθος, τα χειροκροτήματα και οι φωνές χτίζουν ένα σώμα κοινότητας, ενώ οι υπνωτικές κιθάρες του Iyad Moussa Ben Abderahmane παραμένουν το σταθερό σημείο προσανατολισμού μέσα στην καταιγίδα.
Θεματικά, το Essam είναι βαριά γειωμένο στον κόσμο όπως είναι, ή όπως δεν θα έπρεπε να είναι. Η αποσταθεροποίηση στα σύνορα της Αλγερίας με το Μάλι, η διαρκής απειλή βίας, ο ξεριζωμός και η εμπειρία των προσφύγων στη Βόρεια Αφρική και πέρα από αυτήν, διαπερνούν τον δίσκο. Δεν πρόκειται για καταγγελία με σηκωμένο δάχτυλο, αλλά για μια αφήγηση ιστοριών που κουβαλούν ανθρώπινο βάρος, συχνά σιωπηλό, και ακόμη πιο συχνά συντριπτικό.
Κι όμως, μέσα σε αυτή τη σκοτεινή ύλη, το Essam δεν παραδίνεται εύκολα. Αντίθετα, επιμένει στην κοινότητα. Οι νέες φωνές, τα συλλογικά ρυθμικά μοτίβα, οι στιγμές που μοιάζουν σχεδόν τελετουργικές, λειτουργούν σαν υπενθύμιση ότι η αντοχή δεν είναι ατομική υπόθεση. Η ελπίδα εδώ δεν είναι μια ρομαντική απόφαση, είναι περισσότερο πρακτική, γεννημένη από τη συνύπαρξη.
Ακόμα κι αν αφαιρέσεις όλο το κοινωνικοπολιτικό πλαίσιο, ο δίσκος στέκεται. Η καινοτομία του ήχου, ο τρόπος που τα ηλεκτρονικά στοιχεία μπαίνουν διακριτικά πίσω από τα παραδοσιακά όργανα, δίνουν στους Imarhan μια σύγχρονη ταυτότητα που τους ξεχωρίζει μέσα στο σύμπαν των desert blues. Δηλαδή, δεν προσπαθούν να «εκμοντερνίσουν» την παράδοση αλλά ξέρουν πώς να την αφήσουν να ηλεκτριστεί.
Η προσήλωση των Imarhan σε αυτή τη στροφή του ήχου λειτουργεί τελικά σαν μια αναζωογονητική αλλαγή ρυθμού. Θα ήταν εύκολο όλο αυτό να καταλήξει σε ένα εμπορικό τέχνασμα, με λίγη «μοντέρνα» παραγωγή για να γεμίσουν δύο κομμάτια χωρίς ιδιαίτερο λόγο ύπαρξης. Αλλά αντί γι’ αυτό, η παραγωγή διαπερνά σχεδόν κάθε στιγμή του Essam σαν ουσιαστικό και οργανικό στοιχείο της αφήγησης.
Το "Tin Arayth" είναι από τα κομμάτια που τα φαντάζεσαι αμέσως να "σκάνε" ζωντανά, κάτι που ίσως σε βάζει στον πειρασμό να σκεφτείς ότι τελικά δεν χρειάζονται όλο αυτά τα επιπλέον ηλεκτρονικά «στολίδια». Κι όμως, σε μια σχεδόν ψιθυριστή κιθαριστική σόλο στιγμή, ένας οξύς, ψηλός συνθετικός ήχος αρχίζει να πάλλεται στο βάθος, σαν ένα άλλο soundtrack μέσα στο ίδιο το τραγούδι, σαν να αμφισβητεί για λίγο αν ο εκτελεστής θα καταφέρει να «κουμπώσει» το σόλο του. Φυσικά, το κάνει. Και τότε το τραγούδι τινάζεται μπροστά, μετατρέπεται σε γιορτή, με ένα φινάλε που δικαιώνει τόσο τη δεξιοτεχνία της μπάντας όσο και το ρίσκο που παίρνει μέσα στη σύγχρονη παραγωγή. Εκεί φαίνεται καθαρά ότι τα ηλεκτρονικά στοιχεία δεν είναι προσθήκη εκ των υστέρων, αλλά μέρος της δραματουργίας του κομματιού, μικρές δόσεις έντασης που κάνουν την έκρηξη στο τέλος να μετράει περισσότερο.
Το Essam είναι ένας δίσκος συνεχούς κίνησης. Σαν την αστραπή στον ουρανό: φωτίζει ξαφνικά, αποκαλύπτει ρωγμές, και σε αφήνει να συνεχίσεις στο σκοτάδι λίγο πιο συνειδητοποιημένος.






