Οι Metallica βρίσκονται στην πρώτη γραμμή της Heavy Metal σκηνής για περισσότερα από 40 χρόνια, ξεπερνώντας δυσκολίες, τραγωδίες και αλλαγές στη σύνθεσή τους για να γίνουν ένα από τα μεγαλύτερα ροκ συγκροτήματα στην ιστορία. Σε αυτή την πλήρως αναθεωρημένη και επικαιροποιημένη έκδοση Metallica - Oι ιστορίες πίσω από τα τραγούδια των Εκδόσεων Οξύ γίνεται μια αναδρομή στην εκπληκτική ιστορία της μεγαλύτερης μέταλ μπάντας του κόσμου! Μέσα από προσωπικές μαρτυρίες, μαθαίνουμε για τα συναισθήματα και την έμπνευση που οδήγησαν στις μεγάλες τους επιτυχίες. Το κάθε άλμπουμ, από το Kill ’Em All μέχρι το 72 Seasons, έχει δικό του κεφάλαιο, με εντυπωσιακές φωτογραφίες από ολόκληρη την καριέρα του συγκροτήματος.
Σε συνεργασία με τις Εκδόσεις Οξύ το Avopolis παρουσιάζει μια πρώτη προδημοσίευση του βιβλίου, το οποίο κυκλοφορεί επίσημα στις 23 Μαρτίου.
[...] Όταν τελικά γραφτεί η μεγάλη Μαύρη Bίβλος του χέβι μέταλ, πολλά ονόματα θα ερίζουν για την κορυφή. Όμως ένα όνομα ξεχωρίζει σαν κολοσσός: οι Metallica. «Γέννηση. Σχολείο. Metallica. Θάνατος», γράφει ένα από τα επίσημα μπλουζάκια της μπάντας. Και δεν πέφτει έξω, γιατί από τη στιγμή που το μικρόβιο της μουσικής των Metallica θα διεισδύσει βαθιά μέσα στην ψυχή σας, δεν υπάρχει επιστροφή.
Δεν υπάρχει κάποια μαγική απάντηση στο ερώτημα τι κάνει τα τραγούδια των Metallica τόσο σημαντικά για εσάς και εκατομμύρια άλλους ανθρώπους. Αυτό μπορεί να οφείλεται στη μεγαλειώδη δύναμη των κομματιών τους ή επειδή τον πρώτο καιρό μπορεί να σας ενθουσίασε η ανατρεπτική μανία του συγκροτήματος. Μπορεί να σας εντυπωσίασε το καταιγιστικό «Black Album», όπως εκατομμύρια άλλους, και έκτοτε να μην αλλαξοπιστήσατε ποτέ.
Σε ολόκληρη την καριέρα τους και παρά τις πολλές αλλαγές στη μουσική τους, ένα πράγμα έχει παραμείνει σταθερό στον κόσμο των Metallica, κι αυτό είναι το πάθος του James Hetfield. Η συμβολή του James στους Metallica υπερβαίνει κατά πολύ τα καθήκοντα του τραγουδιστή και κιθαρίστα. Επειδή ο James είναι ο μοναδικός στιχουργός του συγκροτήματος, έχει αναλάβει επίσης τον ρόλο του προστάτη της φλόγας των Metallica, καθώς είναι ο μόνος που εξωτερικεύει τις σκέψεις του για να τις δουν και να τις κρίνουν εκατομμύρια άνθρωποι. Θα υψώσουμε τη γροθιά μας ρυθμικά μαζί με τα ντραμς του Lars και τα ριφ του James και του Kirk, αλλά αυτό με το οποίο συνδεόμαστε όλοι μας είναι οι στίχοι του James. Όταν οι φαν τραγουδούν τους στίχους του «The God That Failed», μόνο οι πραγματικοί σκληροπυρηνικοί γνωρίζουν ότι το κομμάτι είναι γραμμένο για τον θάνατο της μητέρας του James. Σίγουρα είναι ζόρικο να γράφεις στίχους για οποιαδήποτε μπάντα, αλλά χρειάζονται πολλά κότσια για να είσαι ο στιχουργός ενός τόσο καταξιωμένου συγκροτήματος σαν τους Metallica.
~ Κρις Ίνγκαμ
ΕΠΙΡΡΟΕΣ
«Είχα εμμονή με το New Wave of British Heavy Metal», LARS ULRICH, ΣΕΠΤΕΜΒΡΙΟΣ 1988
Στις αρχές της δεκαετίας του 1980, ο νεαρός Lars Ulrich είχε εμμονή με μια νέα γενιά βαριάς μουσικής. Στο τέλος της δεκαετίας του 1970 το πανκ είχε κυριαρχήσει στη βρετανική μουσική. Συγκροτήματα σαν τους Sex Pistols, τους Damned και τους Clash είχαν αντικαταστήσει τους παλιούς θεούς Deep Purple, Black Sabbath και Led Zeppelin στο μυαλό των νεότερων μουσικόφιλων. Ενώ κάποτε η παλιά φρουρά βρισκόταν στην πρώτη γραμμή της σύγχρονης μουσικής, πλέον τα παρατεταμένα, 20λεπτα τζαμαρίσματα θεωρούνταν βαρετά, υπερφίαλα και εκτός πραγματικότητας. Στα μέσα ενημέρωσης της εποχής το πανκ σάρωσε τους παλιούς ρόκερ και αντιστάθηκε στην άνοδο της ντίσκο, για να παραχωρήσει τελικά τη θέση του στον πιο εύπεπτο, ραδιοφωνικό ήχο του New Wave. Από το 1980, συγκροτήματα όπως οι Jam, οι Blondie και οι Undertones άρχισαν να εμφανίζονται τακτικά στις πρώτες θέσεις των βρετανικών τσαρτ.
Το χέβι μέταλ παρέμενε ένα σταθερό χαρακτηριστικό της εργατικής τάξης και οι ήρωές του συνέχιζαν να συγκεντρώνουν μεγάλα ακροατήρια σε δημοτικές αίθουσες και θέατρα, αλλά σε μεγάλο βαθμό απευθύνονταν στους ήδη μυημένους. Η πραγματική εξέλιξη στη συγκεκριμένη μουσική συνέβαινε στο περιθώριο. Κάποιες μπάντες με επιθετικές κιθάρες, όπως οι Judas Priest, οι Scorpions, οι UFO και οι Motörhead, είχαν συμβάλει αδιαμφισβήτητα στη διάδοση της σκηνής, αλλά αν ήθελε κανείς να δει κάτι πραγματικά διαφορετικό, έπρεπε να πάει στα κλαμπ και στις παμπ των βρετανικών πόλεων, εκεί όπου σύχναζε η νεολαία της εργατικής τάξης.
Αυτή η νέα γενιά επιθετικών συγκροτημάτων που χαρακτηρίστηκε συνολικά με το απρόσφορο όνομα New Wave Of British Heavy Metal, είχε εμπνευστεί από την ταχύτητα και το πάθος του πανκ, αλλά αντίθετα από τα ξαδέλφια της με τα σκουλαρίκια στη μύτη, εξακολουθούσε να ακούει τα συγκροτήματα που είχαν προηγηθεί και σεβόταν το ταλέντο τους.
Ο Lars Ulrich, ως φανατικός αγγλόφιλος, ήταν ήδη θαυμαστής των Judas Priest και των ασυμβίβαστων Motörhead. Μέσω των σελίδων του βρετανικού εβδομαδιαίου μουσικού περιοδικού Sounds, καταβρόχθιζε τις ειδήσεις για κάθε συγκρότημα που υποτίθεται ότι έπαιζε πιο γρήγορα ή πιο δυναμικά από τα υπόλοιπα. Ως έφηβοι, ο Lars και ο Brian Slagel (μετέπειτα ιδρυτής της Metal Blade Records) μάζευαν ό,τι χρήματα είχαν και αγόραζαν όλους τους δίσκους εισαγωγής του NWOBHM που έφταναν κάθε εβδομάδα στα εξειδικευμένα δισκοπωλεία του Λος Άντζελες.
Σε γενικές γραμμές, το NWOBHM διακρίνεται ως το πιο γελοίο ακρωνύμιο που θα μπορούσε να σκεφτεί κανείς· πού ν’ ακούσετε όμως τα ονόματα μερικών συγκροτημάτων που πήραν αυτή την ασυμβίβαστη ταμπέλα: Tygers of Pan Tang, Venom, Ethel The Frog, Tank, Raven, Sledgehammer, Trespass, Sweet Savage, Holocaust, Blitzkrieg, Angel Witch, Vardis και Diamond Head, για να μην αναφέρουμε τους τρεις καταξιωμένους επικεφαλής της σκηνής – τους Saxon, τους Def Leppard και τους Iron Maiden. Τελικά, μόνο οι Iron Maiden και οι Def Leppard θα άντεχαν στον χρόνο: οι πρώτοι έγιναν ένα διαχρονικό και ευρέως σεβαστό είδωλο στους κύκλους του χέβι μέταλ, ενώ οι δεύτεροι ήταν, έστω και για λίγο, ένα από τα δημοφιλέστερα ονόματα της μουσικής στα τέλη της δεκαετίας του 1980.
IRON MAIDEN
«Περισσότερο από οποιαδήποτε άλλη μπάντα, αυτοί είναι που άνοιξαν τις πόρτες για το χέβι μέταλ στη δεκαετία του 1980... Δεν ενέδωσαν ποτέ κι έτσι ενέπνευσαν κι εμάς να επιμείνουμε σ’ αυτό που πιστεύουμε και να μη γράφουμε βλακείες για να πουλάμε δίσκους
ή για να ικανοποιούμε τους ραδιοφωνικούς σταθμούς...», Ο LARS ΓΙΑ ΤΟΥΣ IRON MAIDEN, ΝΟΕΜΒΡΙΟΣ 1987
Ένα απολύτως απαραίτητο απόκτημα για τον νεαρό Lars Ulrich, ως φαν του NWOBHM, ήταν οι δίσκοι των Iron Maiden, οι οποίοι είχαν σαρώσει τους εγχώριους ανταγωνιστές τους αφού ξεπήδησαν από το ανατολικό Λονδίνο το 1980. Ακούγοντας τους πρώιμους Metallica, εύκολα διαπιστώνουμε τι ήταν αυτό που προσέλκυσε αρχικά τον Ulrich και αργότερα τον James Hetfield και τον Cliff Burton στον ήχο των Maiden. Η καταλυτική ταχύτητα του Steve Harris, του ιδρυτή και αρχηγού των Maiden, θύμιζε τον Pete Way των UFO, έναν άλλο ήρωα των πρώιμων Metallica, αλλά στα χέρια του Harris το μπάσο ακουγόταν ακόμα πιο επιθετικό.
Ο Steve Harris θεωρούσε εξαρχής το συγκρότημά του ως ένα όχημα με απεριόριστη φαντασία και καθώς ωρίμαζε ως συνθέτης, μεγάλωνε και το εύρος του ακατέργαστου και ταυτόχρονα μελωδικού ήχου των Maiden. Οι πρώιμοι, ρυθμικοί ύμνοι, όπως το «Running Free» και το «Wrathchild», παραχώρησαν τη θέση τους σε κομμάτια με πιο σύνθετες αλλά εξίσου δυναμικές ενορχηστρώσεις, όπως τα «Prodigal Son», «Purgatory» και «Another Life», ανοίγοντας τον δρόμο για την επόμενη γενιά των καινούργιων συγκροτημάτων σαν τους Metallica. Οι Iron Maiden πίστευαν ακράδαντα ότι η θεατρικότητα επί σκηνής ήταν ένα απαραίτητο συστατικό για την παρουσίαση της μουσικής τους. Αν και ήταν μάλλον απίθανο να συναγωνιστούν τον Alice Cooper ή τους Kiss (με τους οποίους έκαναν μια εξαιρετικά επιτυχημένη ευρωπαϊκή περιοδεία το 1980), συχνά δαπανούσαν μεγάλα ποσά από τον τότε περιορισμένο προϋπολογισμό τους για να αγοράσουν ακριβά συστήματα φωτισμού και να εξελίξουν τη διαβόητη μασκότ τους, τον απέθαντο Eddie the ‘Ead. Οι Metallica δεν έφτασαν ποτέ σε σημείο να δημιουργήσουν τη δική τους μασκότ ή να έχουν συγκεκριμένο θέμα στα εξώφυλλα των δίσκων τους όπως οι Maiden, όμως είχαν επηρεαστεί από το βρετανικό συγκρότημα σε βαθμό που πρόσθεσαν δραματικότητα στη σκηνική τους παρουσία όταν πλέον τους το επέτρεπε η τσέπη τους, κυρίως με τα πυροτεχνήματα και την κατάρρευση του αγάλματος της Θέμιδας στην περιοδεία Damaged Justice το 1988-90, αλλά και με τις δήθεν εκρήξεις των φώτων στην περιοδεία για το Load.
Η αναρρίχηση των Metallica στην κορυφή του μέταλ δεν ήταν το ίδιο γρήγορη όσο των Maiden, οι οποίοι βρέθηκαν από το Ιστ Χαμ στο Madison Square Garden σε λίγο παραπάνω από τρία χρόνια, αλλά μπορούμε να πούμε με σχετική σιγουριά ότι ο Ulrich είχε παρατηρήσει τη θεατρικότητά τους επί σκηνής, ενώ ο Hetfield ήταν δεόντως συνεπαρμένος με το εύρος και την πολυπλοκότητα των ενορχηστρώσεων των Maiden, ειδικά στο Number Of The Beast, τον πρώτο δίσκο της μπάντας με τον Bruce Dickinson, έναν κλασικό χέβι μέταλ τραγουδιστή. Ο Dickinson είχε το παρατσούκλι «Σειρήνα αεροπορικής επιδρομής» και τα φωνητικά του υψώνονταν πάνω από τους θυελλώδεις ρυθμούς των Maiden, λειτουργώντας ακόμα και ως τρίτη κιθάρα σε κάποιες από τις ψηλότερες οιμωγές στο «Hallowed Be Thy Name», έναν σαφή πρόγονο του κλασικού «Welcome Home (Sanitarium)» των Metallica από το Master Of Puppets. Πράγματι, το «Hallowed...» δεν ήταν το τελευταίο τραγούδι των Maiden που είχε ομοιότητες με ένα ταχύτερο, πιο σύνθετο μπάσταρδο τέκνο με το λογότυπο των Metallica – μπορεί να είναι απλώς σύμπτωση, αλλά το 1984 το τότε μεγαλύτερο συγκρότημα του μέταλ στον κόσμο ηχογράφησε το Powerslave, ένα άλμπουμ με θέμα την αρχαία Αίγυπτο, μόνο και μόνο για να δει τους Metallica να κυκλοφορούν λίγους μήνες αργότερα έναν πιασάρικο ύμνο με παρόμοιο θέμα, το «Creeping Death».
Κάτι άλλο που επηρέασε εξίσου τον ήχο των Metallica ήταν η διπλή κιθαριστική επίθεση των Iron Maiden, αρχικά με τον Dave Murray και τον Dennis Stratton, προτού ο δεύτερος αντικατασταθεί από τον μελωδικότερο Adrian Smith το 1981. Από την αρχή ο Hetfield και ο Dave Mustaine έπαιζαν εναλλάξ σόλο και ριφ σαν τους ήρωές τους, τον Glenn Tipton και τον KK Downing των Priest και φυσικά τον Murray και τον Smith των Maiden. Ωστόσο, με την ένταξη του Kirk Hammett τα πράγματα πήραν καινούργια τροπή, καθώς το παιδί-θαύμα –που είχε για δάσκαλο τον θρύλο του Σαν Φρανσίσκο, Joe Satriani– θα καθόριζε εκ νέου τα όρια της μέταλ σόλο κιθάρας τη δεκαετία του 1980. Καθώς ο Hetfield ωρίμαζε και γινόταν καλύτερος σαν ρυθμικός κιθαρίστας, το δίδυμο των Metallica ηχογράφησε το Master Of Puppets, επισκιάζοντας τις προηγούμενες ένδοξες στιγμές των ειδώλων του.
ΤΗΕ ΜΙSFITS
Οι Misfits ξεπρόβαλαν από τους υπονόμους ενός νεοϋορκέζικου λυκείου στα τέλη της δεκαετίας του 1970, με επικεφαλής τον αινιγματικό τραγουδιστή Glenn Danzig. Η μακάβρια εικόνα των Misfits στη σκηνή ήταν ποτισμένη με μια θεατρικότητα που παρέπεμπε σε ταινίες τρόμου της Hammer και σε γυμνασμένους δικέφαλους. Αρχικά, τα μέλη άλλαζαν από το ένα επτάιντσο στο άλλο, αλλά ο Danzig και ο μπασίστας Jerry Only παρέμεναν σταθεροί, ώσπου τελικά στις αρχές της δεκαετίας του 1980 κατέληξαν σε ένα τρίτο μόνιμο μέλος, τον κιθαρίστα Doyle, μικρότερο αδελφό του Only.
Από μουσική άποψη, οι Misfits επικεντρώνονταν σε κιθαριστικές εκρήξεις των τριών ακόρντων, που σπανίως διαρκούσαν πάνω από δύο λεπτά. Στιχουργικά όμως, ήταν μια κατηγορία από μόνοι τους: αίμα, αίμα κι άλλο αίμα, τίποτα άλλο. Οι ταινίες τρόμου της δεκαετίας του 1950 παρείχαν γόνιμο υλικό για το μυαλό του Danzig και τις φρικιαστικές εμμονές του – τα «Return Of The Fly», «Horror Business», «50 Eyes», «I Turned Into A Martian» και «Teenagers From Mars» είναι μόνο μερικοί από τους τίτλους των τραγουδιών τους που εντάχτηκαν στην ιστορία της ποπ κουλτούρας.
Οι Misfits ήταν μάλλον ακίνδυνοι, εξού και είχαν απήχηση στα περιθωριοποιημένα παιδιά που άκουγαν πανκ στις αμερικανικές μεγαλουπόλεις. Παρ’ όλα αυτά, ο Danzig και τα σκυθρωπά βαμπίρ του είχαν την ικανότητα να εξοργίζουν – οι ηθικά αμφιλεγόμενοι στίχοι του «Bullet» (αναφέρονται στη δολοφονία του προέδρου Κένεντι και περιλαμβάνουν την παραστατική εικόνα της Τζάκι να κάνει πεολειχία) και της αγαπημένης διασκευής των Metallica στο «Last Caress» («Έχω να πω κάτι, σήμερα σκότωσα το μωρό σου/βίασα τη μητέρα σου, καρφάκι δεν μου καίγεται, αρκεί που πέθανε/είχε ανοιχτά τα πόδια της») έχουν κάνει πολλούς γονείς να διατάξουν τα βλαστάρια τους να πετάξουν τους δίσκους των Misfits από τη δισκοθήκη τους!
Πάντως, οι Metallica ήταν όλοι τους σκληροπυρηνικοί μεταλλάδες, επομένως η εμμονή τους με τους Misfits μπορεί να οφείλεται στο ευρύ γούστο του μπασίστα Cliff Burton. Ο Burton ήταν ο μεγαλύτερος στους Metallica κατά έναν χρόνο, οπότε έπαιζε τον ρόλο του μεγάλου αδελφού για τους υπόλοιπους, ενώ σίγουρα είχε ωφεληθεί κι ο ίδιος από την ποικιλία στη δισκοθήκη των μεγαλύτερων αδελφιών του.
Ο Burton δεν ήταν από εκείνους που ακολουθούσαν το ρεύμα και μπορούσε με την ίδια ευκολία να βάλει να ακούσει ένα επτάιντσο των Necros και μετά ένα σπάνιο μπούτλεγκ των Deep Purple. Τα μέλη των Metallica αγόραζαν δίσκους ως έφηβοι και κυνηγούσαν τους ευρωπαϊκούς μέταλ δίσκους εισαγωγής, οπότε καταλάβαιναν τη συγκίνηση της ανακάλυψης, κάτι που συμμερίζονταν και οι φαν του χάρντκορ.
Τελικά, τα φωνητικά του Danzig, του «διαβολικού» Έλβις, μάλλον έφερναν περισσότερο μια κιτς ατμόσφαιρα αντί να ακούγονται απειλητικά, και όταν ο ευέξαπτος τραγουδιστής το συνειδητοποίησε αυτό, διέλυσε τους Misfits το 1983, προκειμένου να ακολουθήσει μια πιο βίαιη κατεύθυνση με το νέο του συγκρότημα, τους Samhain. Μετά από τέσσερα χρόνια και τρία άλμπουμ, ο Danzig ξεκίνησε σόλο καριέρα και είχε μερικές μικρές επιτυχίες με το σκοτεινό ροκ του, που ήταν διανθισμένο με μπλουζ πινελιές. Στα τέλη του 1988 άνοιγε τις συναυλίες των Metallica στην πολύ επιτυχημένη ευρωπαϊκή περιοδεία Blind Justice.
DIAMOND HEAD
Μια άλλη σημαντική επιρροή των Metallica είναι οι Βρετανοί Diamond Head. Οι Metallica έχουν διασκευάσει αρκετά τραγούδια τους σε δεύτερες πλευρές σινγκλ, όπως το «Am I Evil?», που ξεσηκώνει το κοινό στις συναυλίες τους και κυκλοφόρησε για πρώτη φορά μαζί με άλλη μία διασκευή, το «Blitzkrieg», στη δεύτερη πλευρά του δωδεκάιντσου σινγκλ «Creeping Death», κάτω από την επικεφαλίδα Garage Days Revisited – μια έξυπνη αναφορά στις παλιές εποχές τους, όταν έπαιζαν διασκευές στο γκαράζ του Lars στο Λος Άντζελες. Ακούστε το «Seek Αnd Destroy» και μετά βάλτε το «Dead Reckoning» των Diamond Head για να διαπιστώσετε πόσες ομοιότητες μπορείτε να εντοπίσετε!
Οι Diamond Head σχηματίστηκαν στο Στάουρμπριτζ της Αγγλίας το 1979 από τον κιθαρίστα Brian Tatler και τον τραγουδιστή Sean Harris. Το πρώτο τους άλμπουμ, το καταιγιστικό Lightning To The Nations, κυκλοφόρησε το 1981, για να ακολουθήσει το Borrowed Time έναν χρόνο αργότερα. Στην πορεία εξασφάλισαν συμβόλαιο με μια μεγάλη δισκογραφική εταιρεία των ΗΠΑ, την MCA. Ωστόσο, το τρίτο άλμπουμ τους, το Canterbury, δεν βρήκε ακροατήριο και πολύ σύντομα ένας συνδυασμός κακοδιαχείρισης της εταιρείας και ελάχιστων κλασικών κομματιών έβαλε φρένο στις όποιες υψηλές φιλοδοξίες τους να συμβαδίσουν με τα μεγάλα ονόματα του NWOBHM σαν τους Iron Maiden και τους Def Leppard.
MOTÖRHEAD
Ο Lemmy, ο απαράμιλλος ηγέτης των Motörhead, κάποτε είχε πει ότι αν το συγκρότημά του μετακόμιζε δίπλα σου, ο κήπος σου θα ξεραινόταν. Το αξιοσημείωτο είναι ότι οι Motörhead άντεξαν σαράντα χρόνια περιοδεύοντας και ηχογραφώντας, χωρίς ποτέ να χαμηλώσουν την ένταση!
Οι Motörhead δημιουργήθηκαν το 1975 από τον μπασίστα και τραγουδιστή Ian «Lemmy» Kilmister, πρώην μέλος των Hawkwind και άσωτο γιο ενός ουαλού ιερέα, και παρέμειναν πάντοτε πιστοί στο δόγμα του βαρύτερου μπλουζ μέταλ που γνώρισε ποτέ η ανθρωπότητα. Στα τέλη της δεκαετίας του 1970 κυκλοφόρησαν τρία εθιστικά άλμπουμ γεμάτα αδρεναλίνη, το Overkill και το Bomber το ’79 και την καλύτερη δουλειά τους στο στούντιο, το Ace Of Spades το 1980. Κανείς, μα κανείς, δεν έπαιζε τόσο δυνατή, βρόμικη και σκοπίμως ενοχλητική μουσική όσο ο Lemmy κι η παρέα του.
Η επιρροή των Motörhead στους Metallica είναι αδιαμφισβήτητη – δεν είναι απλή σύμπτωση ότι ο Lars κατέληξε σε ένα σετ ντραμς με δύο μπότες, σαν αυτό που έπαιζε εκείνη την εποχή ο Phil Taylor των Motörhead. Μεγάλο μέρος της αισθητικής που προσπαθούσαν να πιάσουν οι νεαροί Metallica στο Kill ’Em All βασίζεται ακριβώς στο πνεύμα των Motörhead, όπως τους είχε αποτυπωθεί αφού είχαν λιώσει τα παλιά βινύλια του No Sleep ‘Til Hammersmith. Πράγματι, είναι σχεδόν αδύνατο να ακούσετε πρώιμα τραγούδια των Metallica όπως το «Motorbreath» (αν μη τι άλλο, ένας ξεκάθαρος φόρος τιμής), το «Phantom Lord» ή το «Metal Militia» και να μη διακρίνετε τα συντριπτικά ακόρντα και τη δίκαση σε στυλ «Overkill», «Iron Horse» και «Stone Dead Forever».
Στα πεντηκοστά γενέθλια του Lemmy οι Metallica εμφανίστηκαν στη σκηνή του κλαμπ Rainbow ως The Lemmys, με ψεύτικες φαβορίτες και μουστάκι σαν του Lemmy, ντυμένοι με ολόιδια μαύρα πουκάμισα και τζιν, για να ερμηνεύσουν ένα σύντομο αλλά ξεκαρδιστικό σετ με έξι κλασικά τραγούδια των Motörhead.
Το ανελέητο, ωμό μέταλ των Motörhead ήταν παιγμένο σε εκκωφαντική ένταση και έκανε πολλούς νεαρούς Ευρωπαίους να στραφούν στη δυνατή χέβι μέταλ μουσική, με πρώτο και καλύτερο τον Lars Ulrich, που είχε γεννηθεί στην Κοπεγχάγη. Μάλιστα, στις διακοπές από τις σπουδές του, ο Lars ακολουθούσε τους Motörhead στις περιοδείες τους σε όλη την Ευρώπη, ενώ αργότερα παρακολουθούσε με θρησκευτική ευλάβεια όλες τις συναυλίες τους στην Καλιφόρνια. Όπως είπε ο Lars στο BBC: «Αυτό που πήραμε από τους Motörhead το ’81 ήταν η επιθετικότητα, η ενέργεια και η ταχύτητα που είχαν τότε στα άλμπουμ Overkill και Ace Of Spades».
Όπως όλα τα συγκροτήματα, έτσι κι οι Motörhead άλλαξαν πολλές φορές σύνθεση. Όταν έφυγε ο «Fast» Eddie Clarke, τον αντικατέστησαν με τον Brian Robertson, πρώην Thin Lizzy, στον δίσκο Another Perfect Day του 1983. Ύστερα όμως τον έδιωξαν κι αυτόν και πήραν δύο κιθαρίστες για τα νέα κομμάτια στη συλλογή του 1984, τον Phil Campbell και τον Würzel, που θα παρέμεναν για τα επόμενα δέκα χρόνια. Ο ντράμερ «Philthy» Phil Taylor μπαινόβγαινε στο συγκρότημα στα τέλη της δεκαετίας του 1980, ώσπου ήρθε ο Mikkey Dee, ο πρώην ντράμερ των King Diamond, για να τους δώσει μια νέα πνοή στις αρχές της δεκαετίας του 1990. Μετά το 1995 οι Motörhead διατήρησαν την κλασική τριμελή σύνθεση, αφού έδιωξαν τον Würzel ύστερα από την ηχογράφηση του άλμπουμ Sacrifice, μέχρι που ο ξαφνικός θάνατος του Lemmy το 2015 σήμανε το τέλος του συγκροτήματος, 40 χρόνια μετά την ίδρυσή του.
Ο Lemmy παραπονιόταν ότι ο κόσμος δεν σεβόταν τα πιο καινούργια τραγούδια των Motörhead, παρόλο που στα τελευταία του χρόνια το συγκρότημα έβγαλε κάποιες από τις πιο συνεπείς κυκλοφορίες της καριέρας του, όπως το Overnight Sensation (1996), το We Are Motörhead (2000) και το 25 & Alive (2001). Η αλήθεια είναι ότι οι Motörhead δεν κατάφεραν ποτέ να ανακτήσουν τη μεγάλη δημοτικότητα που είχαν στα τέλη της δεκαετίας του ’70, ωστόσο η επιρροή τους στο μέταλ παραμένει τεράστια.
VENOM
Οι Venom ξεχύθηκαν από τη βόρεια Αγγλία με το ντεμπούτο τους Welcome To Hell του 1981. Η μουσική τους ήταν επηρεασμένη από πολλά συγκροτήματα του NWOBHM, αλλά από την άποψη της θεατρικότητας, πήγαν τη φάση με τον Σατανά πολύ παραπέρα, επινοώντας τη φράση Black Metal στον τίτλο του δεύτερου άλμπουμ τους το 1982.
Στην προσπάθειά τους να σοκάρουν, χρησιμοποίησαν όλα τα κόλπα, από τα ψευδώνυμα των μελών, που υποτίθεται ότι ήταν παρμένα από τις σελίδες του Νεκρονομικού –Abaddon (ντραμς), Cronos (μπάσο/φωνή), Mantas (κιθάρες)– μέχρι τον ξηρό πάγο, τα λέιζερ και τα πυροτεχνήματα στις συναυλίες τους.
Παρά τις αρχικές καινοτομίες τους, οι Venom δεν κατάφεραν να εξελίξουν το ακραίο, επιθετικό τους ύφος στους επόμενους δίσκους τους, ενώ πολλές από τις μπάντες που επηρέασαν, και ιδίως οι Metallica, θα τους ξεπερνούσαν όσον αφορά την αξιοπιστία.
Τη δεκαετία του 1980 η μπάντα κυκλοφόρησε άλλους δύο δίσκους με παρόμοιο ήχο, το At War With Satan το ’84 και το Possessed το ’85, πριν οι αλλαγές μελών τούς στερήσουν κάθε ταυτότητα – ο Mantas έφυγε πρώτος, αλλά μετά από μόλις δύο χρόνια επανήλθε, για να φύγει ο Cronos. Οι Venom συνέχισαν να βγάζουν άλμπουμ, αλλάζοντας συχνά μέλη μέχρι τις αρχές της δεκαετίας του 1990, όταν ο Abaddon, ο μόνος από την αρχική σύνθεση, έβαλε το συγκρότημα στην κατάψυξη.
Το 1998 επανασυνδέθηκαν με την αυθεντική σύνθεση, αλλά παρά το σημαντικό ενδιαφέρον που προκάλεσε αυτό στην ηπειρωτική Ευρώπη, όπου οι Venom παραμένουν μια ισχυρή παρουσία στο κύκλωμα των μέταλ φεστιβάλ, η Βρετανία και οι ΗΠΑ αντέδρασαν με αδιαφορία. Τελευταία, οι Venom αρκούνται να παίζουν στην Ευρώπη και να ξεζουμίζουν την παρακαταθήκη τους ως ιδρυτές του μπλακ μέταλ, αφήνοντας μπάντες σαν τους Cradle of Filth, τους Mayhem και τους Satyricon να σοκάρουν τα πλήθη.
INFO
Link για προ-παραγγελίες: https://brainfood.gr/proion/metallica-oi-istories-piso-apo-ta-tragoudia/
ISSUU: https://issuu.com/brainfood/docs/metallica_d75ba3a4a086d7







