Lamb of God – Into Oblivion

Από τις αρχές των 2000s μέχρι σήμερα, οι Lamb of God έχουν συνδεθεί όσο λίγες μπάντες με το κύμα του New Wave of American Heavy Metal. Ίσως μάλιστα να είναι το πρώτο όνομα που έρχεται στο μυαλό όταν ακούγεται αυτός ο όρος. Παρ’ όλα αυτά, η μουσική τους δεν χωρούσε ποτέ πραγματικά μέσα σε ένα και μόνο κουτάκι. Δεν ήταν ποτέ καθαρά thrash, ούτε ακριβώς metalcore, ούτε απλώς αυτό που συχνά ονομάζουμε groove metal, ένας όρος που ποτέ δεν μου έκατσε καλά και μοιάζει λίγο περιοριστικός για να περιγράψει αυτό που πραγματικά κάνουν. Ο ήχος τους υπήρξε εξαρχής ένα υβρίδιο. Από τη μία η επιθετικότητα και η κοινωνική οργή του hardcore παντρεμένη με τον όγκο και την τεχνική του metal. Προσωπικά τους θεωρώ μια από τις πρώτες μπάντες που άνοιξαν τον δρόμο για 

Τα δύο προηγούμενα άλμπουμ, τόσο το ομώνυμο του 2020 όσο και το Omens πριν 4 χρόνια μου είχαν αφήσει μια ελαφρώς διεκπεραιωτική εντύπωση. Ήταν δίσκοι καλοπαιγμένοι, με την τεχνική αρτιότητα και τον επαγγελματισμό που περιμένει κανείς από μια μπάντα αυτού του μεγέθους, όμως έμοιαζαν να κινούνται περισσότερο με την αδράνεια της καθιερωμένης φόρμουλας, ακόμα και αν αυτή ακόμα δουλεύει. Είχαν μεν τα riffs και τις στιγμές τους, αλλά ελάχιστα από αυτά τα τραγούδια έμειναν πραγματικά μαζί μου στον χρόνο. Δεν υπήρχε κάτι που να με κάνει να επιστρέψω σε αυτά, και κάπως έτσι κατέληξαν να χαθούν σχεδόν ολοκληρωτικά από τη μνήμη μου. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, το Into Oblivion μοιάζει σαν μια μικρή επαναφορά της μπάντας σε μια πιο αιχμηρή, πιο ουσιαστική δημιουργική τροχιά.

Το ομώνυμο κομμάτι ανοίγει τον δίσκο και λειτουργεί ως ένα πολύ καλό δείγμα της σημερινής τους ταυτότητας. Προφανώς το να περιμένουμε ένα new New American Gospel θα ήταν μη ρεαλιστικό. Οι Lamb of God φαίνεται να κινούνται πλέον ελαφρώς πιο μελωδικά, χωρίς όμως να εγκαταλείπουν τη βαριά groove βάση που τους έβαλε στον χάρτη. Ο κινητήριος μηχανισμός του ήχου παραμένει, όπως πάντα, οι κιθάρες των Mark Morton και Willie Adler με τα riffs να εξακολουθούν να αποτελούν το κέντρο βάρους της μουσικής. Το "Parasocial Christ" ήταν το κομμάτι που πραγματικά με έκανε να ακούσω τον δίσκο με άλλο αυτί. Πρόκειται για ένα single ευθύ, επιθετικό που κινείται με ταχύτητα σχεδόν εγκληματική και γεμάτο από εκείνη την crossover thrash ενέργεια που υπενθυμίζει τις hardcore ρίζες της μπάντας. Είναι ακριβώς το είδος τραγουδιού που περίμενα από τους Lamb of God εδώ και πολλά χρόνια.

Το "Sepsis" κινείται σε εντελώς διαφορετική κατεύθυνση. Η αισθητική του αγγίζει πιο industrial περιοχές, θυμίζοντας περισσότερο την ψυχρότητα των Big Black παρά το χάος των Black Flag. Αυτή η προσέγγιση επιστρέφει με διαφορετικό τρόπο στο "A Thousand Years", όπου το καταπιεστικά παχύ μπάσο καταπίνει σχεδόν τα πάντα στο πέρασμά του. Η παραγωγή είναι καθαρή και βαριά, ακριβώς όπως τους αρμόζει, χωρίς να ακούγεται υπερβολικά μηχανική, ένα σφάλμα στο οποίο πέφτουν πολλές μπάντες στο μέγεθός τους τα τελευταία χρόνια. 

Στιχουργικά, ο Randy Blythe παραμένει σταθερός στο θεματικό του πεδίο. Οι στίχοι του περιστρέφονται γύρω από έναν κόσμο που μοιάζει να αποσυντίθεται. Ο τρόπος που χειρίζεται τον ρυθμό των λέξεων, πότε σχεδόν αφηγηματικά, άλλωτε σαν να ραπάρει πάνω από τις μπασογραμμές και πότε με εκρηκτικά ξεσπάσματα, τον κάνει να μοιάζει με αφηγητή μιας σκοτεινής πραγματικότητας. Ενός κόσμου που βυθίζεται σταδιακά σε πόλωση, κοινωνική αποσύνθεση και ψηφιακή αποξένωση... into oblivion. Το "The Killing Floor" είναι πιθανότατα το πιο κλασικό Lamb of God κομμάτι του δίσκου. Η μπάντα έχει βγάλει το ψωμί της όλα αυτά τα χρόνια πάνω σε αυτές τις βαριές γκρούβες και τα φαινομενικά απλοϊκά αλλά ακαταμάχητα riffs. Και όταν έρχεται το breakdown, όλα τα υπόλοιπα περιττεύουν. Η ένταση είναι σχεδόν καταστροφική, με τα τύμπανα του Art Cruz να χτυπούν με την ορμή ενός AR15.

Το "El Vacío" αλλάζει απότομα το ύφος του δίσκου. Δεν είναι η πρώτη φορά που οι Lamb of God πειραματίζονται με πιο καθαρές και μελωδικές συνθέσεις, η αρχή είχε γίνει ήδη από το The Duke, με τις αντιδράσεις τότε να είναι ανάμεικτες. Το σίγουρο είναι πως ο Randy είναι ένας καταπληκτικός τραγουδιστής και μπορεί να υποστηρίξει αυτό το ύφος απόλυτα, ακόμα και αν δεν με βρίσκει μαζί του στο μεγαλύτερο μέρος. Ίσως όμως είμαι στην μειοψηφία, καθώς είναι κάτι που ομολογουμένως το κοινό φαίνεται να αγκαλιάζει όλο και περισσότερο, κάτι που αποδεικνύει και η απότομη επιτυχία συγκροτημάτων όπως οι Whitechapel τα τελευταία χρόνια. Εδώ, πάντως, δείχνει πόσο ολοκληρωμένος τραγουδιστής έχει γίνει. Μπορεί να μην κρατά πλέον τις ψηλές κραυγές με την ίδια διάρκεια όπως παλιότερα, όμως τα βαθιά growls του είναι πιο δυνατά από ποτέ, ενώ τα πιο "τραγουδιστά" περάσματα αποδίδονται με εντυπωσιακή άνεση χωρίς να παθαίνει ευτυχώς ParkwayDriveίτιδα. 

Μετά το ευχάριστο μελωδικό διάλειμμα, το "St. Catherine’s Wheel" επιστρέφει δειλά στο γνώριμο έδαφος των riffs και της ταχύτητας πριν καταλήξει σε ένα breakdown που μοιράζει φάπες σε κάθε δύσπιστο το οποίο δίνει τη θέση του στο "Blunt Force Blues", τον πραγματικό κρανιοθραύστη του δίσκου και εκείνο που έχει γράψει τα περισσότερα replays ως τώρα.

Το "Bully" είναι το πιο κιθαριστικό κομμάτι του δίσκου, γεμάτο με riffs που δείχνουν γιατί το δίδυμο Morton–Adler παραμένει από τα πιο χαρακτηριστικά στο σύγχρονο metal ακόμα και αν ορισμένα θάβονται πίσω από τον όγκο. Με το "Devise / Destroy" επιλέγουν να κλείσουν τον δίσκο δια της καθαρτικής οδού παρά με ωμή βία κλιμακώνοντας με καταπληκτικό τρόπο το Into Oblivion.  

Σε διάφορα σημεία του άλμπουμ εμφανίζονται πιο ατμοσφαιρικά περάσματα, μελωδικές υφές ή στιγμές που φλερτάρουν με industrial στοιχεία. Ορισμένες από αυτές τις ιδέες κρατούν το ενδιαφέρον ζωντανό και δίνουν νέο αέρα στον ήχο της μπάντας, ενώ άλλες θα μπορούσαν ίσως να έχουν περιοριστεί λίγο περισσότερο. Παρ’ όλα αυτά, δεν υπάρχει πραγματικά περιττό υλικό εδώ. Κανένα τραγούδι δεν μοιάζει να υπάρχει απλώς για να γεμίσει τη διάρκεια. Σε μια εποχή όπου πολλοί βετεράνοι μοιάζουν να ανακυκλώνουν τον εαυτό τους χωρίς ιδιαίτερη έμπνευση, οι Lamb of God καταφέρνουν με το Into Oblivion να παρουσιάσουν έναν δίσκο που διατηρεί τη φλόγα της δημιουργικότητας ζωντανή, αλλά και την ταυτότητα ακέραιη. Ο καλύτερος δυνατός δίσκος που θα μπορούσε να ζητήσει ο έφηβος εαυτός μου το 2013.

 

Ακολούθησε το Avopolis Network στο Google News

 

Διαβάστε Ακόμα

Featured