Larry June, Curren$y & The Alchemist – Spiral Staircases

Δεν πρόκειται για πρωτόγνωρη σύνθεση, μιας και οι δύο rapper έχουν βρεθεί ο καθένας σε feat τραγουδιού του άλλου, συνυπάρχοντας μάλιστα και υπό την παραγωγή του  The Alchemist, στο κομμάτι "Baragán Lightning", από τον δίσκο The Great Escape του Larry June. Επιπλέον, ο The Alchemist έχει συνεργαστεί με αμφότερους σε επίπεδο δίσκου, με σχετική επιτυχία, οπότε η συνταγή για να πάει καλά το Spiral Staircases προυπήρχε, καταφέρνοντας να αποφύγουν εν μέρει τις αδυναμίες στις οποίες υπέπεσαν οι παλιότερες αυτές κυκλοφορίες. Τόσο ο Larry June, όσο και ο Curren$y έχουν δύο από τις χαρακτηριστηκότερες χροιές και πατήματα στην ραπ σκηνή, τα οποία βέβαια πολλές φορές τείνουν να γίνονται επαναλαμβανόμενα και βαρετά, μιας και κανένας από τους δύο δεν έχει δείξει διάθεση να αλλάζει από κομμάτι σε κομμάτι το ύφος του ριζικά.

Ίσως για μένα ξεχωρίζει σαν καλλιτέχνης ο Larry, μιας και όπως επιβεβαιώνει και στο κομμάτι "Drive Alone", καταφέρνει να προσφέρει πολύ καλά ρεφρέν και μελωδίες, που συμβαδίζουν με τα αργά bpm στα οποία του αρέσει να παίζει μπάλα. Αυτό το flow-ομιλία που τον διακρίνει νιώθω το έχει τελειοποιήσει και χάρη και στον The Alchemist, δημιουργεί ένα ιδιαίτερο ατμοσφαιρικό vibe. Αυτό το καταλαβαίνει κανείς από το 1ο κομμάτι του δίσκου το "Stars On The Roof", όπου ο  Larry, ώ μα τι έκπληξη, μιλάει για χλιδάτη ζωή και όμορφες στιγμές, ενώ σαλπάρει πάνω σε ένα αργό sample, το οποίο συνθέτουν ένα ιδιαίτερο drum pattern, ένα διακριτικό synth στο background και ένα αιθέριο riff κιθάρας, ενώ και ο Curren$y, κουβαλάει το vibe του κομματιού εξίσου αβίαστα. Παρόμοιο μοτίβο συναντάται και στο προαναφερθέν "Drive Alone", αυτή τη φορά το κλασσικό αργό flow του Larry και τις ανορθόδοξες ρίμες του Spitta ντύνουν μερικά κόρντα από rhodes, cymbals και ένα catchy bass line, συνθέτοντας έτσι έναν ύμνο του μεταμεσονύχτιου ταξιδιού.

Σε αντίθεση αυτού του απόλυτα laid back και αργού vibe στο οποίο διακρίνονται και οι δύο MCs, υπάρχουν και τα κάπως πιο καταμέτωπα και "φτύνω μπάρες" κομμάτια του δίσκου, όπως το "Everything Allocated", όπου αμφότεροι ξεδιπλώνουν άπλετα το ταλέντο τους να καυχιούνται και να φλεξάρουν πάνω σε ένα πιανάκι και ένα τέλεια σχεδιασμένο drum pattern από τον θείο Alchemist, αισθητική που νιώθω ταίριαξε καλύτερα στον Curren$y. Αυτή η μονότονη χροιά του σαν να μιλάει μέσα από τα δόντια του, σε συνδυασμό με τις πιο ιδιαίτερες ομοιοκαταληξίες που διαμορφώνει μέσα στα μέτρα αναδυκνείεται εξίσου και στο "2.P.I.G.", όπου επίσης και ο Larry δίνει ένα από τα αγαπημένα μου verse στο δίσκο, με ποικιλία στο flow του και μπάρες γεμάτες χλιδή και braggadocio.

Ίσως η πιο άστοχη παραγωγή στο δίσκο να βρίσκεται στο "Palo Santo", που ενώ το riff του μπάσου είναι τρομερά catchy, η μελωδία του synth που μπαίνει και έρχεται στο κομμάτι, πιο πολύ υποβαθμίζει και βουλιάζει την ερμηνεία των rapper, δημιουργώντας ένα κάπως ασύμβατο και δίχως συνοχή αποτέλεσμα. Βέβαια ευτυχώς, ο The Alchemist,  φυλούσε την αγαπημένη μου παραγωγή του δίσκου για το τέλος και το "Empty Pages". Όπως συνηθίζει να κάνει, άπλωσε μια μεγάλη λούπα 8 μπάρων γύρω στα, αγαπημένα του, 70 bpm, η οποία περιλαμβάνει ένα υπέροχο vocal, ένα σχεδόν εθιστικό ριφάκι από κάτι που θυμίζει πνευστό, δημιουργώντας τις τέλειες συνθήκες ιδιαίτερα για τον  Larry να αναδείξει το κομμάτι του στο track αυτό, ενώ και ο ίδιος ο The Alchemist εμφανίζεται, φτύνοντας με το αγαπημένο μου earl inspired flow.

Καταληκτικά, δεν έχω να πω πολλά πράγματα για το δίσκο, τα οποία δεν είναι ήδη προφανή. Αυτός ο δίσκος είναι τέλειος για τους φανς των εκάστοτε καλλιτεχνών, πληκτικός για τους haters τους. Αμφότεροι οι rappers συνεχίζουν να πατάνε στο έδαφος το οποίο έχουν καλλιεργήσει εδώ και χρόνια, με μάλλον, βέβαια, εξέχουσα ερμηνεία του Larry, μιας και το χρώμα που δίνει στη φωνή του δίνει ένα παραπάνω ενδιαφέρον από την κατά τα άλλα, μονότονη φωνή του Curren$y. Ο The Alchemist συνεχίζει να διαχειρίζεται samples τα οποία ξέρει ότι μεγιστοποιούν τα πλεονεκτήματα αμφότερων των καλλιτεχνών, δίχως να ξεφεύγει από την πεπατημένη του. Η μικρή διάρκεια του δίσκου σε μόλις 23 λεπτά βοηθάει να μην βουλιάξει ο ακροατής στο κάπως μονοδιάστατο αποτέλεσμα, αλλά από την άλλη η φόρμουλα του "Verse 1 – Interlude - Verse 2" που χρησιμοποιήθηκε σχεδόν σε όλα τα κομμάτια με έκαναν να θέλω κάτι παραπάνω που θα προσέθετε μια έξτρα νότα στο δίσκο, είτε αυτό θα ήταν ένα bridge, είτε ένα beat switch, ή έστω ένα hook, όπως έγινε στο "Drive Alone". Όπως και να χει, η ιδιαιτερότητα και η μοναδικότητα που χαρακτηρίζει και τους 3 συνδημιουργούς του δίσκου αυτού, καθιστά το αποτέλεσμα αρκετά καλό, ώστε να απέχει πολύ από ένα άβολο και ασύνδετο ηχητικά αποτέλεσμα.

 

Ακολούθησε το Avopolis Network στο Google News

 

Διαβάστε Ακόμα

Featured