Maria BC – Marathon

Aπό την πρώτη κιόλας νότα του παραμορφωμένου και υποχθόνιου μπάσου, πριν ακόμα σκάσουν οι κιθάρες, καταλαβαίνεις ότι η Maria BC ανοίγει ένα μονοπάτι δικό της μέσα στην ομίχλη. Με το τρίτο της άλμπουμ, Marathon, η δημιουργός από το Oakland δεν εγκαταλείπει τον ομιχλώδη, ψυχεδελικό folk κόσμο που έχτισε στα προηγούμενα άλμπουμ της, απλά εδώ ανοίγει περισσότερους δρόμους και, ίσως για πρώτη φορά, αφήνεται να κινηθεί σ’ αυτούς με λίγο περισσότερη τόλμη και θάρρος.

Στους προηγούμενους δίσκους της, όπως το Hyaline (2022) και το Spike Field (2023), η Maria BC παρουσίασε μακρόσυρτες ηχητικές ενότητες: ambient τοπία, ηλεκτρονικά κολάζ, field recordings και ακουστικές μελωδίες που απλώνονταν σαν ενιαίες, αργές αφηγήσεις. Το Marathon αλλάζει ελαφρώς την ισορροπία. Αντί για μια συνεχή ηχητική ροή, εδώ η δημιουργός στρέφεται περισσότερο στο τραγούδι ως αυτόνομη μορφή. Τα κομμάτια είναι πιο σύντομα, πιο άμεσα, χωρίς όμως να εγκαταλείπουν την ατμοσφαιρική πολυπλοκότητα που χαρακτηρίζει τη δουλειά της.

Ο ήχος παραμένει βαθιά κινηματογραφικός. Οι κιθάρες λειτουργούν ως μελωδικός άξονας, αλλά συχνά πέφτουν μέσα σε μακρόσυρτα synths, νεοκλασικές υφές και λεπτές στρώσεις ηλεκτρονικού θορύβου. Φυσικά, πάνω από όλα αιωρείται η χαρακτηριστική mezzo-soprano φωνή της Maria BC: εύθραυστη, σχεδόν διάφανη, αλλά με μια παράξενη εσωτερική ένταση.

Το ομώνυμο εναρκτήριο κομμάτι θέτει τον τόνο με έναν σχεδόν παραπλανητικό τρόπο. Η παραμορφωμένη εισαγωγή θυμίζει την εκρηκτική κιθαριστική ατμόσφαιρα των My Bloody Valentine, ενώ σε άλλες στιγμές η φωνητική παρουσία φέρνει στον νου τη σωματική, σχεδόν πνιγηρή ευθραυστότητα του Arthur Russell ή ακόμα και τα γνώριμα σπασίματα της Beth στις πιο χαρακτηριστικές στιγμές της. Ωστόσο ο δίσκος δεν κυνηγά αυτή την ένταση ξανά και ξανά, αλλά αντίθετα επιλέγει να επιμεληθεί την κάθε λεπτομέρεια με υπομονή, και να δώσει τον δικό του τόνο αφήγησης.

Τα περισσότερα τραγούδια κινούνται σε μια περιοχή ανάμεσα στην εξομολόγηση και την ατμόσφαιρα. Θέματα όπως η σύνδεση, η οικειότητα και η προσπάθεια διατήρησης εύθραυστων σχέσεων διατρέχουν τον δίσκο σαν χαμηλό ρεύμα. Το "Peacemaking" είναι μια πανέμορφη μπαλάντα που ανοίγεται στη σχεδόν υπνωτική μονοτονία της, αφήνοντας την κιθάρα και τα διακριτικά πλήκτρα να δημιουργήσουν έναν ήσυχο, κυκλικό παλμό. Η φωνή της Maria BC κινείται απαλά πάνω από αυτό το λιτό υπόστρωμα, σαν μια σκέψη που επαναλαμβάνεται μέχρι να βρει γαλήνη. Χωρίς δραματικές κορυφώσεις, το κομμάτι χτίζει τη δύναμή του μέσα από τη συγκράτηση, μετατρέποντας την απλότητα σε χώρο στοχασμού και εσωτερικής συμφιλίωσης. Το "Rare" μια άλλη πιο χαρακτηριστική στιγμή του άλμπουμ, με περισσότερα κρουστά και ατμοσφαιρικά synths στο υπόβαθρο, είναι ένα κομμάτι όπου μια ήρεμη μελωδία διακόπτεται από υπόγειες τονικότητες θορύβου που εμφανίζονται και εξαφανίζονται σαν φευγαλέες σκέψεις.

Το "Port Authority" φέρνει μια απότομη μετατόπιση στην ατμόσφαιρα του δίσκου, με παραμορφωμένα, σχεδόν υδάτινα samples να μπλέκονται με μια μεταλλική, σπειροειδή ρυθμική βάση που απομακρύνεται έντονα από τον μελαγχολικό ακουστικό τόνο των προηγούμενων κομματιών. Το "The Sound" θα μπορούσε να είναι ένα μεταλλαγμένο βαλς για μαριονέτες: μια σύνθεση που κινείται με έναν ελαφρώς κουτσό ρυθμό, σαν μηχανισμός που πάλλεται ανάμεσα στην κομψότητα και την αποσύνθεση. Οι κιθάρες, τα μεταλλικά κρουστά και τα διακριτικά ηλεκτρονικά στρώματα σχηματίζουν μια αλλόκοτη χορογραφία, ενώ η φωνή της Maria BC αιωρείται πάνω από το κομμάτι σαν αφηγητής ενός ονειρικού θεάτρου σκιών. Το "Night & Day" είναι μια από τις κορυφαίες στιγμές του άλμπουμ, ένα τραγούδι που στέκεται κυρίαρχο για την ήρεμη, σχεδόν υπνωτική του ένταση. Η μελωδία ξεδιπλώνεται αργά, με τις κιθάρες και τα διακριτικά σαξόφωνα να δημιουργούν έναν χώρο εύθραυστης ισορροπίας, όπου η φωνή της Maria BC λειτουργεί περισσότερο σαν ψίθυρος εσωτερικού μονολόγου παρά σαν κεντρική δραματική χειρονομία. Είναι από εκείνα τα κομμάτια που δεν αναζητούν καμία κορύφωση, αλλά θέλουν να πλέξουν μια ατμόσφαιρα και να μείνουν για πάντα σ' αυτή. Λίγο πριν το τέλος, ένα άλλο ηλεκτρονικό ιντερλούδιο, το "Channels" ανοίγει προς μια πιο φωτεινή κατεύθυνση, με ανερχόμενα synths και κομμένες φωνητικές φράσεις που δημιουργούν μια στιγμιαία αίσθηση ελπίδας, πριν ο δίσκος επιστρέψει σε πιο σκοτεινή διάθεση με το "Miami", ένα υπέροχο εύθραυστο φινάλε, που βαδίζει πάνω σε ένα ήσυχο υπόκωφο εμβατήριο, για να χαθεί σε μια ήσυχη, στοχαστική μελαγχολία.

Το ενδιαφέρον στο Marathon δεν βρίσκεται τόσο σε μεγάλες κορυφώσεις (αυτές είπαμε δεν υπάρχουν) όσο στον τρόπο που τα κομμάτια μετακινούνται ανάμεσα στο άδειο και το γεμάτο. Κάποιες στιγμές ο ήχος του είναι σχεδόν γυμνός, άλλες γίνεται σκοτεινός και βαρύς. Και αυτή η διακύμανση αποκαλύπτει μια δημιουργό που σκέφτεται τη μουσική σαν έναν ηχητικό κολάζ. Ίσως το άλμπουμ να μην διαθέτει την ενιαία, υπνωτική αφήγηση του Spike Field. Όμως κερδίζει σε εύρος. Είναι το πιο πολυσχιδές έργο της Maria BC μέχρι σήμερα, μια συλλογή τραγουδιών που αφήνει διαφορετικές πτυχές της αισθητικής της να συνυπάρξουν για πρώτη φορά στο ίδιο κάδρο.

 

Ακολούθησε το Avopolis Network στο Google News

 

Διαβάστε Ακόμα

Featured