Victoryland

Victoryland ονομάζεται το προσωπικό project του κιθαρίστα Julian McCamman, γνωστότερου για τη συμμετοχή του ως μέλος της DIY indie σκηνής της Φιλαδέλφειας και των Blood, μιας μπάντας  που κινήθηκε ανάμεσα στο θορυβώδες punk και την συναισθηματικά φορτισμένη indie rock. Μετά τη διάλυση του συγκροτήματος, ο McCamman βρέθηκε σε μια γνώριμη για πολλούς καλλιτέχνες, αλλά πάντα επικίνδυνη δημιουργική συνθήκη, έχοντας να αναμετρηθεί με την δημιουργία μίας νέας καλλιτεχνικής ταυτότητας. Μέσα από το ντεμπούτο My Heart Is A Room With No Cameras In It, που κυκλοφορεί από την Good English Records μεταφέρει την ένταση της μπάντας σε ένα πιο προσωπικό, εσωτερικό πλαίσιο τραγουδοποιίας.

Ο δίσκος γράφτηκε και ηχογραφήθηκε ανάμεσα σε δύο χώρους, το υπόγειο στούντιο του McCamman και το επαγγελματικό studio του παραγωγού Dan Howard στο Williamsburg. Η διπλή αυτή γεωγραφία αποτυπώνεται άμεσα στον ήχο, αφενός με τη διατήρηση μιας οικειότητας που αναγνωρίζουμε στα demo, αφετέρου με την παραγωγή να οργανώνει και επεκτείνει αυτές τις πρώτες ιδέες σε πλήρεις pop κατασκευές. Το αποτέλεσμα δεν είναι ούτε lo-fi ούτε καθαρά studio pop, με τα φωνητικά σε κάθε περίπτωση γίνονται το βασικό συνεκτικό στοιχείο, συχνά εύθραυστα, άλλοτε ειρωνικά και άλλοτε απελπισμένα ειλικρινή, σαν να καταγράφουν τις σκέψεις πριν προλάβουν να φιλτραριστούν.

Ο ίδιος ο τίτλος του δίσκου λειτουργεί ως ξεκάθαρη κεντρική αισθητική δήλωση. Το My Heart Is A Room With No Cameras In It μιλά για ένα χώρο προστατευμένο από την καταγραφή και την επιτήρηση, μακριά από τη συνεχή έκθεση και τις απαιτήσεις της online κουλτούρας που βασίζεται στη αυτοπαρουσίαση και το διαρκές μοίρασμα κάθε συναισθήματος τη στιγμή που συμβαίνει. Η καρδιά έχει το δικό της παλμό και τα δικά της ανεξομολόγητα, και ο McCamman επιλέγει ποια και πως θα μοιραστεί, με μια σχεδιασμένη αμεσότητα που θυμίζει την indie των 00s – τότε που το διαδίκτυο αντιμετωπιζόταν με αμηχανία και ενθουσιασμό, αλλά η ζωή παρέμενε εκεί έξω, στους δρόμους, τα μπαρ, στο άγγιγμα.

Τα δέκα κομμάτια του άλμπουμ (που να σημειωθεί πως, διόλου τυχαία, κυκλοφόρησε σε φυσική μορφή μόνο σε κασέτα) χρησιμοποιούν την ποπ ως μέσο κάθαρσης για τις δυσκολίες της αγάπης, την συναισθηματική αποσύνδεση, το ανικανοποίητο της επιθυμίας και του υπαρξιακού κενού. Όπως περιγράφει ο ίδιος ο McCamman, στα λίγα λεπτά που διαρκεί κάθε τραγούδι επιδιώκει όχι να εξαφανίσει τον πόνο, αλλά να τον συμπιέσει σε μικρές ποπ δόσεις μέσα στις οποίες μπορεί κανείς να βρει σημεία σύνδεσης που θα γλυκάνουν, λιγάκι, τη μοναξιά. Και τα καταφέρνει, με κιθαριστικές και ρυθμικές επαναλήψεις που θυμίζουν LCD Soundsystem, με μεγαλόπνοα hooks α λα The New Pornographers και ειλικρινή εκφορά των στίχων που έχει κάτι από Car Seat Headrest.

Η έναρξη γίνεται με το “Here I Stand”, με την 00s παιχνιδιάρικη, μελαγχολία και τον ελαφρώς αποσυντονισμένο ρυθμό να δημιουργούν μια αίσθηση αβεβαιότητας.

Το “No Cameras” συνεχίζει την ιδέα της έκθεσης, αλλά με πιο ποπ δυναμική και την ερμηνεία να μετεωρίζεται μεταξύ της επιθυμίας για ορατότητα και στον φόβο αυτής. Είναι ένα από τα πιο άμεσα κομμάτια του δίσκου, χωρίς όμως να εγκαταλείπει την αμηχανία που χαρακτηρίζει συνολικά το έργο.

Το “I got god” και το “Keep Me Around” μπορούν να ιδωθούν ως ένα δίπτυχο, μιας και τα δύο εξερευνούν σχέσεις εξάρτησης και συναισθηματικής σύγχυσης μέσα από αντιθέσεις ήχου και περιεχομένου. Στο πρώτο, ένα επαναλαμβανόμενο synth μοτίβο δημιουργεί ένταση που μοιάζει να καταρρέει πάνω στον αφηγητή, ενώ στο δεύτερο η σχεδόν συναισθηματική υπερβολή της μελωδίας έρχεται σε αντίθεση με τους στίχους που περιγράφουν μια σχέση ασταθή και πιθανώς τοξική. Η pop φόρμα εδώ καμουφλάρει τα πιο σκοτεινά συναισθήματα, θυμίζοντας ακριβώς τον τρόπο που οι Car Seat Headrest αναπτύσσουν εσωτερικούς μονόλογους σε pop/rock δομές.

Το “Arcades” και το “Blur” σχηματίζουν έναν πιο εσωστρεφή πυρήνα, με την παραγωγή να γίνεται πιο ατμοσφαιρική, τους ρυθμούς να χαλαρώνουν και τις εικόνες να αποκτούν μια αφαιρετικότητα. Το ενδιαφέρον, όμως, δεν βρίσκεται τόσο στη δραματική κορύφωση όσο στην αίσθηση αιώρησης, σαν αναμνήσεις που παραμένουν θολές. Ο McCamman φαίνεται να αποδέχεται την ασάφεια ως συναισθηματική κατάσταση, επιτρέποντας στα τραγούδια να παραμείνουν ανοιχτά και να αγκαλιάζουν την early-2000s indie αισθητική, εκείνη που κατέστησε την αμηχανία αισθητική αξία.

Το “You Were Solved” επαναφέρει την ενέργεια με πιο έντονο ρυθμικό χαρακτήρα και λέξεις που λέγονται αγανακτισμένα, χωρίς όμως να εγκαταλείπει τη μελαγχολία.  Στη συνέχεια, το “Beach Death” αποτελεί την πιο εύθραυστη στιγμή του άλμπουμ, και μάλλον την πιο ποπ. Η λιτή πιανιστική δομή αφήνει τη φωνή εκτεθειμένη, αποκαλύπτοντας τα όρια της, ενισχύοντας την αίσθηση οικειότητας αλλά ταυτόχρονα δημιουργώντας και μια σκόπιμη δυσφορία, καθώς η ερμηνεία αρνείται να γίνει όμορφη με τον συμβατικό τρόπο.

Το “Fits”, ίσως το κεντρικό κομμάτι του δίσκου, επεκτείνει την έννοια της επανάληψης ως συναισθηματικής διαδικασίας, όπως την δίδαξε η παρέα του James Murphy. Η μακρά εισαγωγή και η σταδιακή συσσώρευση οργάνων δημιουργούν την αίσθηση συνεχούς κίνησης που επιτρέπει την εσωτερική κάθαρση.

Το κλείσιμο με το “I’ll Show You Mine” επαναφέρει την απλότητα, αλλά πλέον με διαφορετικό βάρος. Οι jangly κιθάρες και η σχεδόν χαρούμενη επιφάνεια αντιπαρατίθενται με στίχους γεμάτους ευαλωτότητα που επαναλαμβάνονται, υπενθυμίζοντας το ρίσκο που φέρει πάντοτε η ανθρώπινη σύνδεση.

Συνολικά, το My Heart Is A Room With No Cameras In It δεν θα λέγαμε πως βασίζεται σε εντυπωσιακές καινοτομίες, αλλά στη λεπτή ισορροπία ανάμεσα στην ειλικρίνεια και την κατασκευή. Ο McCamman δεν προσποιείται ότι καταγράφει κάποια ακατέργαστη αλήθεια, αλλά αντίθετα, δείχνει πώς η αλήθεια διαμορφώνεται μέσα από τη μορφή του τραγουδιού. Η μεγαλύτερη επιτυχία του άλμπουμ βρίσκεται στο συναίσθημα της ελεγχόμενης έκθεσης. Ο McCamman δεν απογυμνώνεται πλήρως, αλλά επιλέγει τι θα δείξει και τι θα αφήσει ασαφές. Αυτή η συνειδητή μερικότητα είναι που κάνει τον δίσκο να μοιάζει ανθρώπινος, χωρίς όμως να μετατρέπει την ευαλωτότητα αισθητικό cliché. Κι η ανθρωπιά του, στην ψηφιακή εποχή, η νοσταλγία του και η καθαρότητα του, τον καθιστούν τελικά ένα πραγματικά όμορφο δίσκο.

 

Ακολούθησε το Avopolis Network στο Google News

 

Διαβάστε Ακόμα

Featured