Πολλα συγκροτήματα διαλύονται, χάνονται για πάντα. Κάποια άλλα, αλλάζουν επειδή δεν γίνεται αλλιώς. Οι Injury Reserve ανήκουν στη δεύτερη κατηγορία. Αναγκαστικά, επειδή η ζωή, με εκείνη τη χοντροκομμένη της ευγένεια, τους αφαίρεσε τον Groggs και άφησε πίσω δύο ανθρώπους να κοιτάνε ένα παρελθόν που δεν μπορούσε πια να συνεχιστεί με το ίδιο όνομα. Οπότε, ο RiTchie και ο Parker Corey δεν μπήκαν καν στον κόπο να κάνουν κάποιο rebrand, απλώς έκαναν μια μετάβαση πένθους και γι' αυτό οι By Storm δεν είναι «η συνέχεια» των Injury Reserve, αλλά το αποτύπωμα όσων έμειναν όταν έσβησε η βεβαιότητα ότι η τέχνη μπορεί να συνεχίσει σαν να μη συνέβη τίποτα.
Το νέο άλμπουμ My Ghosts Go Ghost δεν προσπαθεί καθόλου να το παίξει άνετο, δεν ζητάει καμία κατανόηση, είναι λυτρωτικό όσο πρέπει και στο σύνολό του είναι ένας δίσκος που ακούγεται σαν εσωτερικός μονόλογος, όταν η ζωή αλλάζει, και εσύ νιώθεις ένοχος που θέλεις «λίγο ακόμα μόνο για εσένα». Η φωνή του RiTchie εκτίθεται. Παραδέχεται τη μικρότητα, την εμμονή, την ανάγκη να κρατήσει κάτι πριν αλλάξει για πάντα. Κάπου μπορεί να φαίνεται πως ωραιοποιεί το γεγονός ότι κάνει την εγκυμοσύνη της συντρόφου του κομμάτι του δικού του μουσικού δράματος. Το ξέρει. Και το λέει. Και συνεχίζει. Κι εκεί βρίσκεται η ενόχληση, και η ειλικρίνεια. Στο "Dead Weight", το βάρος γίνεται κυριολεκτικό. Tα locs είναι μνήμη. Είναι σώμα που κουβαλά απώλεια. Οι άλλοι λένε «κόψ’ τα, θα ελαφρύνεις». Εκείνος ξέρει ότι αν τα κόψει, κάποιος ξεχνιέται. Κι αυτός ο κάποιος δεν αντέχεται να χαθεί δεύτερη φορά.
Ο Parker Corey χτίζει έναν ήχο με beats που μοιάζουν μισοτελειωμένα, παραμορφώσεις που λειτουργούν σαν ψυχικά artifacts στο μυαλό ενός πεινασμένου υπολογιστή, κενά που δεν γεμίζουν. Είναι μουσική που θυμίζει περισσότερο εγκατάσταση παρά άλμπουμ. Κάτι ανάμεσα σε hip hop, noise και το άγχος του να μεγαλώνεις χωρίς manual. Και αν οι Injury Reserve έπαιζαν με τη διάλυση της φόρμας, οι By Storm παίζουν με τη διάλυση του εαυτού. Όχι, δεν υπάρχει ειρωνεία εδώ. Υπάρχει σοβαρότητα. Και μια περίεργη, σχεδόν τρομακτική τρυφερότητα.
Στο "Grapefruit" ο RiTchie ανοίγεται κυριολεκτικά, σκίζει τον εαυτό του, και το μόνο που παίρνει πίσω είναι ένα σχεδόν αδιάφορο βλέμμα. Είναι η πιο αγχώδης στιγμή του άλμπουμ: μια καταγραφή του κενού ανάμεσα σε αυτό που νομίζει πως προσφέρει και σε αυτό που τελικά φτάνει στους άλλους. Y2K αισθητική και κατηγορίες συνυπάρχουν στην ίδια ανάσα, όχι επειδή σχετίζονται, αλλά επειδή το ίντερνετ τα ισοπεδώνει όλα σε content. Και στο τελευταίο ρεφρέν το «μέσα» μοιάζει «κάπως σαν grapefruit», ορατό, σαρκώδες, ζουμερό, και τελικά εντελώς ασήμαντο για όποιον κοιτάζει απ’ έξω.
Το "Zig Zag" ξεκινά σαν εξομολόγηση χαμηλής έντασης, ένας ακόμη μονόλογος ακουμπισμένος πάνω σε μια ήσυχη, σχεδόν ντροπαλή κιθάρα. Κι ύστερα κάτι χαλάει. Το κομμάτι διαλύεται και ξαναστήνεται ως μια μάζα από σπασμένα beats και μπάσα που τρεμοπαίζουν την ώρα που ένας πεινασμένος υπολογιστής τα καταβροχθίζει και τα φτύνει πίσω παραμορφωμένα μέσα από δεκάδες τυχαία effects. Μοιάζει με τον ήχο της σκέψης όταν περνά από άνθρωπο σε μηχανή και επιστρέφει αλλοιωμένη από συχνότητες που ζαλίζουν τα αυτιά, με λιγότερο συναίσθημα, περισσότερη ένταση, περισσότερη ανάγκη για έλεγχο του τυχαίου.
Η συμμετοχή του Βilly Woods στο "Best Interest" μπαίνει σαν κρύο ρεύμα από ανοιχτό παράθυρο. Κι εδώ όλα ξεκινούν από μια στραπατσαρισμένη κιθάρα. Οι στροφές του RiTchie κινούνται με κανόνες επιβίωσης που σταδιακά ξινίζουν σε παράνοια: φιμέ τζάμια, κοίτα τη δουλειά σου, μη δίνεις το νούμερό σου σε κανέναν. Και μετά μπαίνει ο Woods και μετατρέπει το «ποιος ρωτάει να μάθει;» από πόζα σε καθαρό φόβο. Μόνος με φαντάσματα, σχεδιάζοντας κόκαλα με κάρβουνο, αναρωτιέται αν ο δρόμος τελειώνει πριν προλάβεις να το καταλάβεις. Εκεί αλλάζει η θερμοκρασία όλου του κομματιού και οι οδηγίες του RiTchie αρχίζουν να ακούγονται λιγότερο σοφές και περισσότερο τρομαγμένες.
Στο "Double Trio 2" που ξεκινάει και εξελίσσεται σε μια διαστημική όπερα υπό την αστρική διεύθυνση του Sun Ra, το «but I want niggas to know» επιστρέφει ξανά και ξανά, την ώρα που οι στίχοι προσπαθούν να πείσουν τον εαυτό τους να ξεκινήσει από την αρχή. Η αντίφαση δεν λύνεται γιατί απλά το κομμάτι δεν ενδιαφέρεται να τη λύσει. Το να σε βλέπουν εκτεθιμένο μετά την καταστροφή έχει την ίδια σημασία με το να την ξεπεράσεις. Τα φωνητικά χάνονται πίσω από το σαξόφωνο. Παίζουν στο διπλανό δωμάτιο. Και το τραγούδι γίνεται ένα μήνυμα που δεν απευθύνεται πια σε κάποιον συγκεκριμένο, αλλά αιωρείται σαν σήμα κινδύνου στο διάστημα.
Όταν σκάνε τα πρώτα μπουκωμένα ακόρντα του "And I Dance", με ένα synth που ακούγεται σαν φλάουτο χαμένο στο βάθος, καταλαβαίνεις ότι έφτασε η στιγμή που αυτό το άλμπουμ δεν θα σου μιλήσει άλλο, τώρα θέλει να σε κουνήσει. Καθόλου ευγενικά. Σαν τον υπολογιστή που σου πετάει χαλασμένα εφέ στα μούτρα και δεν ξέρεις αν πηδάει η βελόνα, αν αγόρασες ελαττωματική κόπια, αν η CDιέρα τα έπαιξε, ή αν το Wi-Fi σου είναι νεκρό. Το μπάσο θα σε κουνήσει όπως κουνιέται το σώμα πριν προλάβει το μυαλό να βρει τον λόγο που κουνιέται μαζί του. Είναι εκείνο το μοναδικό σημείο του άλμπουμ όπου η μουσική γίνεται μαγική, παύει να είναι αφήγηση και γίνεται ένα αντανακλαστικό, που θέλει να ξεκολλήσουν τα πόδια σου από το πάτωμα ενώ το κεφάλι σου μπορεί να είναι ακόμη γεμάτο καπνό. Ο χορός εδώ σημαίνει επιβίωση. Σαν να σου λέει το κομμάτι ότι μπορείς να συνεχίσεις να είσαι σπασμένος, χαλασμένος, κουρασμένος, ραγισμένος, αρκεί να κινείσαι. Και κάπου εκεί, μέσα σε αυτή τη θολή, σχεδόν ονειρική ταλάντωση, το άλμπουμ βρίσκει την πιο σκληρή του αλήθεια: δεν χρειάζεται να είσαι έτοιμος για να προχωρήσεις. Αρκεί να μην μένεις ακίνητος.
Και μετά, στο τέλος, έρχεται η μεγάλη ερώτηση: «Πού πάνε τα φαντάσματα όταν σταματούν να στοιχειώνουν;» Το "GGG" θέτει την ερώτηση αλλά δεν έχει απάντηση. Ο RiTchie ανοίγει χερούλια, ψάχνει υπόγεια, ανάβει κεριά, μετακινεί έπιπλα, κι όμως δεν νιώθει τίποτα. Τα φαντάσματά του έγιναν… φαντάσματα: δεν έφυγαν, απλώς μετακόμισαν κάπου που εκείνος δεν μπορεί να ακολουθήσει. Το «don’t let me go» επαναλαμβάνεται σαν προσευχή και η μετάβαση από το να αποφεύγεις σκιές στο να προσπαθείς να ρίξεις περισσότερες μοιάζει παράλογη, μέχρι να θυμηθείς ότι το πένθος συχνά σε κάνει να κυνηγάς ακριβώς το βάρος απ’ το οποίο κάποτε ήθελες να ξεφύγεις.
Τελειώνει ο δίσκος, αλλά δεν τελειώνει τίποτα. Το My Ghosts Go Ghost μένει ανοιχτό σαν πληγή. Είναι ένας δίσκος που δεν σου υπόσχεται ότι «όλα θα πάνε καλά», ούτε σου χαρίζει εκείνη τη βολική ψευδαίσθηση της υπέρβασης. Σου λέει κάτι πιο δύσκολο και πιο αληθινό: ότι μπορείς να συνεχίσεις ακόμη κι αν δεν έγινες σοφότερος, ακόμη κι αν δεν ξεκαθάρισες τίποτα, ακόμη κι αν κουβαλάς όλα όσα δεν αντέχονται. Οι By Storm γράφουν τραγούδια για να μείνουν όρθιοι. Και μέσα σε αυτό το σκοτάδι, μέσα στα σπασμένα beats, τα φαντάσματα, τις ενοχές, τα σώματα που αλλάζουν και τις μνήμες που βαραίνουν, γεννιέται κάτι σπάνιο: μια τέχνη που δεν προσποιείται δύναμη, αλλά την κερδίζει μέσα από την έκθεση.
Ένα πανέμορφο άλμπουμ, από τα πρώτα «καλύτερα» της χρονιάς που ξεκίνησε, ένας δίσκος για όσους έμειναν πίσω μετά την καταστροφή και έμαθαν να ζουν με τα φαντάσματα, για να μπορέσουν έτσι να συνεχίσουν να κινούνται μαζί τους. Σαν να χορεύεις μέσα στη στάχτη, δίχως να ξέρεις αν αύριο θα φυσήξει άνεμος. Αρκεί που απόψε είσαι ακόμα εδώ. Και χορεύεις.






