Αν κάτι μου έφερε στο μυαλό αυτό το EP είναι πώς στη δεκαετία του '80, και μετά στην επόμενη του '90, μάθαμε πως η νέα φόρμα των ΕP, ναι αυτοί οι δίσκοι με τα λίγα κομμάτια, μπορεί κάποιες φορές να έκαναν περισσότερη φασαρία από ένα άλμπουμ, ότι έβαζες στο πικάπ ένα EP και ένιωθες ότι κρατάς μια χούφτα σπίρτα: λίγα, αλλά αρκετά για να κάψουν μια ολόκληρη νύχτα. Το Dust Comes Up είναι από αυτά. Με μια σημαντική υποσημείωση: κάποιος άφησε ανοιχτό τον απορροφητήρα. Και ο καπνός, αντί να γίνει σκηνικό, γίνεται ομίχλη που σκεπάζει τις λεπτομέρειες.
Γιατί, ναι: εδώ μέσα κρύβονται 5 εξαιρετικά κομμάτια. Όχι "καλά για EP", όχι "έχουν ιδέες"... Εξαιρετικά, με την έννοια ότι σε πιάνουν από το μανίκι και σε σέρνουν σε μια διαδρομή που δεν υποσχέθηκε κανείς ότι θα είναι άνετη. Και μέσα σε αυτά, οι δύο διασκευές λειτουργούν και σαν test χαρακτήρα: αν τις κάνεις διεκπεραιωτικά, φαίνεται. Αν τις κάνεις δικές σου, επίσης φαίνεται, και οι YEAH!, ναι, τις κάνουν δικές τους.
Θα ξεκινήσω με το αγαπημένο μου (και αγαπημένο πολλών άλλων, υποθέτω), το "Someone Somewhere in Summertime" των Simple Minds το οποίο δεν παίζεται εδώ σαν "φόρος τιμής" με κεράκια και ευλάβεια. Παίζεται σαν μια ανάμνηση που επιστρέφει αλλιώτικη: πιο γειωμένη, πιο "τώρα", με μια αίσθηση ότι το καλοκαίρι δεν είναι καρτ-ποστάλ αλλά μια πληγή που κλείνει και ξανανοίγει. Αντίστοιχα, το "Sunny Afternoon" των Kinks δεν το αντιμετωπίζουν σαν vintage χαμόγελο, αν και η παραλλαγή της εισαγωγής δεν με έπιασε εμένα, εκείνοι, βέβαια το πιάνουν από τον γιακά και το στρίβουν ελαφρά, όσο χρειάζεται για να βγει από πάνω του το "κλασικό" και να γίνει κάτι πιο πλάγιο, πιο ειρωνικό, πιο δικό τους. Σαν να μην ήθελαν να το φωτίσουν με ήλιο, αλλά με νέον.
Και έχουμε και τα τρία δικά τους τραγούδια στην πρώτη πλευρά, αλλά θα φτάσουμε εκεί πριν ένα μεγάλο ΑΛΛΑ...
Το Dust Comes Up υστερεί στην παραγωγή με τρόπο που πονάει, όχι επειδή "δεν είναι hi-fi", αλλά επειδή πνίγει ακριβώς αυτό που κάνει το EP να αξίζει πολλά: το παικτικό μέρος, τη δυναμική, τον αέρα ανάμεσα στα πράγματα. Υπάρχει μια θολούρα, όχι η όμορφη, η κινηματογραφική θολούρα τύπου Wong Kar-wai που κάνει τα πάντα πιο ερωτικά, αλλά εκείνη η "λάθος" θολούρα που ισιώνει τις αιχμές στο στούντιο και σου κόβει τη χαρά να ακούσεις τις μικρές εκρήξεις της κάθε στιγμής.
Και αυτό χτυπάει περισσότερο εκεί που θα έπρεπε να γίνεται η μεγάλη στιγμή: στα σόλο του Ντρενογιάννη. Γιατί κάποια από αυτά είναι (ας το πούμε ωμά) γαμάτα. Έχουν ιδέα, έχουν νεύρο, έχουν εκείνη τη σπίθα που λες «ωραία, εδώ ο άνθρωπος μιλάει». Μόνο που δεν τους δίνεται χώρος. Δεν ανοίγουν. Δεν παρασύρουν. Δεν "ταξιδεύουν". Είναι σαν να βλέπεις έναν ηθοποιό που μπορεί να σηκώσει μονόλογο, αλλά το μοντάζ τον κόβει πριν καν προλάβει να πάρει ανάσα. Σαν να έχεις μια σκηνή που θα μπορούσε να γίνει το "έλα να δεις" και κάποιος χαμηλώνει τον ήχο για να μην ενοχλήσει τους γείτονες. Γιατί ρε παιδιά, εκεί στο 1:55 του "Το Τhe Bone" εγώ, με τα παλιομοδίτικα μυαλά (και αυτιά) μου τον ήθελα πιο πάνω (όπως λέμε στα old-school στούντιο) τον κιθαρίστα, για να μην μιλήσω για το τελικό ξέσπασμα του ίδιου κομματιού στο 3:05 που κι εκεί οι κιθάρες θα έπρεπε να θερίζουν μαζί με τα φωνητικά του Ασλάνογλου.
Κι όμως, ακόμα και έτσι, το EP βγαίνει από τα ηχεία με μια παράξενη δύναμη: επειδή το υλικό είναι εκεί. Κάτω από τη σκόνη (ειρωνικά ταιριαστό με τον τίτλο) υπάρχει κάτι που επιμένει. Αυτό που λείπει δεν είναι η έμπνευση, ούτε η σύνθεση, ούτε η εκτέλεση. Είναι μια καθαρή, γενναία ηχητική "σκηνοθεσία" που θα έλεγε: αφήστε τους να παίξουν, αφήστε το να γίνει επικίνδυνο.
Το ομότιτλο "Dust Comes Up", που ανοίγει το EP, μπαίνει με εκείνο το punk/new wave νεύρο που δεν ζητάει καμία άδεια, σε αρπάζει και σε ρίχνει στα βαθιά. Εδώ οι YEAH! έχουν ροπή προς την ακρίβεια, όχι την κλινική, αλλά την ενστικτώδη. Ο Ηλίας Ασλάνογλου είναι πλήρως εναρμονισμένος με τις "απαντήσεις" της Μισέλ Μόργκαν Χάουαρς στα φωνητικά: σαν δύο γραμμές που τέμνονται την κατάλληλη στιγμή και αφήνουν σπίθες στον αιθέρα. Κουμπώνουν, τσακώνονται δημιουργικά, ξανασμίγουν. Η δομή δουλεύει, οι αλλαγές έχουν λόγο ύπαρξης, και το κομμάτι έχει αυτό το ωραίο αίσθημα πως το συγκρότημα ξέρει πότε να πατήσει γκάζι και πότε να αφήσει ένα κενό για να περάσει ο αέρας. Μόνο που… κάπου εκεί στο βάθος, όταν το κομμάτι χαμηλώνει δυναμική, τα τύμπανα του Τάκη Γιαννούτσου σχεδόν εξαφανίζονται. Και δεν μιλάμε για "καλλιτεχνική επιλογή" τύπου χιτάκια 80s σε κακή κασέτα, μιλάμε για εκείνη τη στιγμή που καταλαβαίνεις πως η παραγωγή ήθελε περισσότερη εργασία και χαρά και φαντασία. Θα το πω και θα το αφήσω να σταθεί μόνο του και μετά θα σταματήσω την γκρίνια: δεν γίνεται τόσο καλοδουλεμένα τραγούδια να υστερούν μέσα σε μια δολοφονική παραγωγή που αφαιρεί κάθε ίχνος παρουσίας και όγκου από τα όργανα. Όχι επειδή ζητάμε "γυαλάδα", αλλά επειδή εδώ υπάρχει έμπειρο παίξιμο, υπάρχει ένταση, υπάρχει αφήγηση και αντί να ακούγεται σαν σώμα που κινείται, ακούγεται σαν σώμα που πνίγεται.
Το "Peace of Mind" είναι ΤΟ κομμάτι του EP. Ένα μικρό ελληνικό αγγλόφωνο αριστούργημα των 20s, που ανασταίνει τόσες παλιές αναμνήσεις, κι όμως καταφέρνει να στέκεται όρθιο στο τώρα, σαν ένα από τα καλύτερα της πρόσφατης ελληνικής σκηνής. Σαν να σου ανοίγει ένα συρτάρι που νόμιζες κλειδωμένο χρόνια, κι όμως δεν μένει εκεί, στο νοσταλγικό εύκολο. Καταφέρνει να στέκεται όρθιο στο τώρα σαν ένα τραγούδι που έχει το δικό του βάρος, τη δική του στάση. Και μέσα σε αυτή την απόφαση υπάρχει κάτι σχεδόν ύπουλο γιατί το κομμάτι δεν φωνάζει την αξία του. Την αφήνει να φανεί σιγά-σιγά, μέσα από τις κιθάρες του Ντρενογιάννη και τα δίδυμα φωνητικά των Ντρενογιάννη - Χάουαρς, που σε αναγκάζουν να παραδεχτείς ότι ο χρόνος δεν είναι ουδέτερος, εδώ είναι το βασικό υλικό. Το "Peace of Mind" κουβαλάει την παλιά υπόσχεση του new wave με σύγχρονη καρδιά: εκείνη την αντίφαση όπου ο ρυθμός σε σπρώχνει μπροστά, αλλά η μελωδία σε κρατάει πίσω, γιατί έχεις να πενθήσεις κάτι που έχασες... Κι αν το EP κάπου "θολώνει" από παραγωγή, εδώ (παραδόξως) η ουσία περνάει. Γιατί όταν το τραγούδι είναι τόσο καλογραμμένο, ακόμα κι η ομίχλη δεν το σκοτώνει. Το πολύ-πολύ να του δίνει μια τραγική λάμψη: σαν να ακούς κάτι σπουδαίο πίσω από τζάμι με υδρατμούς, και να σε τρελαίνει η σκέψη πόσο θα σε παρέσερνε αν το τζάμι έσπαγε (ειδικά στο σόλο του τέταρτου λεπτού).
Και κάπου εδώ, ανάμεσα στη χούφτα σπίρτα και στον απορροφητήρα που έμεινε ανοιχτός, μένει η ουσία: το Dust Comes Up δεν είναι EP "με προοπτική", είναι ένα EP με τραγούδια, με χαρακτήρα, με σαστισμένες αναμνήσεις που ξαναγίνονται παρόν. Ναι, η παραγωγή του κόβει λίγο οξυγόνο την ώρα που πρέπει να φουσκώσει, να γίνει πιο δυνατό σώμα, να γίνει απειλή. Αλλά όσο κι αν το θολώνει, δεν μπορεί να το ακυρώσει: κάτω από τη σκόνη υπάρχει επιμονή, κι ένα "Peace of Mind" που στέκεται σαν κανονικό επιχείρημα υπέρ της πρόσφατης ελληνικής σκηνής. Αν οι YEAH! ξαναπιάσουν αυτά τα κομμάτια με την ηχητική γενναιότητα που τους αξίζει, για το επόμενο άλμπουμ τους, τότε την επόμενη φορά δεν θα μιλάμε για "υποσημείωση". Θα μιλάμε για φωτιά.






