Whitelands

Οι Whitelands, το λονδρέζικο συγκρότημα των Etienne Quartey-Papafio, Michael Adelaja, Vanessa Govinden, και Jagun Meseorisa, όλων με καταγωγή από την Αφρική και μεγαλωμένων στην Βρετανία, αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα μιας μπάντας που δεν εμφανίστηκε απλώς την κατάλληλη στιγμή πολιτισμικά, αλλά αξιοποίησε ιστορικά και αισθητικά κενά μέσα σε ένα ήδη υπάρχον μουσικό υποείδος για να αρθρώσει πολιτικό λόγο μέσα από την ίδια της την ύπαρξη. Φτιάχνοντας shoegaze μουσική, τόλμησαν να τοποθετηθούν μέσα σε ένα είδος για δεκαετίες συνδεδεμένο σχεδόν αποκλειστικά με τη λευκή indie παράδοση, και σταδιακά εντάχθηκαν σε ένα δίκτυο ανεξάρτητων  venues και συνεργασιών που τους επέτρεψε να αποκτήσουν σταθερή ταυτότητα και ταγμένο κοινό, κατορθώνοντας μέχρι και να σταθούν στη σκηνή πλάι στους θρυλικούς Slowdive.

Κι όχι άδικα, μιας και το ντεμπούτο τους Night-bound Eyes Are Blind to the Day, όταν κυκλοφόρησε το 2024, χαρακτηρίστηκε από πολλά μέσα ως πραγματικό breakthrough. Μέσα από τη δημοσιότητα που πήρε τότε, η αποδοχή του δεν περιορίστηκε σε niche shoegaze κοινότητες αλλά επεκτάθηκε σε ευρύτερο alternative ακροατήριο, κυρίως επειδή η μπάντα κατάφερε να συνδυάσει αναγνωρίσιμες ηχητικές αναφορές των 90s με θεματικό περιεχόμενο που δεν ακολουθούσε την παραδοσιακή λογική του είδους, το οποίο, με τη ρομαντική του ασάφεια, ούτως ή άλλως δίνει περισσότερο έμφαση στο πως παρά στο τι. Έκτοτε και έως το 2026 η μπάντα κινήθηκε ανάμεσα σε μεγάλης εμβέλειας περιοδείες και εμφανίσεις σε μικρότερους συναυλιακούς χώρους, σύνθεση νέου υλικού αλλά και συνεχή οικονομική επισφάλεια, κάτι που οι ίδιοι έχουν αναφέρει ανοιχτά ως χαρακτηριστικό της σύγχρονης μουσικής βιομηχανίας στο Ηνωμένο Βασίλειο, όπου ακόμη και αναγνωρίσιμα συγκροτήματα διατηρούν την πρωινή τους δουλειά.

Ο δεύτερος δίσκος τους, Sunlight Echoes, κυκλοφόρησε στις 30 Ιανουαρίου 2026 από την Sonic Cathedral Recordings και σηματοδοτεί μια σαφή εξέλιξη τόσο θεματικά όσο και ηχητικά. Η παραγωγή του Ian Flynn και η μίξη του Eduardo De La Paz προσφέρουν μεγαλύτερη καθαρότητα στον ήχο, ενώ η μπάντα διατηρεί την DIY λογική, καθώς σημαντικό μέρος από τις κιθάρες και το μπάσο ηχογραφήθηκε κατ’ οίκον. Ο δίσκος περιστρέφεται γύρω από την εμπειρία του πένθους, ιδιαίτερα τον θάνατο του πατέρα του Papafio και απώλειες που βίωσαν τα υπόλοιπα μέλη, χωρίς όμως να περιορίζεται σε προσωπική εξομολόγηση. Μέσα από τις ατομικές τους εμπειρίες, είτε αυτές αφορούν σε προσωπικά ζητήματα, είτε στον ρατσισμό που έχουν βιώσει, επιχειρούν να μετατρέψουν την ιδιωτική απώλεια σε ένα μεγαλύτερο, συλλογικό συναίσθημα, συνδέοντάς τη με πολιτική συνείδηση, αντι-αποικιακές αναφορές και σχολιασμό για την ευρύτερη κοινωνική κατάσταση.

Ηχητικά, το Sunlight Echoes παραμένει σταθερά εντός shoegaze, αλλά με διαφοροποιήσεις σε σχέση με το πρώτο άλμπουμ τους, που δείχνουν σαφώς πως πλέον έχουν ωριμάσει. Οι κιθάρες εξακολουθούν να βασίζονται σε παραμορφώσεις και επαναλήψεις, ωστόσο η φωνή βρίσκεται πιο μπροστά στη μίξη, γεγονός που μετατοπίζει το βάρος από την ατμόσφαιρα προς το τραγούδι ως δομή. Υπάρχει επίσης μεγαλύτερη έμφαση στη μελωδία και στον ρυθμό, με στοιχεία post-rock και alternative pop να ενσωματώνονται χωρίς να αλλοιώνεται η βασική ταυτότητα της μπάντας.

Το “Heat of the Summer” ανοίγει τον δίσκο με καθαρή ρυθμική κατεύθυνση και άμεση φωνητική παρουσία, λειτουργώντας ως δήλωση της νέας αυτής προσέγγισης. Έχοντας απολαύσει το ονειρικό Night-bound Eyes Are Blind to the Day, ξαφνιάστηκα με αυτή την εισαγωγή, που βάζει στο παιχνίδι έναν ήχο πιο άμεσο και, σίγουρα, πιο προσιτό. Οι πειρασματισμοί συνεχίζονται στο “Songbird (Forever)” που ακολουθεί, με τα έγχορδα των Iskra Strings να επεκτείνουν το ηχητικό φάσμα χωρίς όμως να το απομακρύνουν αυτή τη βασική shoegaze αισθητική. Στη συνέχεια, το σύντομο, ατμοσφαιρικό “Shibuya Crossing” λειτουργεί ως μεταβατικό κομμάτι, με το “Glance” να εισάγει πιο έντονα ψυχεδελικά στοιχεία και επιπλέον πειραματισμό στο ρυθμό, ενώ το “Sparklebaby”, με τη συμμετοχή της Emma Anderson των Lush, προσθέτει φωνητική αντίστιξη που ενισχύει τη μελωδική διάσταση του δίσκου. Το “Blankspace” αποτελεί ένα από τα πιο άμεσα τραγούδια, με ταχύτερο τέμπο και πιο σαφή pop δομή, υπογραμμίζοντας τη διάθεση της μπάντας να γράψει τραγούδια που θα μπορέσουν να φτάσουν σε ένα πιο ευρύ κοινό.

Το “I Am No God, An Effigy” ξεχωρίζει ως η πιο πολιτικά φορτισμένη στιγμή του άλμπουμ, αλλά και εξ’ αιτίας των hazy κιθάρων και της συναισθηματικής του κλιμάκωσης. Το “Dark Horse” μειώνει την ένταση, ενώ το μελαγχολικό “Mirrors”, προσωπικό αγαπημένο μου, λειτουργεί ως συναισθηματικός άξονας του δίσκου, χτίζοντας σταδιακά την κορύφωσή του. Το “Golden Daze” κλείνει το άλμπουμ με πιο ήπια διάθεση και καθαρότερη μελωδική γραφή, δίνοντας αίσθηση ολοκλήρωσης χωρίς δραματική έξαρση.

Μολονότι το Sunlight Echoes δεν έχει την γνώριμη από την πρώτη δισκογραφική δουλειά των Whitelands θαμπάδα του ήχου, πλεονεκτεί λόγω της καθαρότητας όχι μόνο των φωνητικών, αλλά του συνολικότερου οράματος του συγκροτήματος. Η μπάντα καταφέρνει να διατηρήσει τις shoegaze υφές χωρίς να εγκλωβιστεί στην αναπαραγωγή μιας νοσταλγίας, αλλά επίσης να το κάνει αυτό ισορροπώντας μια υψηλής ποιότητας παραγωγή με την DIY προσέγγιση.

Βέβαια, η σημασία των Whitelands στα παρόντα μουσικά τεκταινόμενα δεν περιορίζεται στη μουσική τους εξέλιξη, αλλά και την πολιτισμική τους θέση. Με την παρουσία τους σε ένα είδος που ιστορικά θεωρήθηκε μονοσήμαντο ως προς τη φυλετική του ταυτότητα, επαναφέρουν στο προσκήνιο ξεχασμένους μαύρους πρωτοπόρους όπως οι A.R. Kane και επαναπροσδιορίζουν το αφήγημα γύρω από το ποιος «ανήκει» σε ένα μουσικό ιδίωμα, ή ποιος έχει δικαίωμα πρόσβασης σε μια εκάστοτε μουσική σκηνή. Με το  Sunlight Echoes επιβεβαιώνεται έτσι ότι η εξέλιξη ενός είδους δεν προκύπτει μόνο από νέους ήχους αλλά και από νέες οπτικές. Οι λονδρέζοι ανατρέπουν τα δεδομένα εκ των έσω, εντάσσοντας εμπειρίες και αφηγήσεις που ανέκαθεν υπήρχαν αλλά σπάνια μπορούσαν να συνδεθούν με την συγκεκριμένη αισθητική και σκηνή. Με αυτόν τον τρόπο, ο δίσκος λειτουργεί όχι μόνο ως επιτυχημένο δεύτερο βήμα μιας ανερχόμενης μπάντας αλλά και ως παράδειγμα του πώς η σύγχρονη εναλλακτική μουσική μπορεί να αναστοχάζεται την ίδια της την ιστορία μέσα από την δημιουργία.

 

Ακολούθησε το Avopolis Network στο Google News

 

Διαβάστε Ακόμα

Featured