ZU – Ferrum Sidereum

Οι ZU γεννήθηκαν επίσημα το 1997 στην Όστια, εκεί όπου η Ρώμη ακουμπά τη θάλασσα και ο αέρας κουβαλά ταυτόχρονα αλάτι και θόρυβο. Από εκεί ξεκίνησε ένα σχήμα που δεν ενδιαφέρθηκε ποτέ να ανήκει κάπου συγκεκριμένα. Περισσότερα από 15 άλμπουμ και χιλιάδες συναυλίες αργότερα, οι ZU απέκτησαν ένα παγκόσμιο cult status, όχι μόνο ως μια ιδιαίτερη μπάντα, αλλά περισσότερο ως σκληρή ζωντανή συνθήκη. Η μουσική τους με τα χρόνια διαχύθηκε. Metal, noise, prog, ηλεκτρονική μουσική, ambient, industrial και σύγχρονη σύνθεση όλα συνυπάρχουν, όλα αποδομούνται και επανασυναρμολογούνται σε μια τελική μορφή που δεν μοιάζει με τίποτα από τα παραπάνω. Θα μπορούσε κανείς να πει πως οι ZU δεν ήθελαν ποτέ να φτιάξουν ένα υβρίδιο ειδών, αλλά κάτι σαν μια νέα μουσική γλώσσα. Μια γλώσσα όπου η φόρμα προηγείται της αφήγησης και ο ήχος λειτουργεί σαν υλικό, σαν μια μάζα που μετακινείται στον χώρο.

Στη διαδρομή τους συνάντησαν πρόσωπα και άλλους κόσμους που συχνά λειτούργησαν σαν συγγενείς και σαν συνεργάτες. Από τη θρυλική σύμπραξή τους με τον Mike Patton στο Carboniferous (2009), μέχρι τη στενή σχέση με τον σκηνοθέτη Romeo Castellucci και τη Socìetas Raffaello Sanzio, οι Zu κινούνται σταθερά ανάμεσα στη μουσική, το θέατρο και την καθαρή έννοια της τελετουργίας. Ιδιαίτερη θέση στη δισκογραφία τους κατέχει η πειραματική τριλογία που κυκλοφόρησε στην House Of Mythology (επιμελημένη από τους Ulver) με τα Jhator (2017), Zu93 – Mirror Emperor (2018) και Terminalia Amazonia (2019), έργα που μοιάζουν περισσότερο με ηχητικά τοπία παρά με άλμπουμ. Παράλληλα, η παρουσία τους σε labels όπως η Ipecac Recordings επιβεβαίωσε τον ρόλο τους ως ένα από τα πιο ανένταχτα και συνεπή σχήματα της σύγχρονης avant-garde.

Οι Zu δεν επιδίωξαν ποτέ την κατανόηση. Προτίμησαν τη διάρκεια. Κι αν η μουσική τους μοιάζει συχνά βαριά, αδιαπέραστη ή ερμητική, είναι γιατί λειτουργεί όπως η θάλασσα της Όστια: δεν δίνει εξηγήσεις, δεν αποκαλύπτει μυστικά, αλλά σκάει ξανά και ξανά στη γη, αλλάζοντας σχήμα χωρίς να χάνει το βάρος της.

Στο νέο τους άλμπουμ, τα πρώτα ίχνη μελωδίας έρχονται μετά από τα τριάντα λεπτά τεκτονικής jazz των 4 πρώτων κομματιών του άλμπουμ, στην εισαγωγή του 9λεπτου "La Donna Vestita Di Sole", ένα από τα κορυφαία κομμάτια του άλμπουμ. Και η μελωδία άργησε να ακουστεί γιατί οι ZU εδώ δεν ενδιαφέρονται πια για το τι παίζουν, αλλά για το πώς υπάρχει αυτό που παίζουν μέσα στον χρόνο. Η φόρμα γίνεται το ίδιο το περιεχόμενο. Ρυθμικά μοτίβα που μοιάζουν σταθερά, αλλά ποτέ δεν επαναλαμβάνονται πραγματικά. Τεράστις μπλοκ ήχου που στοιβάζονται σαν μεταλλικές πλάκες, με μικρές αποκλίσεις, ρωγμές, ανεπαίσθητες μετατοπίσεις που λειτουργούν σαν σεισμικά ρήγματα. Οπότε, αν η μελωδία ήταν κάποτε ένας στενός ορίζοντας, εδώ έχει μεθοδικά αντικατασταθεί από αρχιτεκτονική.

Το Ferrum Sidereum λειτουργεί σαν μηχανή. Όχι με την έννοια της ακρίβειας, αλλά με την έννοια της αναπόφευκτης κίνησης. Τα κομμάτια δεν «ξεκινούν» και δεν «κορυφώνονται». Χτίζονται. Απλώνονται. Παραμένουν. Και σε αυτήν την τακτική καμία επανάληψη δεν μπορεί να θεωρηθεί ως "hook", είναι απλά μέθοδος. Μια σχεδόν μινιμαλιστική εμμονή που θυμίζει ότι η avant-garde, όταν παίρνει τον εαυτό της στα σοβαρά, δεν είναι αισθητική επιλογή αλλά γνήσια ηθική στάση.

Το σαξόφωνο συχνά σε λυγίζει. Λειτουργεί σαν σειρήνα εργοστασίου, σαν σήμα κινδύνου ή αλλαγής βάρδιας. Το μπάσο σκάβει. Τα τύμπανα επιβάλλουν την γεωμετρία. Οι ZU μοιάζουν να έχουν αποβάλει κάθε ίχνος συναισθηματικού καλλωπισμού, θεωρώ όχι από ψυχρότητα, αλλά από μια βαθιά κατανόηση ότι η φόρμα από μόνη της μπορεί να είναι απόλυτα βιωματική. Μόνο που κάπου εδώ σκάει και η αμφιθυμία. Υπάρχουν στιγμές που το Ferrum Sidereum μοιάζει σχεδόν αυτάρεσκο στη σκληρότητά του. Σαν να δοκιμάζει τα όρια της προσοχής σου, να σε ρωτά σιωπηλά αν αντέχεις να μείνεις χωρίς «ανταμοιβή». Αλλά ίσως αυτή να είναι και η πιο ειλικρινής του χειρονομία. Επιλέγουν συνειδητά την ακαμψία και την υπερασπίζονται μέχρι τέλους.

Το εύρος και η συνοχή των ιδεών που καταφέρνουν να συνυπάρξουν εδώ είναι σχεδόν τρομακτικά. Το μοναδικό "Pleroma" ξεχωρίζει ως κομβική στιγμή: ξεκινά σαν μια μπασοκεντρική άσκηση διαλογισμού, πριν ανοίξει σε ουράνια κρουστά, βιομηχανικά ηλεκτρονικά στρώματα και, τελικά, σε ένα ρυθμικά ανεξέλεγκτο rock ξέσπασμα. Είναι ένα ταξίδι που δύσκολα συγκρίνεται με ο,τιδήποτε άλλο μπορεί να έχουμε ακούσει από τη φετεινή φουρνιά, παρά μόνο ίσως με την παρανοϊκή industrial jazz των Backengrillen, του φίλου και συνεργάτη τους Mats Gustafsson. Αλλού, η βαρύτητα αγγίζει το υπερβατικό, το "Golgotha" υψώνεται σαν τον λόφο από τον οποίο παίρνει το όνομά του, επιβλητικό, αμετακίνητο, σπαρακτικό.

Πίσω από μια σχεδόν μυστικιστική διάσταση του άλμπουμ, οι ZU αποδεικνύουν ότι μπορούν να γίνουν ωμοί και συντριπτικοί όσο λίγοι. Τα grooves σφυροκοπούν, με συγκοπτόμενα περάσματα που θυμίζουν metalcore breakdowns, χωρίς ποτέ να χάνουν τον έλεγχο της φόρμας. Και μετά υπάρχουν κομμάτια σαν το "A.I. Hivemind", οργισμένες καταγγελίες της πολιτισμικής ισοπέδωσης που φέρνει η τεχνητή νοημοσύνη. Το συγκεκριμένο κομμάτι-τέρας, φορτωμένο με μπάσο και ένταση, που μοιάζει φτιαγμένο για να λειτουργήσει ως σάλπισμα μάχης απέναντι στα ενεργοβόρα, πλούτο-εξορύσσοντα data centers και τους απάνθρωπους αλγοριθμικούς τους άρχοντες. Και η υπερβολή της διάρκειας του διπλού αυτού άλμπουμ (80 λεπτά) συνδέεται άμεσα με ένα από τα πιο καίρια ζητήματα που οι ZU επικαλούνται συνειδητά στο Ferrum Sidereum: την πολυσυζητημένη επίδραση της τεχνητής νοημοσύνης στη ανθρώπινη δημιουργικότητα. Ανεξάρτητα από το αν συμφωνεί κανείς με τη ρητή δήλωση του συγκροτήματος ότι «οι μηχανές και η AI δεν έχουν πνευματικότητα, δεν μπορούν να δημιουργήσουν», οι 11 καθηλωτικές συνθέσεις του δίσκου λειτουργούν ως έμπρακτη απόδειξη ότι η δημιουργική διαδικασία παραμένει μια όμορφη, μεταφυσική πρακτική. Κάτι που γεννιέται από σώματα, ανάσες, ένταση και ρίσκο και όχι από υπολογισμούς.

Τα "The Celestial Bull and the White Lady" και "Hymn of the Pearl", όσο το άλμπουμ κυλάει προς το τέλος του, είναι δύο αποκαλυπτικά μεγαθήρια που σε προετοιμάζουν για το φινάλε και το τελετουργικό κλείσιμο του ομότιτλου "Ferrum Sidereum", μιας αργόσυρτης βασανιστικής περιήγησης στα μπουντρούμια του σύγχρονου ψηφιακού μεσαίωνα, με ένα break που σε αφήνει να ψάχνεις στα τυφλά, εκτεθειμένο, πριν αντιμετωπίσεις το κτηνώδες ξέσπασμα του τέλους.

Το Ferrum Sidereum δεν βιάζεται, δεν συνοψίζει, δεν απλοποιεί. Απλώνεται επίμονα, σχεδόν προκλητικά, σαν να επιμένει ότι η φαντασία χρειάζεται χρόνο, χώρο και βάρος για να υπάρξει. Και μέσα σε αυτή την υπερχείλιση πληροφορίας και AI σκουπιδιών, γίνεται ξεκάθαρο ότι όσα μπορεί να φανταστεί ένας άνθρωπος όταν αφήνεται πραγματικά στη φόρμα και στο ένστικτο, καμία μηχανή δεν θα μπορέσει ποτέ να τα μιμηθεί. Όχι γιατί δεν έχει όγκο και δεδομένα, αλλά γιατί δεν έχει ψυχή.

 

Ακολούθησε το Avopolis Network στο Google News

 

Διαβάστε Ακόμα

Featured