Τέσσερις νέοι δίσκοι που μόλις κυκλοφόρησαν και που δεν ζητούν ένταση αλλά προσοχή. Indie-folk που κινείται ανάμεσα στη σιωπή, τη μελαγχολία και τη φασματική ομορφιά, για νύχτες χωρίς θόρυβο και χωρίς βιασύνη.
Silent Carnival – Liminal (Self Released)
Τρία χρόνια μετά το My Blurry Life, οι Silent Carnival του Marco Giambrone επιστρέφουν πιο ελαφριοί και πιο βαριοί ταυτόχρονα. Η σκοτεινή folk των Silent Carnival δεν κοιτάζει ποτέ κατάματα το φως. Μάλλον το προσπερνάει ή το αποφεύγει. Και σε αυτόν τον δίσκο γίνεται ακόμη πιο διάφανη, σχεδόν άυλη, σαν να έχει αποφασίσει να αποτινάξει τη βαρύτητα και να υπάρξει ανάμεσα σε ambient ανάσες και σιωπές. Η Σικελία παραμένει παρούσα ως υφή: τραχιά, γερασμένη, γεμάτη ρωγμές που λένε ιστορίες χωρίς να ζητούν λύτρωση.
Το "November" ανοίγει τον δίσκο σαν αργή βόλτα σε ανηφόρα. Φωνές και κιθάρα μοιάζουν με κοσμική σκόνη, μια υπόσχεση παραδείσου που αφήνει πίσω της αναμνήσεις και ίχνη για να θυμίζει ότι τίποτα δεν σώζεται χωρίς απώλεια. Στο "Facing The Outside" έρχεται η πρώτη ρωγμή: πιο ωμός ήχος, πιο κοφτερό τραύμα. Ο Giambrone εκτίθεται, σχεδόν αναγκαστικά, ενώ η φωνή της Marcella Riccardi λειτουργεί σαν κάποιο εσωτερικό και προσωπικό feedback, σαν αντίλαλος που δεν σε αφήνει να κρυφτείς. Το "Song For A Mirror" είναι μια στιγμή όπου το βλέμμα στρέφεται προς τα μέσα και ανακαλύπτει ότι το εσωτερικό τοπίο δεν διαφέρει πολύ από τον κόσμο εκεί έξω. Και ίσως γι’ αυτό ο δίσκος ακούγεται τόσο επίκαιρος: αρκετά φασματικός για να αποτυπώσει την εποχή, αρκετά αυτόνομος ώστε να σταθεί χωρίς δεκανίκια, σε μια σκηνή ανεξάρτητη και αυτοδιαχειριζόμενη που παραμένει σκληρή και αφιλόξενη.
Η συνέπεια του Giambrone είναι εντυπωσιακή χωρίς να γίνεται αυτάρεσκη. Κομμάτια όπως το "Absence", νυχτερινό και έναστρο, θυμίζουν γιατί αξίζει να μένεις σε τέτοιους κόσμους, γιατί εκεί η σιωπή έχει βάρος. Στο "Ready To Drop" η ισορροπία χάνεται συνειδητά, ενώ πιο μετά μια αργή, ζαλισμένη κατάβαση μας μεταφέρει σε ηχητικά τοπία που φέρνουν στον νου τη σκοτεινή, ναρκωμένη μελαγχολία του αμερικανικού νότου. Ο δίσκος αυτός είναι μια ακόμη στάση σε μια διαδρομή που αλλάζει μορφή χωρίς να προδίδει τον πυρήνα της. Ένα άλμπουμ για όσους αγαπούν τις νύχτες και όλες τις αυγές που τις ακολουθούν.
Βαθμολογία: 7
Greg Weeks – If the Sun Dies (Language of Stone)
Το If the Sun Dies του Greg Weeks, βετεράνου της folk σκηνής της Φιλαδέλφειας, ανασαίνει αργά. Είναι ένας ζεστός δίσκος, ήπιος, σχεδόν παρηγορητικός στην πρώτη επαφή, αλλά με μικρές εκρήξεις θορύβου και κιθαριστικής αγριάδας που λειτουργούν σαν υπενθύμιση ότι κάτω από την επιφάνεια μπορεί να υπάρχει πάντα και κάτι πιο ανήσυχο. Αυτή η αντίθεση γίνεται ξεκάθαρη από το "Dream You Awake", το οποίο ξεκινά με απαλά, σχεδόν ψιθυριστά ακουστικά αρπίσματα και, χωρίς προειδοποίηση, βυθίζεται σε βαριά παραμόρφωση. Το ίδιο μοτίβο επαναλαμβάνεται και στο ομώνυμο κομμάτι που ανοίγει τον δίσκο, όπως και στα δύο επόμενα tracks, δημιουργώντας στιγμιαία την αίσθηση ότι οι κιθαριστικές κορυφώσεις αρχίζουν να μοιάζουν μεταξύ τους. Ευτυχώς, αυτή η αίσθηση δεν κρατά πολύ.
Στο "Their Taillights Burn the Hillside Red" ο δίσκος χαλαρώνει πραγματικά: πιο σταθερός, πιο περιπλανώμενος, σχεδόν υπνωτικός. Λίγο αργότερα, η κιθάρα παραμορφώνεται τόσο που παύει να λειτουργεί ως «σόλο» με την κλασική έννοια, γίνεται μια υφή, μετά θόρυβος, συχνά βάρος. Το άλμπουμ, τελικά, δεν πέφτει στην παγίδα της επανάληψης· απλώς παίζει επικίνδυνα κοντά της. Η κιθαριστική δουλειά του Weeks είναι, χωρίς υπερβολή, εξαιρετική. Αρκεί να ακούσεις το picking στο "Dream You Awake", μια από τις πιο όμορφες στιγμές του δίσκου, ενώ εδώ βρίσκονται και τα πιο ευάλωτα φωνητικά του: οι ψηλές τραβηγμένες νότες στο τέλος κάθε στροφής σπάνε τη φωνή όσο χρειάζεται για να αφήσουν ρωγμές. Παράδοξα, είναι και το πιο «βαρύ» κομμάτι του άλμπουμ, χάρη στο εκτεταμένο, παραμορφωμένο instrumental μέρος του στη μέση.
Το "Ridley Street" ξεχωρίζει επίσης. Ξεκινά με ένα απλό, σχεδόν παιδικό strumming, που σταδιακά περιπλέκεται πριν μπουν τύμπανα και μπάσο. Από εκεί και πέρα, το μοτίβο μένει σταθερό, με μια αλλαγή νότας και ένα θαυμάσιο distorted riff να δίνουν τη δραματική ώθηση. Το απότομο τέλος του κομματιού ξαφνιάζει ειδικά μέσα σε έναν δίσκο που γενικά προτιμά την απαλή προσγείωση.
Ιδιαίτερη μνεία αξίζουν οι στίχοι. Ο Weeks γράφει με την ίδια συνέπεια που παίζει κιθάρα. Εικόνες μοναχικής οδήγησης, δρόμοι, αυτοκίνητα, φώτα που περνάνε, κλασικά αμερικανικά μοτίβα, που εδώ λειτουργούν ως μεταφορές για απομόνωση και εσωτερικό κενό. Ο θάνατος πλανάται παντού, όχι ως κάτι σοκαριστικό, αλλά σαν μια σταθερά της ζωής: «there’s a million ways to die / a thousand questions as to why».
Συνολικά, το If the Sun Dies είναι ένας δίσκος που δεν προσπαθεί να εντυπωσιάσει. Προτιμά να στέκεται ήσυχος, να επιμένει, να αφήνει τον χρόνο να κάνει τη δουλειά του. Λυρικά και μουσικά είναι συνεπής, ώριμος και ειλικρινής, ένα άλμπουμ που δεν φωνάζει, αλλά έχει μείνει καιρό στην λίστα με τα «ωραία καινούργια» και αυτό, ειδικά στη σύγχρονη folk, είναι ίσως το μεγαλύτερο του πλεονέκτημα.
Βαθμολογία: 6
Searows – Death in the Business of Whaling (Last Recordings on Earth)
Ο Alec Duckart αφήνει πίσω του τις πιο γήινες, indie αφετηρίες των πρώτων EP (Guard Dog, End Of The World) και ανοίγει τον ήχο του προς κάτι πλατύτερο, πιο ομιχλώδες, πιο τολμηρά συναισθηματικό. Εδώ ο χώρος παίζει ρόλο. Οι μελωδίες απλώνονται, το shoegaze βαραίνει, και τα τραγούδια μοιάζουν να ανασαίνουν μέσα σε μεγαλύτερα τοπία. Η συνεργασία με τον Trevor Spencer (Father John Misty, Beach House) λειτουργεί σαν καταλύτης και ο ήχος του Duckart τεντώνεται, δοκιμάζεται, και τελικά μεταμορφώνεται σε κάτι πιο μεγαλειώδες απ’ ό,τι έχει επιχειρήσει μέχρι σήμερα.
Το "Belly of the Whale" ανοίγει τον δίσκο σαν μια πρώτη αναγνωριστική κατάδυση. Αέρινο, σχεδόν διάφανο, με ένα λουπαρισμένο μπάντζο που τραβάει τον ακροατή προς τα μέσα. Η φωνή του Duckart στέκεται μπροστά, εύθραυστη και καθοδηγητική, καθώς το κομμάτι σε υποδέχεται με μια ήσυχη, βαθιά μελαγχολία. Το "Kill What You Eat" συνεχίζει στο ίδιο ονειρικό μήκος κύματος: χαλαρές κιθάρες, υφές που αιωρούνται, μια αίσθηση παρατεταμένης σκέψης. Ακόμη κι αν απλώνεται λίγο περισσότερο απ’ όσο χρειάζεται, παραμένει ένας ευχάριστος, θολός τόπος για να χαθείς. Το "Photograph of a Cyclone", δεύτερο single του δίσκου, έρχεται σαν απότομη αλλαγή καιρού. Αν τα προηγούμενα κομμάτια κουβαλούσαν μια ομίχλη, εδώ φυσάει άνεμος. Η ένταση ανεβαίνει και αποκαλύπτεται το εύρος του άλμπουμ, προετοιμάζοντας το έδαφος για τις συναισθηματικές του κορυφώσεις. Αυτές φτάνουν στο απόγειο με το "Hunter" που ξεκινάει βυθισμένο σε shoegaze ευφορία και, στο ρεφρέν, εκρήγνυται με συντριπτικά τύμπανα και βαριές κιθάρες, ενώ το μεγαλειώδες outro σε παρασύρει σε έναν άλλον κυκλώνα από απόγνωση και κάθαρση.
Το άλμπουμ χαμηλώνει ξανά παλμούς με το "Dirt". Μια υπνωτική ισπανική κιθάρα ανοίγει τον δρόμο και κρατά το κομμάτι οικείο, σχεδόν ψιθυριστό. Η φωνή του Duckart γίνεται καταπραϋντική, οι σιωπές αποκτούν βάρος μέχρι το λεπτό fade-out που το καθιστά μία από τις πιο διακριτικές και γαλήνιες στιγμές του δίσκου. Το "Dearly Missed" είναι ο συναισθηματικός πυρήνας του άλμπουμ. Πυκνό, παραμορφωμένο, σχεδόν θεατρικό, λειτουργεί σαν έκρηξη συσσωρευμένου πένθους. Είναι το πιο δυνατό κομμάτι του δίσκου και συγχρόνως η σύνοψή του: μια ιστορία απώλειας που τα λέει όλα χωρίς να τα εξηγεί. Μετά από αυτό, το "Junie" μοιάζει με ησυχία μετά την καταστροφή. Γεμάτο reverb, ευάλωτο και ειλικρινές, κοιτά τη θλίψη κατάματα. Η επιρροή των Μy Βloody Ωalentine είναι εμφανής, και στίχοι όπως «I will be here» αιωρούνται ανάμεσα στην άρνηση και τη λαχτάρα.
Συνολικά, το Death in the Business of Whaling είναι ένα συναισθηματικά πλούσιο ντεμπούτο άλμπουμ που λειτουργεί σαν κατάδυση στον εσωτερικό κόσμο του Duckart. Με πολλές δυνατές στιγμές ο κύριος Searows δείχνει έναν καλλιτέχνη που μεγαλώνει τον ήχο του χωρίς να χάνει την ευαλωτότητά του. Ένας δίσκος που δεν βιάζεται, που ναι, θέλει, υπομονή και επαναληπτικές ακροάσεις και ανταμείβει όσους του επιτρέψουν να τους παρασύρει.
Βαθμολογία: 7
Pullman – III (Western Vinyl)
Οι Pullman είναι ένα ακουστικό (αν και συχνά θορυβώδες) supergroup γεννημένο στο στούντιο, που αναδύθηκε από το post-rock περιβάλλον του Σικάγο στα τέλη της δεκαετίας του ’90. Το σχήμα ένωσε τον Ken "Bundy K." Brown (Tortoise / Directions in Music), τον Curtis Harvey (Rex), τον Chris Brokaw (Come) και τον Doug McCombs (Tortoise / Eleventh Dream Day), ενώ αργότερα προστέθηκε ο ντράμερ Tim Barnes, σταθεροποιώντας τον βασικό πυρήνα της μπάντας. Το ντεμπούτο τους, Turnstyles & Junkpiles (1998), είχε βγει από τη Thrill Jockey και ήταν μια χαμηλόφωνη συλλογή από πλεγμένες ακουστικές κιθάρες, που οι κριτικοί συνέκριναν με έργα των John Fahey, Leo Kottke και Gastr del Sol. Η συνέχεια ήρθε με το Viewfinder (2001), το οποίο διεύρυνε την παλέτα με κρουστά, διακριτικές ηλεκτρικές υφές και πολυκάναλη ηχογράφηση, διατηρώντας όμως τη ρουστίκ, κινηματογραφική λιτότητα που χαρακτήριζε τους Pullman.
Το III είναι φτιαγμένο από υλικό δουλεμένο σε βάθος δύο ετών, μακράν η πιο σύντομη και ταυτόχρονα η πιο αφηρημένη στιγμή της πορείας τους. Οι γνώριμες ακουστικές δομές και τα επαναλαμβανόμενα μοτίβα που χαρακτήριζαν τα δύο πρώτα άλμπουμ εδώ σχεδόν εξαφανίζονται. Μόνο στο "Kabul" διακρίνεται εκείνη η ελικοειδής αίσθηση κίνησης που θυμίζει παλιούς Pullman, ενώ το "Valence" περνάει σαν υπαινιγμός. Στο "Weightless" οι κιθάρες αιωρούνται. Πολλαπλές γραμμές μπλέκονται, αποσυνδέονται, επιστρέφουν, ενώ τα κρουστά χτυπούν μαλακά, σχεδόν με συστολή. Feedback, θόρυβος και παραγόμενοι ήχοι δεν λειτουργούν ως ένταση αλλά ως κόλλα: κρατούν τα κομμάτια ενωμένα χωρίς να τους επιβάλλουν κατεύθυνση. Στα μεγαλύτερα tracks, στο κέντρο του δίσκου, οι χορδές συγκρούονται όπως τα αιολικά καμπανάκια στον άνεμο, μια τυχαία μελωδία για τη μελωδία, χωρίς στόχο, χωρίς αφήγηση.
Παραδόξως, το III είναι ίσως ο πιο «θορυβώδης» δίσκος των Pullman. Παραμόρφωση σε κιθάρες και μπάντζο, βρυχηθμοί που εμφανίζονται απροσδόκητα, στιγμές που θυμίζουν ότι αυτή η μπάντα γεννήθηκε στο post-rock Σικάγο. Κι όμως, είναι ταυτόχρονα και ο πιο σιωπηλός τους. Πάνω από πέντε από τα τριανταπέντε λεπτά του άλμπουμ καταλαμβάνονται από σιωπές ή σχεδόν αόρατα intro και outro, τόσο χαμηλά που μοιάζουν να εξατμίζονται. Ακόμη και στα ακουστικά, υπάρχουν σημεία που ο δίσκος απλώς... χάνεται.
Και εννοείται ότι αυτό είναι στάση, γιατί το άλμπουμ δεν ενδιαφέρεται να σε κρατήσει. Δεν σε καθοδηγεί, δεν σε ανταμείβει άμεσα. Σε αφήνει να αποφασίσεις αν θα μείνεις. Και αν μείνεις, σου δείχνει ένα μονοπάτι όχι τόσο προς το μέλλον των Pullman, όσο προς το παρελθόν τους. Οι καλύτερες στιγμές του δίσκου λειτουργούν σαν ίχνη που σε κάνουν να θες να επιστρέψεις στα Turnstyles & Junkpiles και Viewfinder, να τα ακούσεις σήμερα ξανά με άλλα αυτιά. Και φυσικά, κανείς δεν ξέρει τι ακολουθεί για τους Pullman μετά από αυτό. Αυτό εδώ είναι ένα άλμπουμ που δεν υπόσχεται συνέχεια. Αλλά μέσα στη σιωπή, στην αφαίρεση και στην σχεδόν πεισματική του εσωστρέφεια, καταφέρνει κάτι σπάνιο: να κάνει την απουσία περιεχόμενο. Και αυτό, για μια μπάντα που πάντα έλεγε περισσότερα με λιγότερα, μοιάζει απολύτως συνεπές.
Βαθμολογία: 7






