The Black Crowes

«Κάναμε αυτό το δίσκο σε οκτώ με δέκα μέρες», είπε ο τραγουδιστής του γκρουπ, ο Chris Robinson, λίγο πριν από την κυκλοφορία του δίσκου. «Φέρνοντας την ευφορία και την έμπνευση από το Happiness Bastards (σημ. το προηγούμενο άλμπουμ της μπάντας του 2024) σε αυτό το άλμπουμ, ήταν μια φυσική εξέλιξη. Πειραματιστήκαμε περισσότερο, γράψαμε με βάση το ένστικτο και το πώς νιώθαμε εκείνη τη στιγμή. Ο Rich έφερε έναν αυθορμητισμό στο δίσκο που δεν μπορώ να περιγράψω, αλλά είναι το καλύτερο πράγμα που έχει κάνει ποτέ».

Ο κιθαρίστας Rich Robinson, δίδυμος αδελφός του Chris συνεχίζει, «Αυτό το άλμπουμ μας δίνει μια μεταμορφωτική αίσθηση. Επιστρέφοντας στις ρίζες μας, νιώσαμε αυτή τη σπίθα στο στούντιο και στον τρόπο που συνεργαζόμαστε. Ανάβοντας μια φωτιά που χτυπάει πιο δυνατά, πιο κοφτερά, αλλά παραμένει πιστή στην μουσική μας ουσία».

Μετά από δεκαετίες blues-rock και soul υψηλών οκτανίων, ο Chris και ο Rich Robinson βρίσκονται αυτή τη στιγμή σε μια δυναμική πορεία που μοιάζει λιγότερο με «επανένωση» και περισσότερο με μια ολοκληρωτική αναγέννηση - αμέσως μετά την υποψηφιότητά τους για το Rock and Roll Hall of Fame το 2025. Σε μια βιομηχανία όπου οι δίσκοι συχνά γυαλίζονται μέχρι να γίνουν άψυχοι, οι Crowes ακολούθησαν την αντίθετη κατεύθυνση. Το A Pound of Feathers, που, όπως ειπώθηκε, ηχογραφήθηκε μέσα σε δέκα μέρες, ακούγεται αυτό που είναι: μια μπάντα σε ένα δωμάτιο, που παίζει δυνατά και εμπιστεύεται το ένστικτό της. Έχει αυτή την ευγενή αλλά και βρώμικη αλαζονεία που έκανε τους δύο πρώτους -και καλύτερους- δίσκους τους, το Shake Your Money Maker (1990) και το The Southern Harmony and Musical Companion (1991) απαραίτητα ακούσματα. Είναι παθιασμένο, αλήτικο και σέξι.

Η ισορροπία μεταξύ κληρονομιάς και επανεφεύρεσης διατρέχει όλο το A Pound of Feathers. Όπως και με το Happiness Bastards, η παραγωγή του νέου άλμπουμ έγινε από τον Jay Joyce, ο οποίος χειρίζεται τις διάφορες υφές των Crowes με απόλυτη αρτιότητα. Τα τραγούδια παντρεύουν την τραχιά αλαζονεία που καθόρισε τα πρώτα χρόνια του συγκροτήματος με νέες ρυθμικές υφές και μια προθυμία να εξερευνήσει άγνωστα εδάφη. Η παραγωγή του Joyce φέρνει σαφήνεια και δύναμη σε ίσο βαθμό, αποτυπώνοντας ένα συγκρότημα πλήρως δεσμευμένο και χωρίς φόβο να αναλάβει ρίσκα, καθοδηγούμενο από βαθιά μουσική ενσυναίσθηση και ένα κοινό όραμα.

Ο τίτλος του άλμπουμ υπονοεί τη συναισθηματική του διττότητα, παίζοντας με την αντίθεση μεταξύ ελαφρότητας και βάρους, ομορφιάς και συνέπειας. Σε 11 κομμάτια, οι αδελφοί Robinson εξερευνούν αυτή την ένταση με ειλικρίνεια και τόλμη, μετατοπιζόμενοι αβίαστα μεταξύ στιγμών χάρης και σκληρής αλήθειας.

Οι Black Crowes βρίσκονταν πάντα στο στοιχείο τους όταν πατούσαν πάνω στη γέφυρα μεταξύ της κλασικής, νότιας soul και του ηλεκτρισμένου blues-rock. Σ’ αυτό το σημείο εδράζεται ρυθμικά το πρώτο single “Profane Prophecy”, ένα κομμάτι για τους αντισυμβατικούς που μεγάλωσαν με τα κλασικά τους “Twice As Hard” και “Remedy” ή με την ιδρωμένη διασκευή τους στο “Hard To Handle” του Otis Redding. Το “Profane Prophecy” ξεσπά από την αρχή με έντονο funk-rock ρυθμό και με ένα riff στην κιθάρα που θυμίζει το “Start Me Up” των Stones, με την παιχνιδιάρικη αλαζονεία του να θέτει τον τόνο για το ύφος του άλμπουμ. Το “Pharmacy Chronicles” που ακολουθεί ένα πιο σκοτεινό και χτίζεται σιγά-σιγά, ακολουθώντας ένα πιο στοχαστικό μονοπάτι, για να εξελιχθεί σε μια ηλεκτρισμένη country-blues πανδαισία, που θυμίζει Allman Brothers στα ντουζένια τους.

Παρόμοια με το “Profane Prophecy”, το “It's Like That” αποτελείται από περισσότερα από τρία λεπτά απλών riff, δυνατών κρουστών, πίσω από τα οποία ξεπετάγονται τα γλυκά soul δεύτερα γυναικεία φωνητικά. Το ίδιο ισχύει και για το “Do the Parasite!”, με τη φωνή του Chris Robinson σε άριστη φόρμα και την κιθάρα του Rich Robinson να ρίχνει ένα εμπνευσμένο αλλά και μαζεμένο χρονικά σόλο.

Το “Blood Red Regrets” είναι ένα ακόμη αρκετά τυπικό harr-rockin’ blues κομμάτι των Crowes, που όμως χρωματίζεται από χροιές συνθεσάιζερ που του προσδίδουν μια αύρα τύπου “Kashmir”. Δυνατό, καλοφτιαγμένο υλικό.

Όμως ο ήχος των Black Crowes δεν περιορίζεται απλώς στην προσφορά αξιόπιστων απομιμήσεων των καλύτερων τραγουδιών του Exile on Main Street των Stones ή του A Nod's As Good as a Wink (το δεύτερο άλμπουμ των Faces από το 1971). Ο Chris Robinson θα μπορούσε πάντα να ερμηνεύσει μια αργή, ακουστική μπαλάντα καλύτερα από τον οποιονδήποτε σύγχρονο τραγουδιστή: στο παρόν άλμπουμ, το "High and Lonesome" μπορεί τελικά να μην φτάνει την τελειότητα του "She Talks to Angels" (φοβερή μπαλάντα από τον πρώτο δίσκο των Cowes), είναι όμως μουσικά πιο περιπετειώδες, με τους χρωματισμούς του βιολιού. Σίγουρα δεν είναι οι Black Crowes όπως συνήθως.

Το άλμπουμ κλείνει με το “Doomsday Doggerel”, με ένα δυσοίωνο κυρίως riff και ένα βαρύ και συμπαγή ήχο που θυμίζει κάπως τους πρώιμους Black Sabbath.

Όπως λέει και ένα παλιό ρητό, «The South Will Rise Again». Αν και αυτό δεν πρόκειται να συμβεί, για καλή τύχη όλων μας, οι Black Crowes εμφανίζονται σίγουρα αναζωογονημένοι για πάρτη τους στο A Pound of Feathers. Όχι όμως και καθησυχασμένοι ή …καλοζωισμένοι. Μεγάλοι rock ‘n’ roll αλητάμπουρες στα νιάτα τους, πλησιάζοντας πια τα εξήντα, οι αδερφοί Robinson είναι σαφώς ταλαιπωρημένοι∙ παραμένουν όμως αξιοσημείωτα ανθεκτικοί και απολύτως ζόρικοι.

 

Ακολούθησε το Avopolis Network στο Google News

 

Διαβάστε Ακόμα

Featured