Λίγο πριν την έναρξη των παραστάσεων του "Μπλουζ του Μικρού Πρίγκιπα' στη Στέγη του Ιδρύματος Ωνάση, βρεθήκαμε με τον Coti K. (μουσικό, συνθέτη, ηχολήπτη και μουσικό παραγωγό) που συνυπογράφει με τον Γιάννη Αγγελάκα την ενορχήστρωση και κάναμε μια πολύ ενδιαφέρουσα συζήτηση για την πολυεπίπεδη μουσική του πορεία.
- Η συνεργασία σας με τον Γιάννη Αγγελάκα έχει μακρά ιστορία. Πώς προέκυψε η ιδέα για την ενορχήστρωση του "Μπλουζ του Μικρού Πρίγκιπα" και ποιες ήταν οι πρώτες σκέψεις σας όταν κληθήκατε να "μεταφράσετε" μουσικά αυτό το εμβληματικό έργο;
Με τον Γιάννη είμαστε συνεργάτες και φίλοι πάνω από 20 χρόνια. Την ενορχήστρωση την δούλεψε κυρίως ο Γιάννης μόνος σου στον υπολογιστή του. Η βασική συμβολή μου ενορχηστρωτικά είναι ότι τον έπεισα να είναι τελικά ένα μεγάλο μέρος της μουσικής παιγμένη από ζωντανά όργανα. Είναι μεγάλη παγίδα να συνηθίσεις αυτά που έκανες μόνος σπίτι σου και να μην μπορείς να «ανοίξεις» σε πιο ελεύθερες ζωντανές εκδοχές της μουσική σου.
- Ο Γιάννης Αγγελάκας παρομοιάζει την παράσταση με ένα "μπλουζ", έναν "μακρύ παλμό" που αποτίνει φόρο τιμής και στον Παύλο Σιδηρόπουλο. Πώς προσεγγίσατε εσείς μουσικά αυτή τη σύνδεση με το μπλουζ, την παιδικότητα και την απώλεια, δίνοντας τον δικό σας, χαρακτηριστικό ήχο;
Θα σου πω, ούτε τον Σιδηρόπουλο ξέρω καλά καλά ούτε τα μπλουζ του. Ούτε το συζητήσαμε ποτέ με τον Γιάννη, ξέρει καλά ότι δεν έχω ούτε γνώση αλλά ούτε και ιδιαίτερα θερμή σχέση για την ελληνική μουσική. Απαντώ μόνο στο ότι πιστεύω ότι είναι ενδιαφέρον ηχητικά και μουσικά σε ένα πιο πλατύ τοπίο, άσχετο με την τοπικότητα. Τώρα η παιδικότητα και η απώλεια είναι συχνά στο μυαλό των ανθρώπων κάποιας ηλικίας, όπως εγώ κι ο Γιάννης (γέλια).
- Το κείμενο αναφέρει ότι η σκηνή γίνεται «σύμπαν, φτιαγμένο από λόγια και σκέψεις που αστραποβολούν φως». Πώς δουλέψατε με τον Γιάννη Αγγελάκα και τον σκηνοθέτη Γιώργο Γούση για να δημιουργήσετε ένα ηχητικό τοπίο που να υποστηρίζει αυτή την οπτική και να ενσωματώνει τα «ηλεκτρομαγνητικά κύματα από λόγια, μουσικές και τραγούδια»;
Αυτό θα πρέπει να το δείτε, να το ακούσετε και να το συμπεράνετε εσείς, οι θεατές.
- Η Στέγη του Ιδρύματος Ωνάση φιλοξενεί για ακόμη μια φορά μια παραγωγή με τη συμμετοχή σας. Πώς είναι η συνεργασία σας με τη Στέγη και τι ρόλο πιστεύετε ότι διαδραματίζει ένας τέτοιος πολιτιστικός οργανισμός στην εγχώρια καλλιτεχνική παραγωγή, ειδικά σε πειραματικά και πρωτότυπα project;
Η Στέγη είναι ένας από τους λίγους οργανισμούς στην πολιτιστικά φτωχή χώρα μας που δίνει χρήματα και χώρο για μεγάλες παραγωγές σαν τον Πρίγκηπα. Πλέον η Στέγη είναι ένας πολύ οικείος χώρος για εμένα , με φίλους σε όλα τα επίπεδα της παραγωγής και της διοίκησης. Αλλά παράλληλα κάνω και πράγματα, στους αντίποδες, με μηδενικό μπάτζετ, καθαρά από μουσική ανάγκη.

- Γεννηθήκατε στο Μιλάνο και ήρθατε στην Ελλάδα σε ηλικία έξι ετών. Πόσο έχει επηρεάσει αυτή η διπλή καταγωγή και η πρώιμη εμπειρία της μετακίνησης την καλλιτεχνική σας ταυτότητα και τον τρόπο που αντιλαμβάνεστε τη μουσική και τον κόσμο;
Πάντα ένιωθα ξένος, είτε στην Ελλάδα, αλλά κι όταν επισκεπτόμουν την Ιταλία. Κάποτε με ενοχλούσε αυτό. Τώρα ξέρω ότι είναι υπέρ μου, μου δίνει την απαραίτητη απόσταση για να μην με «πνίγει» η Ελλάδα. Ποτέ δεν κρίνω αυτό που κάνω σε ελληνικό επίπεδο, δεν είναι αυτές άλλωστε οι επιρροές μου.
- Σπουδάσατε ηχοληψία στο Μάντσεστερ, μια πόλη με έντονη μουσική σκηνή εκείνη την εποχή. Ποιες ήταν οι σημαντικότερες εμπειρίες και επιρροές που αποκομίσατε από εκείνη την περίοδο και πώς διαμόρφωσαν την επαγγελματική σας πορεία και την προσέγγισή σας στον ήχο;
Το Μάντσεστερ ήταν μεγάλη και σημαντική εμπειρία, ίσως να μην το καταλάβαινα τότε γιατί γίνανε όλα κάπως φυσικά. Αλλά να είσαι σε μια πόλη και να συναντάς τον Vini Reilly και τον Johnny Marr στη γειτονιά σου, να πηγαίνεις βόλτα σε στούντιο που γράφτηκαν απίστευτο δίσκοι των Joy Division, να συναντάς το βράδυ τους New Order να πίνουν ποτά ή να κάνεις πάρτυ και να έρχονται απρόσκλητοι μέλη των Happy Mondays και να κοιμούνται στον καναπέ σου είναι όλες τρελές εμπειρίες που σε ορίζουν.
- Εργαστήκατε ως ηχολήπτης στο Studio Praxis για επτά χρόνια, συμμετέχοντας σε εμβληματικούς δίσκους όπως τους πρώτους τρεις των Στέρεο Νόβα. Πόσο καθοριστική ήταν αυτή η περίοδος για την εξέλιξή σας ως μουσικός και παραγωγός, και τι θυμάστε πιο έντονα από την ατμόσφαιρα εκείνης της εποχής στην ελληνική μουσική;
Στα 90s ακόμα μάθαινα ουσιαστικά, καθώς εργαζόμουνα, ανακαλύπταμε με τους Στέρεο Νόβα και με άλλα συγκροτήματα της εποχής τι σημαίνει να κάνεις «παραγωγή» ένας όρος που δεν υπήρχε στην Ελλάδα τότε ακόμα.
- Ως ανεξάρτητος παραγωγός, έχετε συνεργαστεί με ένα ευρύ φάσμα καλλιτεχνών, από τους Raining Pleasure και Tuxedomoon μέχρι τα Διάφανα Κρίνα. Ποια είναι η φιλοσοφία σας ως παραγωγός και τι αναζητάτε σε μια συνεργασία με έναν καλλιτέχνη ή ένα συγκρότημα για να «ξεκλειδώσετε» τον ήχο τους;
Κάθε περίπτωση είναι διαφορετική, συνήθως δεν γίνεται πολλή συζήτηση, απλά μας οδηγεί η μουσική και οποίες ιδέες μας έρχονται εκείνη την στιγμή. Η πρώτη ακρόαση του υλικού για μένα είναι η πιο σημαντική, η παρθένα πρώτη αντίδραση. Επίσης συνειδητά προσπαθώ και κρατάω ανοιχτές τις κεραίες μου στο τυχαίο, στο ‘serendipity’ που λένε οι αγγλόφωνοι, και να μην ξεχνάω ότι μουσική δεν «κανουμε» αλλά «παίζουμε»! Είναι ένα παιχνίδι ανακαλύψεων και όχι μια δουλειά με κανόνες και πρέπει.

- Η συνεργασία σας με τον Γιάννη Αγγελάκα είναι σταθερή και μακροχρόνια. Πέρα από το τρέχον project, τι είναι αυτό που κάνει αυτή τη συνεργασία τόσο γόνιμη και τι θεωρείτε ότι φέρνει ο ένας στον ήχο του άλλου σε βάθος χρόνου;
Νομίζω είναι κυρίως μια σχέση αγάπης κι εμπιστοσύνης. Ποτέ δεν ήμουν ιδιαίτερος φαν των Τρυπών, αλλά κάπως από όταν γνωριστήκαμε μέσω του Νίκου Βολιώτη κάτι μας ένωσε, το χιούμορ, για παράειγμα, είναι σημαντικό, η χαζομάρα μας.
- Έχετε γράψει μουσική για θέατρο, τηλεόραση και κινηματογράφο, συνεργαζόμενος με σημαντικούς σκηνοθέτες όπως οι Δημήτρης Παπαϊωάννου και Γιώργος Λάνθιμος. Ποιες είναι οι προκλήσεις και οι ανταμοιβές της σύνθεσης μουσικής για οπτικοακουστικά μέσα, σε σχέση με την καθαρά μουσική παραγωγή ή τις προσωπικές σας κυκλοφορίες;
Όταν καλούμαι να γράψω μουσική για μία παράσταση ή μία ταινία, και αυτό είναι η αγαπημένη μου δουλειά τη τελευταία δεκαετία, είναι σαν να πρέπει να λύσω ένα πάζλ. Το βασικό ζητούμενο είναι η μουσική να «λειτουργεί» στην ταινία, αλλά το πώς θα γίνει αυτό είναι συχνά πολύ ανοιχτό! Νιώθω δηλαδή πολύ ελεύθερος μέσα σε αυτήν. Ακόμα και σε κάτι εμπορικό όπως το «Τελευταία Κλήση» που θα βγει σύντομα στις αίθουσες, μπορώ να κάνω την μουσική «δική μου» – αν καταλαβαίνεις τι εννοώ. Και αυτό είναι πάντα υπέρ του συνολικού αποτελέσματος της ταινίας. Αν υπάρχει εμπιστοσύνη και κατανόηση ανάμεσα σε εμένα και τον σκηνοθέτη (και είμαι τυχερός γιατί μου συμβαίνει πολύ συχνά αυτό), τότε το αποτέλεσμα για εμένα δεν είναι διαφορετικό από το να γράφω ένα προσωπικό δίσκο.
- Το σχήμα Mohammad, που ιδρύσατε μαζί με τους Νίκο Βελιώτη και ILIOS, έχει μια πολύ ιδιαίτερη και πειραματική προσέγγιση. Πώς προέκυψε η ιδέα για τους Mohammad, ποιοι ήταν οι στόχοι σας με αυτό το project, και πώς εξισορροπείτε την πειραματική αυτή πλευρά με άλλες, πιο "συμβατικές" συνεργασίες;
Οι Mohammad, είναι το παιδί της φιλίας που μας ενώνει δεκαετίες με τον Νίκο Βελώτη και τον Δημήτρη Καρυοφύλλη. Μετά από κάμποσους δίσκους μαζί, όπου ουσιαστικά ερευνήσαμε τη βραδύτητα και την περιοχή των χαμηλών συχνοτήτων, εγώ ένιωσα μια πληρότητα και αποχώρησα. Είχα ξεκινήσει τότε και το πρότζεκτ μου με τραγούδια “Τhe man from Managra” και μάλλον το μυαλό μου πήγαινε αλλού. Τα παιδιά συνεχίζουν ως ΜΜΜΔ και καλά κάνουν, ανακαλύψαμε μαζί έναν ιδιαίτερο ήχο, δεν το συναντάς πολλές φορές αυτό το πράγμα στη ζωή σου. Παρά την αποχώρηση μου, παραμένουμε φίλοι, αδέλφια. Λόγω συνθηκών δεν βρισκόμαστε όσο θα θέλαμε, και ναι θα ήθελα να ξαναβρεθούμε μουσικά σε νέο πρότζεκτ οι 3 μας παρέα.

- Το 2014 κυκλοφορήσατε τον πρώτο σας προσωπικό δίσκο ως The Man from Managra, όπου ερμηνεύετε και ο ίδιος τραγούδια. Τι σας ώθησε σε αυτή την αλλαγή ρόλου και πώς βιώσατε την εμπειρία του να είστε και ερμηνευτής, πέρα από συνθέτης και παραγωγός;
Αυτό προέκυψε εντελώς χωρίς να το περιμένω ή να το σχεδιάσω, αλλά προφανώς ήταν μια εσωτερική μου ανάγκη να εκφραστώ μέσα από το τραγούδι. Όλα ξεκίνησαν μια βδομάδα που ήμουν μόνος στο σπίτι μου στην Τήνο, ξεκίνησα με ένα τραγούδι και κατέληξα να γράφω ένα κάθε μέρα, χωρίς ιδιαίτερη σκέψη, σαν να μαγειρεύω κάτι απλό για να φάω… μετά βέβαια έγινε κανονικό πρότζεκτ, με συγκρότημα, συναυλίες και άλλους δύο δίσκους. Υπάρχει και άλλος ένας που δουλεύω σιγά σιγά, αλλά το κύριο μέρος του μυαλό μου το καταλαμβάνουν τα ZōNTAZōA, η πολυαγαπημένη μου νέα μπάντα.
- Από τα Ricochet και Film Noir μέχρι τις οπτικοακουστικές εγκαταστάσεις και τους Mohammad, η πορεία σας χαρακτηρίζεται από συνεχή πειραματισμό και εξερεύνηση διαφορετικών μουσικών ειδών και μέσων. Πώς διατηρείτε την καλλιτεχνική σας περιέργεια ζωντανή όλα αυτά τα χρόνια και τι είναι αυτό που σας οδηγεί πάντα στο επόμενο βήμα;
Αυτό που είπες, η περιέργεια. Θέλω να κάνω τόσα πράγματα που δεν θα προλάβω να τα κάνω όλα! Πάντα με βάση τον ήχο βέβαια, αυτή είναι η μεγάλη μου αγάπη. Ο ήχος είναι μεταφυσικό πράγμα, δεν έχει συχνά τη ρεαλιστικότητα της εικόνας ή του λόγου, μπαίνει μέσα μας και μας μεταφέρει σε έναν τόπο που δεν περιγράφεται, δεν πιάνεται κι όμως υπάρχει, κι ενώνει με απίστευτο τρόπο και δύναμη, μπορεί να με ενώσει με έναν άνθρωπο που έζησε πριν 200 χρόνια σε μεγάλη γεωγραφική απόσταση, να νιώθω ότι τον ξέρω, ότι έχουμε σχέση, ενώ δεν έχουμε ποτέ διασταυρωθεί σε αυτόν τον πεζό φυσικό κόσμο.

- Μετά από τόσα χρόνια ενεργής παρουσίας στη μουσική σκηνή, πώς βλέπετε την εξέλιξη της ελληνικής μουσικής και ποια είναι τα στοιχεία που σας εμπνέουν ή σας ανησυχούν στο σημερινό τοπίο;
Δεν έχω τον χρόνο δυστυχώς να καθίσω να σκεφτώ κάτι τέτοιο, δεν ξέρω κι αν έχει νόημα, η δουλειά μου, αν θέλεις, είναι να ασχολούμαι με τη μουσική και να βάζω πάντα τον καλύτερο εαυτό μου. Όλα τα άλλα προκύπτουν κάπως τυχαία ή μοιραία. Ζούμε βέβαια πολιτικά και παγκόσμια μια άθλια πραγματικότητα, με ανισόρροπους επικίνδυνους ηγέτες, αλλά ο πλανήτης θα επιζήσει με τον έναν ή τον άλλον τρόπο. Τώρα αν θέλουμε να επιζήσουμε σαν ανθρωπότητα πρέπει να αλλάξουν άμεσα πράγματα που φοβάμαι κανένας άνθρωπος σε θέση οικονομικής ισχύος θα δεχθεί να κάνει, παρά μόνο όταν δει την καταστροφή να τον κοιτάει κατάματα. Σίγουρα, όμως δυστυχώς, δεν αφήνουμε καλή κληρονομιά στα παιδιά μας.
- Υπάρχει κάποιο project ή κάποια ιδέα που έχετε στο μυαλό σας και θα θέλατε να υλοποιήσετε στο άμεσο μέλλον, είτε σε προσωπικό επίπεδο είτε σε συνεργασία, που να αντικατοπτρίζει την τρέχουσα καλλιτεχνική σας διάθεση;
Μα ναι βέβαια! Τα ZōNTAZōA είναι το νέο γκρουπ στο οποίο συμμετέχω. Είμαστε 7 (!) μουσικοί και το καταδιασκεδάζουμε. Είναι η πρώτη φορά που εξερευνώ τον ρυθμό κι έχω ενθουσιαστεί. Επίσης ανακάλυψα ότι το να γράφεις μουσική ομαδικά είναι τόσο απολαυστικό και ξεκούραστο! Επίτρεψέ μου να στείλω την αγάπη μου από εδώ στα μέλη: Μαριλένα “Loo” Ορφανού, Κώστα Ζάμπο, Λαμπρινή Γρηγοριάδου, Σταύρο "Άλλο" Γεωργιόπουλο, Δανάη Nielsen, Πάνο Γαλάνη αλλά και στην Αμαλία Τσεκούρα που υπήρξε μέλος την πρώτη περίοδο του γκρουπ. Γενικά έμαθα ότι είναι ωραίο να μην ελέγχεις κάθε λεπτομέρεια, έχω πια ανάγκη τη συλλογικότητα – είναι τόσο ζεστό συναίσθημα. Ίσως σε αντίθεση με τους καιρούς που μας θέλουν σπίτι έναν-έναν κολλημένους στα αντι-σόσιαλ μίντια για να πάρουμε τη δόση μας. Έχουμε κάνει κάποιες λίγες συναυλίες από πέρσι και ανυπομονώ να κάνουμε κι άλλες και να σας δούμε εκεί. Η επόμενη είναι τον Μάιο.
(φωτογραφίες: Pinelopi Gerasimou)






