Όταν το punk κυνηγάει την ουρά του ή τρέχει να βρει τρόπο να ανακυκλώσει τον εαυτό του, οι Falooda κάνουν κάτι πιο τολμηρό. Μέσα σε 12 σύντομα, ηλεκτρισμένα κομμάτια, η αθηναϊκή μπάντα ανακατεύει no-wave κιθάρες, funk grooves, free-jazz σαξόφωνα και ψηφιακό θόρυβο, με αποτέλεσμα το Recipe for Concussion,το πρώτο πλήρες άλμπουμ τους, να είναι ένα σύνολο από ηχητικές συγκρούσεις, και κάθε κομμάτι να λειτουργεί σαν μια διαφορετική προσέγγιση πάνω στην ίδια ιδέα: ότι τα είδη συγκρούονται, και από τη σύγκρουση βγαίνει η σπίθα. Η πενταμελής μπάντα αποτελείται από τους Charlie Arizonas στο tenor saxophone, Grivoorm στο μπάσο, Loverman σε φωνητικά και synth, Luku luku miu miu στα τύμπανα και Stavriky στην κιθάρα, και όλοι μαζί φτιάχνουν έναν ήχο που βρίσκεται κάπου ανάμεσα στο noise rock, το avant-punk και την ενέργεια της no-wave σκηνής.
Το "Bottleneck" ανοίγει τον δίσκο με ορμή. Θα σας θυμίσει math-punk, είναι ένα σύντομο, εκρηκτικό intro με κοφτά κιθαριστικά χτυπήματα, ένα μπάσο που κινείται μπροστά στη μίξη και τύμπανα που σπρώχνουν τον ρυθμό με νευρικές παύσεις. Μέσα σε λίγο περισσότερο από ένα λεπτό, η μπάντα δηλώνει τις προθέσεις της, το άλμπουμ δεν πρόκειται να κινηθεί σε ευθείες γραμμές. Το "Orizuru 折鶴" το οποίο μάλλον δανείστηκε το όνομά του από το ιαπωνικό origami γερανό που συνδέεται με την ιστορία της Sadako μετά τη Χιροσίμα, αλλάζει ελαφρώς την ατμόσφαιρα. Παρά τη μικρή του διάρκεια, κουβαλά συναίσθημα και μια πιο δραματική χροιά. Είναι μια στιγμή όπου η μπάντα δείχνει ότι πίσω από την ένταση υπάρχει και μια αίσθηση δομής.
Προσωπικά θα ξεχώριζα το αμέσως επόμενο κομμάτι, το "Boolean Religion", το μεγαλύτερο σε διάρκεια κομμάτι, σχεδόν οκτώ λεπτά, λειτουργεί σαν μικρό manifesto. Ο λόγος είναι ότι εδώ οι Falooda αφήνουν τον εαυτό τους να εξελιχθεί. Το τραγούδι ξεκινά με ένα επαναλαμβανόμενο groove από μπάσο και τύμπανα, πάνω στο οποίο η κιθάρα του Stavriky χτίζει κοφτά, ασύμμετρα patterns. Σταδιακά η σύνθεση ανοίγει προς πιο ελεύθερες περιοχές, το σαξόφωνο μπαίνει σε αυτοσχεδιαστικές γραμμές, τα synth του Loverman γεμίζουν το κομμάτι με ασταθείς αρμονίες και καταλήγει να θυμίζει μια noise-rock σουίτα που καταρρέει και ξαναχτίζεται διαρκώς. Αυτή είναι και η στιγμή όπου η μπάντα δείχνει πόσο μακριά μπορεί να φτάσει ο πειραματισμός της.
Τα μικρότερα κομμάτια του δίσκου όπως το "The Synthetic Age" και το "Uncensored οι Falooda" λειτουργούν σχεδόν σαν σημειώσεις κάποιας ιδέας. Αυτά τα μικρά ιντερλούδια δημιουργούν την αίσθηση ότι ο δίσκος εξελίσσεται μέσα από διαφορετικές φάσεις. Πρόκειται για σύντομα bursts ήχου, όπου synth, feedback και ρυθμικά μοτίβα εμφανίζονται για λίγα δευτερόλεπτα πριν εξαφανιστούν. Το "Epileptic Bus" επαναφέρει την πιο ωμή punk πλευρά της μπάντας και το "Microchirp" είναι από τις πιο ενδιαφέρουσες στιγμές του άλμπουμ με το groove είναι πιο χαλαρό και σχεδόν funk, με τα synth να προσθέτουν μια παράξενη ηλεκτρονική υφή. Το άλμπουμ κλείνει με το "Jelly Maze", ένα σύντομο instrumental όπου τα synth παίρνουν τον πρώτο ρόλο, δημιουργώντας μια σχεδόν ψυχεδελική ατμόσφαιρα.
Η παραγωγή, που υπογράφουν οι ίδιοι οι Falooda μαζί με τον B12, κρατά τον ήχο ωμό αλλά ευκρινή, αφήνοντας χώρο για κάθε στοιχείο από το σαξόφωνο μέχρι τα synth να βρει τη θέση του μέσα στη «φασαρία». Το πιο ενδιαφέρον στοιχείο του δίσκου είναι ίσως οι στίχοι του Loverman οι οποίοι λειτουργούν σαν σχόλιο πάνω σε μια σύγχρονη πραγματικότητα γεμάτη αποξένωση. Κάτι παραπάνω από απλώς punk δηλώσεις, είναι μικρά στιγμιότυπα από έναν κόσμο που περιστρέφεται γύρω από την κοινωνική κόπωση της ψηφιακής εποχής, την οικολογική κατάρρευση και το τεχνολογικό άγχος.
Παρ’ όλα αυτά, στο Recipe for Concussion, η ίδια αυτή πειραματική προσέγγιση του μπορεί να λειτουργήσει και ως εμπόδιο για κάποιους ακροατές. Ορισμένα transitions ακούγονται σκόπιμα αποσπασματικά, ενώ η ατονικότητα και η συνεχής ένταση αφήνουν περιορισμένο χώρο για μελωδική ανάσα ή πιο καθαρές κορυφώσεις. Παρότι το μεγαλύτερο σε διάρκεια "Boolean Religion" δίνει στη μπάντα χώρο να αναπτύξει τις ιδέες της, σε άλλα σημεία η σύντομη διάρκεια των κομματιών αφήνει την αίσθηση ότι κάποιες ενδιαφέρουσες μουσικές κατευθύνσεις σταματούν πριν εξελιχθούν πλήρως.
Το Recipe for Concussion δεν είναι άλμπουμ που θα μπει εύκολα σε playlists. Προσφέρει λίγα hooks για να κρεμαστείς πάνω τους (σαν το χαλασμένο χαρούμενο ξεκίνημα του "Existential Corrosion", ούτε προφανείς μελωδίες. Αυτό που προσφέρει είναι ότι μέσα σε αυτό το ελεγχόμενο χάος, ακούμε μια μπάντα που πειραματίζεται πραγματικά με τον θόρυβο του punk. Και μέσα σε αυτό το χάος, οι Falooda βρίσκουν κάτι που πολλές μπάντες κυνηγούν χωρίς επιτυχία, έναν δικό τους, αναγνωρίσιμο ήχο. Οπότε σε μια σκηνή όπου η πρωτοτυπία γίνεται όλο και πιο σπάνια, αυτό από μόνο του είναι αρκετό για να σας τραβήξει την προσοχή.






