Morrissey

Πώς να σταθείς αντικειμενικός απέναντι στα νέα τραγούδια του Morrissey; Είναι σαν να θέλεις να μιλήσεις ψύχραιμα για έναν παλιό φίλο που έχει πει και έχει κάνει άπειρες μαλακίες, ώστε κάθε νέα του κουβέντα είναι και μια αφορμή να σπάσεις εσύ και να αρχίσεις να του ουρλιάζεις για να σκάσει στα μούτρα. Ακόμα κι αν έχεις κάνει κάποιες προσπάθειες να έρθεις πιο κοντά του σε στιγμές που πάντα ήθελε εκείνος, όχι εσύ, η σχέση σας έχει τόσα πολλά "σπασίματα" που δεν ξέρεις ποιο να πρωτοδιορθώσεις, μόνος σου, χωρίς καμία προσπάθεια από εκείνον. Αλλά, όταν μετά από ένα τόσο ειλικρινές «I don’t like you» στα δικά σου μούτρα, λες στάσου λίγο μήπως έχω κάνει κι εγώ τα λάθη μου;

Κάπως έτσι μπήκα σε αυτή τη συνάντηση με το Make-up is a Lie, σαν να επέστρεφα σε μια παλαιά και μακρά, σχεδόν υπαρξιακή, ιστορία ανάμεσα σε έναν παλιό φίλο που είχα καιρό να ακούσω τόσο ειλικρινή, αμήχανο, πικραμένο, μαραζωμένο, προδομένο, μπερδεμένο, βαρετό, κουρασμένο, δύστροπο, πεισματάρη, αυτάρεσκα (και δήθεν) μελαγχολικό, μνησίκακο, είρωνα, παρατημένο, αυτάρκη με τρόπο σχεδόν αμυντικό, καχύποπτο απέναντι σε όλους και όλα, ακόμη και στον ίδιο του τον εαυτό. Ουφ, το είπα… Πάμε παρακάτω.

Και όμως, όταν τα τραγούδια αρχίζουν να ξεδιπλώνονται, υπάρχει πάντα εκείνο το παλιό (καλό) φάντασμα που επιστρέφει. Οι κιθάρες έχουν ακόμη εκείνη τη γνώριμη βρετανική υγρασία, ναι εκείνη από τους δρόμους του Μάντσεστερ μετά τη βροχή, κάποιες δυνατές μελωδίες πασχίζουν να κρατηθούν στην επιφάνεια, αλλά κινούνται αργά προς τα πάνω, σχεδόν πεισματικά, σαν να θέλουν να μας πουν ότι η pop δεν χρειάζεται να φωνάζει για να ακουστεί. Aπλά το παράδοξο είναι πως, όσο κι αν έχει αλλάξει ο κόσμος γύρω του, ο Morrissey συνεχίζει να γράφει σαν κάποιος που κουβαλά την ίδια βασική αίσθηση: μια μελαγχολική απορία για το πού ακριβώς στέκεται ο άνθρωπος μέσα σε όλα αυτά. Κι όπως λέει από τους πρώτους κιόλας στίχους του "You’re Right, It’s Time" ο κόσμος είναι χαμένος μέσα στις οθόνες του. Γι' αυτό όλα τα νέα κομμάτια είναι γεμάτα ειρωνεία και πίκρα, αλλά πίσω από αυτά υπάρχει ακόμη εκείνη η γνώριμη εύθραυστη πλευρά του, που έκανε κάποτε τα τραγούδια του να μοιάζουν με εξομολογήσεις γραμμένες σε παλιά σχολικά τετράδια. Και ίσως τελικά αυτό να είναι και το πιο περίεργο με τον Morrissey σήμερα. Ότι, παρά όλες τις αντιφάσεις του, εξακολουθεί να γράφει τραγούδια που μοιάζουν λιγότερο με δηλώσεις και περισσότερο με μικρά ημερολόγια μοναξιάς. Που όλο και μεγαλώνει...

Και τότε καταλαβαίνεις κάτι που σε εκνευρίζει σχεδόν όσο σε συγκινεί: ότι η σχέση μαζί του μοιάζει με εκείνες τις παλιές φιλίες που, παρά όλα τα λόγια, δεν τελειώνουν ποτέ πραγματικά. Ναι, μπορεί να αλλάζουν μορφή, αφήνοντας πίσω τους μια γλυκιά αίσθηση τρυφερότητας, απογοήτευσης και μια ελαφριά, επίμονη μελαγχολία, που ίσως να σε οδηγεί και σε μια αναπόφευκτη κατάθλιψη.

Σαν κι αυτή την κατάθλιψη που κουβαλάει το δέκατο κομμάτι του άλμπουμ, ένα τραγούδι που έχει για τίτλο το όνομα ενός μύθου της ροκ γραφής, τον "Lester Bangs". Δύσκολο να διακρίνεις από τους πρώτους στίχους πως τον πλησιάζει, αλλά το ρεφρέν είναι εκεί που πρέπει να εστιάσει κανείς... «Αλλά, όταν σηκώνεις την πένα σου / Για τους Roxy Music και τους Dolls / Το Village Voice δεν έχει άλλη επιλογή / Πρέπει να επαινεί κάθε σου λέξη». Ο Bangs παρουσιάζεται σαν ένας άνθρωπος βυθισμένος σε ένα χάος: μπύρες, υπόγεια, αφίσες γυμνών γυναικών, βρώμικα ρούχα, ναρκωτικά, ο Γκίνσμπεργκ λίγο παραπέρα, μια αμερικανική σημαία, κι ο δημοσιογράφος γυμνός μέσα της. Είναι μια εικόνα της ροκ δημοσιογραφίας των 70s, σχεδόν καρτουνίστικη. Κι ο Morrissey δεν τον εξιδανικεύει. Τον δείχνει φθαρμένο, μοναχικό, σχεδόν παθολογικά πληγωμένο. Σαν κάποιο ήρωα από μυθιστόρημα του Bukowski. Το ρεφρέν όμως μας λέει και κάτι άλλο, ο Bangs μπορεί να είναι ένας χαμένος τύπος στο υπόγειο του, αλλά μέχρι να πιάσει την πένα του. Γιατί, τότε το γράψιμο γίνεται δύναμη. Και η κριτική γίνεται τέχνη. Και αυτό είναι ένα πολύ βαθύ σχόλιο για τη μουσική δημοσιογραφία, όταν η ζωή μπορεί να είναι χάος, το κείμενο μπορεί να παραμένει καθαρό. Εδώ εμφανίζεται ο πραγματικός αφηγητής του τραγουδιού, και φυσικά δεν είναι ο Bangs, είναι ο νεαρός Morrissey. Ένα παράξενο παιδί στην Αγγλία που διαβάζει τις κριτικές του Bangs στην Village Voice και νιώθει ότι κάποιος εκεί έξω καταλαβαίνει τον κόσμο όπως τον βλέπει κι αυτός. Τουλάχιστον κάπως έτσι μου έσκασε ο επόμενος στίχος «Όταν όλη η νιότη μου πήγε τόσο στραβα» για να καταλήξει στο «Τρεις χιλιάδες μίλια μακριά / ένας σπασίκλας κρέμεται από τα λόγια σου». Και αυτό είναι καθαρός Morrissey. Η αίσθηση ότι η νεότητα ήταν ένα λάθος που προσπαθείς να εξηγήσεις εκ των υστέρων.

Σε καθαρά μουσικό επίπεδο, το Make-Up Is a Lie είναι μια αξιοσημείωτη επιστροφή στη φόρμα για τον Morrissey. Οι κιθάρες έχουν ένταση και καθαρότητα (αμήχανες και αδικαιολόγητα φλύαρες, ωστόσο στη διασκευή του "Amazona" των Roxy Music) τα πλήκτρα προσθέτουν ωραίες ατμόσφαιρες και το μπάσο δίνει ένα σταθερό, σχεδόν μελαγχολικό βάθος στις ενορχηστρώσεις. Υπάρχει μια υπόγεια αίσθηση ότι το άλμπουμ θέλει να ξαναβρεί την παλιά δραματουργία της κιθαριστικής pop που κάποτε χαρακτήριζε τόσο τον ίδιο όσο και τους Smiths. Όμως, κάτι λείπει. Τα τύμπανα σπάνια αποκτούν πραγματικό βάρος ή χαρακτήρα, ο ρυθμός είναι υποτονικός (ακόμα και στις εκρήξεις) και σαν να λειτουργεί περισσότερο σαν βακτηρία ενός γέρου μάντη, παρά σαν μυστικό ναρκωτικό που γεννάει τους νέους χρησμούς του. Το αποτέλεσμα; Ενώ πολλά κομμάτια έχουν ισχυρές ιδέες, η ροή του άλμπουμ έχει αρκετά προβλήματα και κάπως οι μεταβάσεις από τραγούδι σε τραγούδι δεν δημιουργούν την αίσθηση μιας ενιαίας διαδρομής, αλλά περισσότερο μιας σειράς από ξεχωριστά επεισόδια.

Αυτό γίνεται ιδιαίτερα εμφανές, από το ομώνυμο κομμάτι "Make-Up Is a Lie", το οποίο μοιάζει σχεδόν αποκομμένο από το υπόλοιπο άλμπουμ, και χαρακτηριστικά από το πέρασμα του "Notre Dame" στο "Amazona", ένα σημείο που φαίνεται πώς η αισθητική του άλμπουμ, η ατμόσφαιρα και η δομή του είναι τόσο διαφορετικές, ώστε για μια στιγμή αναρωτιέσαι αν πράγματι ακούς έναν, τον ίδιο δίσκο. Όμως... Εκεί όμως που το άλμπουμ πραγματικά κερδίζει έδαφος είναι στη φωνή και στους στίχους του Morrissey. Με μεγάλη μου χαρά και έκπληξη βλέπω εδώ πως σε σύγκριση με το προηγούμενο I Am Not A Dog On A Chain (2020), στο οποίο μου είχε δώσει μόνο την εικόνα ενός  αμυντικού και πικρόχολου καλλιτέχνη, εδώ φαίνεται να συμβαίνει κάτι διαφορετικό. Ο Morrissey τραγουδά με τρυφερότητα ("Headache"), ειλικρίνεια ("Many Icebergs Ago") και μια απροσδόκητη ταπεινότητα που είχαμε καιρό να ακούσουμε από αυτόν.

Το γνώριμο χιούμορ του παραμένει, αλλά αυτή τη φορά η φωνή του κουβαλά και κάτι πιο γήινο, μια σχεδόν σωματική μελαγχολία που κάνει τις ερμηνείες του ιδιαίτερα συγκινητικές. Θα τον ήθελα να τραγουδάει λίγο περισσότερο γενναία, έστω και σπασμένα, και όχι σαν κάποιος που έχει κουραστεί από τις μάχες, αλλά ακόμα δεν έχει χάσει την ανάγκη να μιλήσει ανοιχτά. Θα ήθελα να μην φοβόταν να σκοντάψει ακόμα και πάνω στις θεϊκές του φωνητικές μελωδίες. Παρά τις καλές ιδέες και τη δυνατή ερμηνεία, αρκετές φορές οι γραμμές της φωνής δεν απογειώνουν τα τραγούδια όσο θα μπορούσαν.

Έτσι, το Make-Up Is a Lie μένει τελικά για μένα ένας δίσκος παράξενα οικείος. Ούτε τέλειος, ούτε θριαμβευτικός, αλλά πολύ ανθρώπινος. Ένας δίσκος με δυνατή (ακόμη) μουσική ραχοκοκαλιά και στίχους που κουβαλούν ακόμη εκείνη τη γνώριμη ευφυΐα του και πίκρα. Απλά, σε κάποιες στιγμές μοιάζει να σταματά λίγο πριν από την κορυφή που υπόσχεται. Αλλά ίσως αυτό να είναι και το νόημα. Γιατί ακούγοντάς τον σήμερα, τον Morrissey δεν τον νιώθω πια σαν τον άπιαστο ήρωα που κάποτε στεκόταν πάνω από όλα. Τον νιώθω πιο κοντά. Πιο εύθραυστο, πιο κουρασμένο, πιο αληθινό. Γι' αυτό μάλλον αυτός ο δίσκος (παρά τα αδύναμα σημεία του) δεν μου ακούγεται σαν επιστροφή σε μια χαμένη δόξα, αλλά σαν μια ήσυχη εξομολόγηση ανάμεσα σε δύο ανθρώπους που μεγάλωσαν μαζί, έστω κι αν ο ένας δεν θα μάθει ποτέ ότι ο άλλος τον άκουγε όλα αυτά τα χρόνια.

 

Ακολούθησε το Avopolis Network στο Google News

 

Διαβάστε Ακόμα

Featured