Κάποιες νύχτες σήμερα δεν θυμίζουν πια ρομαντική παρακμή, μοιάζουν περισσότερο με εταιρικό afterhours, φωτισμένο από οθόνες και άγχος απόδοσης. Μέσα εκεί, σε αυτήν τη γυαλισμένη κούραση της πόλης, καταλαβαίνεις γιατί το post-punk δείχνει να «επιστρέφει» τα τελευταία χρόνια. Όχι επειδή νοσταλγούμε τον ήχο του (πολλοί από εμάς άλλωστε είναι χορτασμένοι από αυτόν), αλλά επειδή χρειαζόμαστε ξανά τη λειτουργία του. Το σύγχρονο post-punk revival μοιάζει περισσότερο με αναβίωση δυσπιστίας. Μια μουσική που ακούγεται σαν να έχει περάσει από φίλτρα ψυχρότητας, υπερ-στυλιζαρισμένη σχεδόν μέχρι αφύσικου, κι όμως φορτισμένη με εκείνη τη γνωστή αίσθηση ότι κάτι δεν πάει καλά πίσω από τις επιφάνειες. Όπως τότε, έτσι και τώρα, η πραγματικότητα μοιάζει υπερβολικά κατασκευασμένη για να είναι αθώα. Σε αυτή τη συνθήκη, το post-punk δεν επιστρέφει πάντα ως ρετρό γλώσσα αλλά ως στάση επεξεργασίας του κόσμου: απογυμνώνεις τον ήχο από συναίσθημα-προϊόν, κρατάς το νεύρο, την ένταση, το άβολο υπόλειμμα που δεν χωρά εύκολα σε playlist ευεξίας. Είναι η άρνηση να συμφιλιωθείς με την επιφάνεια και η σκέψη ότι κάτω ακόμα και από το πιο τέλειο design υπάρχουν πάντα ρωγμές.
Γι’ αυτό και το revival μοιάζει λιγότερο με επιστροφή και περισσότερο με επίμονη σκιά. Το post-punk δεν ήταν ποτέ πλήρως αποδεκτό, αλλά, κάθε φορά που η εποχή γίνεται υπερβολικά στιλπνή, εμφανίζεται ξανά σαν αντι-σώμα. Κι όχι για να μας θυμίσει το χιλιοακουσμένο παρελθόν, αλλά για να αμφισβητήσει το παρόν. Οπότε, αν φαίνεται να ανέρχεται ξανά, δεν είναι επειδή η ιστορία αγαπάει τους κύκλους (αυτό είναι μύθος παρηγοριάς) αλλά επειδή η εποχή ξανασυναντάει κάποια συγγενικά της τραύματα χωρίς φίλτρα. Και έτσι η αγωνία, απογυμνωμένη από το θέαμα, ζητά μορφή. Και ο ήχος, όταν αρνείται να γίνει διακόσμηση, γίνεται κριτική.
Μέσα σε αυτό το κλίμα, οι The Do Nots από τη Θεσσαλονίκη μοιάζουν λιγότερο με συγκρότημα και περισσότερο με σύμπτωμα νυχτερινού φαινομένου, μια διαταραχή της κανονικότητας του ήχου. Σκοτεινοί ύμνοι για έναν σύγχρονο πνευματιστή εγκλωβισμένο σε υλικό κόσμο: αυτή η φράση τους μπορεί να λειτουργεί ως ταυτότητα αλλά προσωπικά την εξέλαβα ως αυτοδιάγνωση. Ο Νικόδημος Τριαρίδης (κιθάρα, φωνή), η Σάντυ Καραγιαννίδου (μπάσο, φωνή), ο Πάνος Παπαζόγλου (κιθάρα) και ο Αλέξανδρος Αρχοντής (τύμπανα) χτίζουν τραγούδια που ζητούν να μείνεις μέσα τους, να σκεφτείς δηλαδή να αφεθείς ολοκληρωτικά μέσα στον ήχο, όπου ο κάθε ακροατής δεν καταναλώνει άλλο ένα κομμάτι, αλλά τολμά να εκτεθεί σε αυτό.
Οι συνθέσεις τους περισσότερο επιμένουν παρά εξελίσσονται. Κι αυτή η εμμονή είναι πολιτική: αρνείται την συνταγή της κορύφωσης, της στιγμιαίας ικανοποίησης, της «μεγάλης στιγμής». Οπότε αντί για αφήγηση, προσφέρουν επιφάνειες τριβής – μπασογραμμές που επαναλαμβάνονται σαν μια σκέψη που δεν βρίσκει διέξοδο, κιθάρες που θολώνουν το περίγραμμα της συνθετικής μορφής, φωνές που στοιχειώνουν. Τα τραγούδια τους έτσι γίνονται συνθήκες καλές για την νύχτα. Ειδικά, σε μια πόλη όπου η υγρασία κολλάει στα τσιμέντα όπως η μνήμη στο σώμα, οι The Do Nots αναπαριστούν την μελαγχολία της. Από τη Θεσσαλονίκη του 2019 μέχρι σήμερα, οι The Do Nots κουβαλούν την indie τραγουδοποιία σαν κάποιο πολύτιμο παλιό ρούχο, φορεμένο, γνώριμο, λίγο αταίριαστο στην εποχή της μαζικής υπερπληροφόρησης, αλλά αναγκαίο όσο και κάθε DIY προσπάθεια που δεν υποκρίνεται αισθητική (ή αναμάσημα). Οι συνθέσεις τους δεν κυνηγούν το «μεγάλο κομμάτι», εξάλλου μόνο δύο από τα έντεκα ξεπερνούν τα 4 λεπτά, αλλά αντί αυτού σχηματίζουν ένα συνεχές τοπίο, σαν μικρά ηχητικά δωμάτια όπου μπορείς να μείνεις όσο αντέχεις τον εαυτό σου.
Από το άνοιγμα του "…and the rabbit" περνάς ένα κατώφλι. Τα αντρικά φωνητικά έρχονται ήσυχα, σχεδόν υπνωτικά, σαν να μην θέλουν να σε πείσουν για τίποτα, μόνο να σε τραβήξουν απαλά προς τα μέσα. Ο ρυθμικός παλμός λειτουργεί σαν καρδιά που χτυπά σε σκοτεινό δωμάτιο. Οι κιθάρες απλώνονται σαν ομίχλη που δεν ξέρεις αν σε προστατεύει ή σε πνίγει, και το μπάσο κινείται υπόγεια, σχεδόν εμμονικά, σαν σκέψη που επιστρέφει ξανά και ξανά στο ίδιο σημείο.
Στο επόμενο "Do the do nots" η μπάντα μοιάζει αρχικά να υποκύπτει συνειδητά σε μια γνώριμη κιθαριστική Cure-ολαγνεία – εκείνη τη λατρεία του χορευτικού μελαγχολικού μοτίβου που έχει γίνει σχεδόν lingua franca του σύγχρονου post-punk. Οι κιθάρες ανοίγουν τον χώρο με αυτό το αναγνωρίσιμο, ελαφρώς νοσταλγικό shimmer, σαν να δοκιμάζουν τα όρια του είδους τους. Η μετατόπιση έρχεται από τη φωνή της Σάντυ και ένα ρεφρέν που εμφανίζεται σαν ένα όμορφο σπάσιμο μέσα στο μονοχρωματικό τοπίο, μέχρι που η μελαγχολία γίνεται κίνηση, και το τραγούδι τελειώνει όπως τελειώνουν οι σκέψεις που δεν θέλεις να ολοκληρώσεις, στη μέση της έλξης τους.
Το "You are my Rock ‘n’ Roll" με το κομψά αλήτικο ρεφρέν του και τα μοιρασμένα αντρικά–γυναικεία φωνητικά, είναι από εκείνα τα τραγούδια που τα θέλεις να αρνούνται τον χρόνο τους, να απλώνονται, να περιπλανώνται, να καθυστερούν το τέλος τους όπως καθυστερείς έναν αποχαιρετισμό που δεν σε συμφέρει να γίνει. Υπάρχει μέσα του μια σπάνια ισορροπία: τρυφερότητα χωρίς γλυκύτητα, ρομαντισμός χωρίς ρητορική. Μόνο που η μπάντα επιλέγει ξανά τη στέρηση. Το τραγούδι δεν σου δίνει τη διαδρομή που υπαινίσσεται. Και έτσι μένει σαν ανάμνηση μιας μεγαλύτερης νύχτας αρκετό για να σε σημαδέψει, όχι αρκετό για να σε καθησυχάσει.
Το άλμπουμ συνεχίζει τον δρόμο του σαν νυχτερινή διαδρομή χωρίς σαφή προορισμό: άλλοτε περπατά σε γνώριμα στυλιστικά μονοπάτια, όπως στο "Something in the way" που η μπάντα αγγίζει συνειδητά χιλιοειπωμένους κανόνες του είδους, σχεδόν τους δοκιμάζει και άλλοτε ανοίγει δρόμους γεμάτες απρόβλεπτο φως, όπως στο "Dragonfly", μία από τις πραγματικά δικές τους, ονειρικές στιγμές. Εκεί, οι The Do Nots απομακρύνονται από την αναφορά και φτάνουν στην ιδιοκτησία. Η σύνθεση αναπνέει πιο ελεύθερα, οι κιθάρες αποκτούν υφή σχεδόν υδάτινη, και η μελωδία αιωρείται. Δεν είναι απλώς ένα «ωραίο» κομμάτι, είναι ένας όμορφος τόπος, αλλά και ιδιαίτερο σημείο αναφοράς ενός πολύ δυνατού ντεμπούτου.
Η μοναδική μου ένσταση αφορά ακριβώς το σημείο όπου η αισθητική τους γίνεται τόσο συνεπής ώστε κινδυνεύει να γίνει αυταξία: με εξαίρεση το πιο νευρικό "Ι dreamed this dream of being with you" το άλμπουμ συχνά διαλύεται μέσα στο σύννεφο του reverb. Πολλά οργανικά μέρη χάνουν το περίγραμμα και την "υλικότητά" τους στο όνομα της ατμόσφαιρας, σαν να επιλέγεται συνειδητά η εξαΰλωση αντί της παρουσίας. Ναι, εντάξει, συνειδητά το κάνουν, αλλά σκέφτομαι ότι θα υπήρχαν στιγμές όπου τα κομμάτια θα άντεχαν, και ίσως θα κέρδιζαν, αν έμεναν πιο γυμνά, πιο κοκκαλιάρικα και άγρια, ώστε να αποδείξουν ότι διαθέτουν σώμα, βάρος, και δόντια. Τα στρώματα κιθάρας και τα βραχέα σώματα των συνθεσάιζερ σχηματίζουν μια σχεδόν συνεχόμενη ομίχλη, μέσα στην οποία οι μελωδικές μετατοπίσεις δυσκολεύονται να διακριθούν. Ο ρυθμός, το μπάσο, ακόμη και η φωνή, απορροφώνται σε σημεία από αυτή την shoegaze διάχυση μια επιλογή που μοιάζει να υπηρετεί το ιδεώδες των The Do Nots, αλλά ταυτόχρονα εξουδετερώνει μέρος της δυναμικής τους, ειδικά σε κομμάτια όπως το "She".
Ναι, το "Dragonfly" αφήνει να φανεί τι θα μπορούσε να συμβεί αν το νέφος υποχωρούσε έστω λίγο: η μελαγχολία θα αποκτούσε νεύρο, η ευθραυστότητα ένταση, και η μπάντα θα έδειχνε πιο καθαρά την εσωτερική της συνοχή και αντοχή. Γιατί πίσω από αυτή την ατμοσφαιρική διάχυση υπάρχει όντως πολύ καλό υλικό, απλώς συχνά μου δίνει την ιδέα πως επιλέγει να (αυτό)κρύβεται. Και η αίσθηση που μένει δεν είναι απογοήτευση αλλά μια σχεδόν στοχαστική επιθυμία: να ακούσεις τους The Do Nots μια φορά λιγότερο μέσα στο σύννεφο και περισσότερο μέσα στο σώμα τους.






