Κάποιοι δίσκοι ακούγονται σαν μια διαδρομή με τα κομμάτια τους εγκλωβισμένα ανάμεσα σε σταθμούς, στάσεις, περαστικές εικόνες, με το τοπίο να αλλάζει ανεπαίσθητα και τον χρόνο να χάνει το νόημά του. Κι αυτό δεν είναι κάποια αδυναμία τους, αλλά η ουσία τους. Ο ανώνυμος Βρετανός δημιουργός που κρύβεται πίσω από το όνομα Craven Faults επιστρέφει για τρίτη φορά στο γνώριμο, τραχύ Yorkshire, αλλά αυτή τη φορά μοιάζει λιγότερο με περιηγητή και περισσότερο με αρχαιολόγο. Ο τίτλος του άλμπουμ, το εξώφυλλο, ακόμη και τα ονόματα των κομματιών λειτουργούν σαν σήμανση σε παλιές εμπορικές γραμμές, σε σιδηροδρομικά απομεινάρια που μπορεί να μην εξυπηρετούν πια κανέναν, αλλά συνεχίζουν να υπάρχουν πεισματικά, σιωπηλά, και μερικές φορές, σχεδόν απειλητικά. Το ηχητικό μοτίβο του νέου του άλμπουμ δεν κρύβει καμία ρομαντική νοσταλγία, περισσότερο είναι μια ψυχρή καταγραφή ενός τοπίου που αρνείται να ξεχαστεί.
Μουσικά, οι Craven Faults παραμένουν πιστοί στη μεγάλη, αργόσυρτη kosmische αφήγηση που τους χαρακτήρισε από την αρχή. Τα synths απλώνονται σε μεγάλες διάρκειες, χωρίς βιασύνη και χωρίς καμία ανάγκη για κορύφωση. Κομμάτια όπως τα "Ganger" και "Far Closes" θα μπορούσαν να είναι μουσικά καιρικά φαινόμενα: έρχονται, κάθονται δίπλα σου, γεμίζουν τον χώρο και σε αναγκάζουν να προσαρμοστείς. Είναι μεγαλοπρεπή χωρίς στόμφο, και αυστηρά χωρίς ψυχρότητα.
Κάτω όμως από αυτή την επιφανειακή γαλήνη καραδοκεί κάτι ανήσυχο. Υπάρχει ένα μόνιμο αίσθημα μεταφυσικού ψύχους, σαν οι ήχοι να κουβαλούν μνήμη, όχι ανθρώπινη, αλλά γεωλογική. Σαν οι γραμμές που περιγράφουν να μην ήταν κάποιο αρχαίο μέσο μεταφοράς, αλλά περάσματα. Κι αυτό το τρένο, όσο προχωρά, μοιάζει όλο και περισσότερο με φάντασμα: ένα βαγόνι γεμάτο σκιές που διασχίζουν ξανά και ξανά τις ίδιες ξεχασμένες διαδρομές.
Υπάρχει βέβαια και μια υπόγεια, σχεδόν σαρκαστική διάσταση σε όλο αυτό. Γιατί όποιος έχει δοκιμάσει να ταξιδέψει με τοπικά τρένα στη βόρεια Αγγλία ξέρει καλά αυτή την αίσθηση του εγκλωβισμού, καθυστερήσεις, κρύα τοπία, ανακοινώσεις που δεν τις καταλαβαίνεις, γιατί τελικά δεν σε οδηγούν πουθενά. Κάπως έτσι οι Craven Faults απλώς μετατρέπουν αυτή την καθημερινή, σχεδόν αστεία εμπειρία σε ένα υπέροχο υπαρξιακό ambient άλμπουμ.
Ένα άλμπουμ που δεν ενδιαφέρεται να εντυπωσιάσει, ούτε να δηλώσει «παρόν» στη σύγχρονη ηλεκτρονική σκηνή. Αντίθετα, μοιάζει να λειτουργεί εκτός χρόνου, σαν τα synths που αρχίζουν να θρηνούν αργά αλλά επίμονα, μετά τις μέσες των περισσότερων κομματιών, σαν μια εικόνα που υπάρχει ήδη εκεί πριν πατήσεις κλικ στην κάμερα του κινητού και την παγιδέψεις, μια εικόνα που θα συνεχίσει να υπάρχει αφού φύγεις μακριά της. Είναι ένας δίσκος που απαιτεί παράδοση, όχι προσοχή. Και αν του παραδοθείς θα σε ανταμείψει με κάτι σπάνιο: την αίσθηση ότι βρίσκεσαι μέσα σε έναν τόπο που μπορεί να αισθάνεσαι ότι δεν σε θέλει, αλλά, τελικά, σε δέχεται.
Το πανέμορφο "Far Closes", που κλείνει αυτό το υπέροχο ταξίδι, ξεκινά με τρία διαφορετικά sequencers να μπλέκονται μεταξύ τους σαν μηχανικός χορός ακριβείας: επαναλήψεις που δεν βιάζονται, μικρές μετατοπίσεις που αλλάζουν διαρκώς το pattern. Πριν καν προλάβεις να πιαστείς από έναν ρυθμό, τα αερικά drones αρχίζουν να εισβάλλουν στη σύνθεση, αργά, καθόλου επιθετικά, αλλά σαν μια κρυστάλλινη ομίχλη που ανεβαίνει αργά από το έδαφος και καταπίνει τα πάντα. Εκεί αποκαλύπτεται όλη η μαεστρία του παραγωγού: ο τρόπος που τονίζει τις συχνοτικές περιοχές με χειρουργική υπομονή, αφήνοντας τον χρόνο να δουλέψει υπέρ του ήχου. Τίποτα δεν πιέζεται, τίποτα δεν κορυφώνεται τεχνητά, το μπάσο μπαίνει ταπεινά, αλλά εντέλει θριαμβευτικά εκεί που πρέπει. Οι αλλαγές συμβαίνουν σχεδόν υπόγεια, σαν να μετακινείται το ίδιο το τοπίο κάτω από τα πόδια σου χωρίς να το καταλάβεις. Το "Far Closes" είναι το τρίτο 15λεπτο κομμάτι του άλμπουμ, πιστό στην ηλεκτρονική σχολή του Βερολίνου, και δεν λειτουργεί καθόλου ως φινάλε με τη συμβατική έννοια, αλλά ως αργή εξαΰλωση. Είναι η στιγμή που το τρένο χάνεται στο βάθος, οι ράγες σβήνουν μέσα στο σκοτάδι και μένει μόνο ένας παρατεταμένος απόηχος, μια αίσθηση πληρότητας, αλλά και απώλειας. Ένα κλείσιμο που δεν σε αποχαιρετάει, αλλά σε σε αφήνει εκεί, μόνο σου, να κοιτάς το τοπίο που μόλις άδειασε και να συνειδητοποιείς ότι το ταξίδι δεν τελειώνει πραγματικά ποτέ.
Αν η ambient είναι συχνά μουσική για να ξεφύγεις, οι Craven Faults εδώ κάνουν το αντίθετο. Σε αναγκάζουν να μείνεις. Να κοιτάξεις έξω απ’ το παράθυρο. Και να αποδεχτείς ότι μερικές διαδρομές δεν οδηγούν πουθενά, απλώς συνεχίζονται.






