Οι Alter Bridge γεννήθηκαν το 2004 από τις στάχτες των Creed, αλλά ευτυχώς ποτέ δεν λειτούργησαν ως «φυσική συνέχεια». Κανένας δεν θέλει να θυμάται τους Creed εδώ που τα λέμε. Ο Mark Tremonti, ο Brian Marshall και ο Scott Phillips συνέχισαν χωρίς τον Scott Stapp, και στην αναζήτησή τους για έναν τραγουδιστή που θα τους φέρει έναν φρέσκο αέρα έπεσαν στην ίσως καλύτερη δυνατή επιλογή. Η επιλογή του Myles Kennedy δεν ήταν μονάχα μια φωνητική αναβάθμιση αλλά και μία πλήρης αισθητική και καλλιτεχνική στροφή. Ο Myles έφερε έναν διαφορετικό τρόπο σκέψης, και ξεκάθαρα πολύ σοβαρότερη στιχουργική και φωνητική προσέγγιση. Σίγουρα με αυτόν τον τρόπο έχασαν και μια μεγάλη μερίδα των tuff-guy-Murican ψεκασμένων στερεοτυπικών οπαδών των Creed. Πολύ κρίμα...ή και όχι. Παρά την συνέχεια με εξίσου «απλές» δομές, η δυναμική γραφή του Tremonti και η ακόμα δυναμικότερη φωνή του Myles έδειχναν μια μπάντα που έψαχνε απεγνωσμένα μια νέα ταυτότητα μακριά από το βάρος και τον περίγελο του παρελθόντος. Αυτή η ταυτότητα βρήκε πλήρη έκφραση στο Blackbird, έναν δίσκο-ορόσημο, με την μουσική τους ωριμότητα και την ικανότητά τους να γράφουν catchy ρυθμούς να συναντιούνται ιδανικά και να συνεχίζουν στο ίδιο επίπεδο έως και το καταπληκτικό Fortress. Από τότε, σταθερά ανά περίπου 3 χρόνια μας δίνουν τιμιότατες κυκλοφορίες μέχρι και σήμερα.

Η ηχογράφησή του νέου τους δίσκου έλαβε χώρα εν μέρει στο θρυλικό 5150 Studios του Eddie Van Halen στο Λος Άντζελες. Μια εμπειρία που οι ίδιοι όπου σταθούν και όπου βρεθούν περιγράφουν ως κάτι το “ιερό” και "out of body", σαν να γίνονται ένα με τα είδωλά τους σε αυτό το στάδιο της καριέρας τους. Οι Alter Bridge φυσικά και δεν είναι καθόλου τυχαίοι όμως. Είτε τους γνώρισες (όπως και εγώ, δεν το παίζω κουλτούρα) μέσα από το "Metalingus" ως intro του Edge, είτε ως απλά η μπάντα που ανέστησε το κουφάρι των Creed, είτε ως απλά μια από τις μεγαλύτερες alt rock μπάντες των 2000s το μόνο σίγουρο είναι πως μετά από 20 χρόνια έχουν βάλει επάξια το όνομά τους κοντά στα ιερά τέρατα της σκηνής. Όταν λοιπόν ένα συγκρότημα αποφασίζει να κυκλοφορήσει ομώνυμο άλμπουμ στο όγδοο δισκογραφικό βήμα της καριέρας του, έχοντας ήδη πιάσει αυτό το status, η επιλογή αυτή σπάνια είναι τυχαία. Δεν λέω πως πάντα είναι μια επιτυχημένη επιλογή φυσικά. Κάτι τέτοιο ενέχει ρίσκο. Δεν λες απλά πως "αυτό είμαστε τώρα". Αυτό είναι ο κάθε δίσκος. Στο μυαλό μου μια τέτοια επιλογή στοχεύει στο να αναδείξει "αυτό ήμασταν, ήμαστε και θα'μαστε για πάντα". Με την κυκλοφορία του Alter Bridge λοιπόν, η τετράδα Myles Kennedy, Mark Tremonti, Brian Marshall και Scott Phillips κάνουν αυτήν την βαρύγδουπη δήλωση ταυτότητας. Το εξώφυλλο, που θα μπορούσε να είναι μια διαφήμιση της Bershka, η αλήθεια είναι πως δεν προϊδεάζει για πολλά, όμως στην πράξη αδικεί κατάφωρα έναν πολύ καλό δίσκο.

Η εισαγωγή με το “Silent Divide” ανοίγει δυναμικά, με ένα chugging riff και έναν γεμάτο ζωντάνια ρυθμό και από το πρώτο κουπλέ να με στέλνει περίπου 15 χρόνια πίσω. Η κιθάρα είναι στο προσκήνιο, και με την ενέργεια που εκρήγνυται από το rhythm section σε συνδιασμό με την ερμηνεία του Myles Kennedy μου δημιουργείται η αίσθηση πως ακούω την καλύτερη δυνατή εκδοχή των Alter Bridge εδώ και τουλάχιστον μια δεκαετία. Συνεχίζουμε με το "Rue The Day", που από τις πρώτες ακροάσεις ξεχώρισα για τον ιδιαίτερο ήχο του και φυσικά το εκπληκτικό ρεφρέν. Επίσης πάντα ένα καλό breakdown είναι ευπρόσδεκτο στις πιο "mainstream" rock μπάντες που δεν προσπαθούν πλέον να πιάσουν τους τζερτζελολάγνους.

Έτσι και στο intro του "Tested And Able", το οποίο βέβαια ενώ ξεκινάει δυναμικά με ένα βαρύ τσιμεντένιο riff, το υπόλοιπο είναι τρομερά ανιαρό. Ο κορμός υπάρχει, αλλά το εσωτερικό φαντάζει να είναι κάπως κούφιο. Σαν να τρως με λαχτάρα τα noodles που μόλις έφτιαξες αλλά συνειδητοποιείς τελευταία στιγμή πως μαζί με το χαρτί πέταξες και το πακετάκι με το flavoring. Ακριβώς το αντίθετο δηλαδή με το "Hang By A Thread". Ενώ το intro προϊδεάζει πως θα ακούσουμε μια γλυκανάλατη μπαλάντα με southern undertones, το κομμάτι κρύβει αρκετό βάθος, ειδικά στο δεύτερο μισό. Σε μεγάλο βαθμό φυσικά βοηθάει πως περιέχει την ίσως καλύτερη φωνητική επίδειξη του Myles εδώ και πολλά χρόνια. Τα κομμάτια κυμαίνονται ανάμεσα σε ορμητικά bangers όπως το "Power Down" , "Disregarded" και "Playing Aces", ενώ κομμάτια όπως το “Hang By A Thread” και "Scales Are Falling" τραβούν την ένταση προς τα μέσα, μελωδικά και τραγουδιστικά.

Μου αρέσει αυτή η ποικιλία, και ομολογουμένως βοηθάει αρκετά στην ροή του δίσκου. Δεν κατάλαβα ποτέ πως πέρασε αυτή η μία ώρα, αν και οι Alter Bridge μας έχουν συνηθίσει σε τόσο μεγάλες διάρκειες. Το “Slave To Master”, το τελευταίο κομμάτι, είναι μια πραγματική κορύφωση. Ένα μικρό επικό δοκίμιο διάρκειας εννέα λεπτών, πράγμα ανήκουστο για το είδος, που διασχίζει διάφορα μουσικά τοπία πριν κλείσει με μια αίσθηση ολοκλήρωσης. Μια μίξη από Alter Bridge, Soen και The Mars Volta που δεν περίμενα να ακούσω ποτέ εκείνους. Το αγαπημένο μου κομμάτι στη δισκογραφία τους, και ο λόγος που χάρηκα τόσο πολύ που αποφάσισα να καταπιαστώ με τον δίσκο.

Σε μια δεκαετία που έχει δει τους Alter Bridge να πειραματίζονται, να εξελίσσονται και να δοκιμάζουν διαφορετικούς δρόμους, αυτό το ομώνυμο άλμπουμ μοιάζει με το καλύτερο δυνατό καθαρό, συγκεντρωμένο και ώριμο statement. Είναι ίσως νωρίς να το κατατάξω με σιγουριά μέσα στη δισκογραφία τους, όμως μπορώ με άνεση να πω πως είναι το καλύτερο Alter Bridge μετά το 2013. Ανεξάρτητα όμως με το που θα το τοποθετήσει εν τέλει ο χρόνος, το Alter Bridge είναι ένας άξιος θεματοφύλακας του ονόματός του.

 

Ακολούθησε το Avopolis Network στο Google News

 

Διαβάστε Ακόμα

Featured