Προσπαθώ συνειδητά να προσεγγίσω το Liturgy of Death όσο πιο αποστασιοποιημένα γίνεται. Όχι επειδή οι Mayhem δεν αξίζουν πάθος, αλλά επειδή πρόκειται για μία από εκείνες τις μπάντες όπου η συζήτηση σπάνια (και δικαίως) μένει στη μουσική και γρήγορα περνάει σε γηπεδικές καταστάσεις. Το παρελθόν τους είναι αδύνατον να αγνοηθεί. Bία, θάνατος, ιδεολογικά ναρκοπέδια και μια σκηνή που συχνά μπέρδευε την πρόκληση με τη σήψη του φασισμού. Είτε το επιδίωξαν είτε όχι, υπήρξαν ένα σημείο αναφοράς μέσα σε αυτό το χάος, όχι απαραίτητα ως φορείς ιδεολογίας καλλιτεχνικά, αλλά σίγουρα αποτελούν καθρέφτη μιας σκηνής που συχνά αρνείται να αυτοκριθεί και έχει κάνει το edgelordness σημαία. Αφού αναφερθήκαμε στον ελέφαντα στο δωμάτιο, μπορούμε να πιάσουμε τα της μουσικής. Κάθε οπαδός θα σου υποδείξει ένα διαφορετικό σημείο της δισκογραφίας ως τη στιγμή που «τελείωσαν οι πραγματικοί Mayhem» και από εκεί και πέρα «ξεπούλησαν». Για τους περισσότερους αυτό το όριο είναι το De Mysteriis Dom Sathanas. Άλλοι τοποθετούν την κατηφόρα ήδη μετά το Deathcrush. Υπάρχουν και οι πιο τολμηροί, ή πιο κυνικοί, που απορρίπτουν ακόμα και αυτά, αναγνωρίζοντας αξία μόνο στην τριάδα Wolf’s Lair Abyss, Grand Declaration of War και Chimera.
Προσωπικά δεν έρχομαι ως αποσχιστής, αν και οι ίδιοι είναι οι προπάτορες του αποσχισμού στο black metal. Το γεγονός ότι μπορείς να ακούσεις τόσες διαφορετικές, ασύμβατες μεταξύ τους απόψεις για την ίδια μπάντα είναι αρκετά αξιοσημείωτο, αλλά όχι αδιανόητο. Ειδικά όταν απευθύνεσαι στο πιο ελιτίστικο κοινό, αυτή η γραμμή εύκολα καταπατάται. Δεν μπαίνω σε αυτή τη συζήτηση. Μπορώ να απολαύσω σχεδόν κάθε περίοδό τους αν και με ξεκάθαρη προτίμηση στο De Mysteriis. Δεν αισθάνομαι όμως την ανάγκη να «αφορίσω» εποχές για να στηρίξω τις αγαπημένες μου.
Το Daemon μου άρεσε πολύ. Το είδα ως έναν δίσκο όπου οι Mayhem έδειξαν ότι έχουν βρει μια νέα, σταθερή ταυτότητα στο μοντέρνο dissoblack που τόσο βοήθησαν να δημιουργηθεί από την δεκαετία του 90. Θυμάμαι την κυκλοφορία του σαν να ήταν χθες και το γεγονός ότι έχουν περάσει ήδη επτά χρόνια με έφερε αντιμέτωπο με ένα μικρό υπαρξιακό σοκ. Ίσως φταίει το long-covid, ίσως απλώς ο χρόνος πλέον κυλάει αλλιώς. Σε κάθε περίπτωση, μπήκα στην ακρόαση του νέου τους πονήματος με τις καλύτερες προθέσεις. Το Liturgy of Death σε επίπεδο ήχου λειτουργεί αξιοπρεπέστατα. Οι κιθάρες έχουν ενδιαφέρον, υπάρχει βάθος, τα leads είναι πιο μελετημένα και «μεγάλα» απ’ ό,τι μας είχαν συνηθίσει σε αρκετές στιγμές της ύστερης δισκογραφίας τους, ενώ η φωνητική ποικιλία του Attila Csihar παραμένει ένα από τα πιο ισχυρά όπλα τους. Κι όμως, παρά όλα αυτά, κάτι λείπει. Όχι σε τεχνικό επίπεδο, αλλά … σε ψυχή βρε αδερφάκι μου. Νομίζω όμως πως εδώ είναι ο δίσκος στον οποίο δούλεψαν περισσότερο το στοιχείο του «μεγέθους». Τα leads, οι ανοιχτές μελωδικές γραμμές, η αίσθηση του επικού. Δεν είμαι βέβαιος πόσο αυτό ταιριάζει στους σύγχρονους Mayhem, αλλά είναι μια ξεκάθαρη κατεύθυνση που ακολουθούν συνειδητά. Υπάρχουν, βέβαια, στιγμές πραγματικού, όχι τεχνιτού μεγαλείου. Το άλμπουμ ανοίγει με το "Ephemeral Eternity", ένα κομμάτι που δυστυχώς ενώ ήταν αυτό που περίμενα με μεγαλύτερη ανυπομονησία, μου φάνηκε εντελώς άνευρο. Η συνεργασία με Ulver, μια από τις αγαπημένες μου μπάντες δυστυχώς δεν απέδωσε τους καρπούς που ήλπιζα. Αντί για ένα κράμα των δύο αυτών κολοσσών, ο συνδυασμός τους περισσότερο ακούγεται σαν toned down Akhlys. Όσα blast beats κι αν παρεμβάλλονται ανάμεσα στο yawnfest, δεν καταφέρνει να αποκτήσει πραγματική δυναμική. Το "Despair", που ακολουθεί, λειτουργεί σαφώς καλύτερα. Ήταν από τα τραγούδια που μου είχαν αρέσει ήδη από την περίοδο της κυκλοφορίας ως single. Οι κιθάρες είναι στιβαρές, ο Attila σε εξαιρετική φόρμα και ο κοντός πίσω από το κιτ χτυπάει με μανία, δίνοντας στο κομμάτι την ένταση που έλειπε από το opener.
Το "Weep for Νothing" ήταν το πρωτο single που κυκλοφόρησε και οι πειραματισμοί με τις δυσμαρμονίες δεν μπορώ να πω πως με έπεισαν ιδιαιτερα. Δεν πρόκειται για κάτι ξένο προς τη μπάντα. Τέτοιου είδους επιλογές υπηρετούν εδώ και χρόνια, και κανείς δεν μπορεί να τους κατηγορήσει ότι ακολουθούν τάσεις. Παρ’ όλα αυτά, το συγκεκριμένο κομμάτι μου φέρνει περισσότερο σε ύστερους Behemoth παρά σε Mayhem. Το "Aeon’s End" είναι, χωρίς υπερβολή, το κορυφαίο κομμάτι των Mayhem εδώ και τουλάχιστον 25 χρόνια. Η ομοιότητα του intro με το "From the Dark Past" λειτουργεί σχεδόν προφητικά για το έπος που ακολουθεί. Το σημείο όπου ο Attila περνά σε οπερατική ερμηνεία, ενώ από πίσω ξεδιπλώνεται ένα lead που καταλήγει ίσως στο καλύτερο solo που έχουν γράψει τα τελευταία 25 χρόνια, παραμένει συγκλονιστικό και ζωντανή απόδειξη πως έχουν λόγο ύπαρξης. Είναι το τραγούδι που ουσιαστικά μου «πούλησε» τον δίσκο και με έκανε να πατήσω το order χωρίς δεύτερη σκέψη. Εδώ όλα ευθυγραμμίζονται. Σύνθεση, ερμηνεία, δυναμική.
Στη συνέχεια, όμως, εμφανίζεται ένα γνώριμο πρόβλημα. Το "Funeral of Existence" δίνει την αίσθηση ότι το έχω ακούσει ήδη, και όχι μία φορά, σε προηγούμενες κυκλοφορίες τους. Δεν είναι κακό τραγούδι, απλώς υπάρχει κορεσμός. Και όταν το ίδιο μοτίβο επανέρχεται σχεδόν αμέσως στο "Realm of Endless Misery", η αίσθηση της επανάληψης γίνεται πιο έντονη απ’ όσο αντέχει η συνολική ροή. Ευτυχώς, το δεύτερο διαθέτει ένα εξαιρετικά ενδιαφέρον ημι-breakdown κάπου στη μέση, που καταφέρνει να αναζωπυρώσει το ενδιαφέρον πριν το κλείσιμο. Ευτυχώς τα δύο τελευταία κομμάτια λειτουργούν λυτρωτικά. Το "Propitious Death" ξεχωρίζει με τις σχεδόν early-90s Immortal επιθέσεις του, τόσο σε επίπεδο riffing όσο και στις φωνητικές επιλογές. Παράλληλα αγκαλίαζει και την 2000s αισθητική των ίδιων των Mayhem σε ένα πολύ ενδιαφέρον πακέτο. Το "The Sentence of Absolution" κλείνει τον δίσκο ως ένα τελετουργικό έπος, με μερικές από τις πιο μεγαλεπίβολες συνθετικές στιγμές τους. Εκεί όπου πλέον υστερούν σε riffs, το αντισταθμίζουν με άνεση εδώ μέσω στοιχειωτικών μελωδιών, ενώ το κλείσιμο με τους ήχους των tribal τελετών εξυψώνει το αίσθημα του unsettling. Εκπληκτικό κομμάτι και ένα ιδανικό τέλος ώστε να μείνω με μια γλυκιά γεύση.
Συνολικά, οι Mayhem δεν κάνουν κανένα κολοσσιαίο σφάλμα στο Liturgy of Death. Αντιθέτως παραδίδουν έναν τιμιότατο δίσκο. Και πολλές φορές, για μια μπάντα με ιστορία άνω των 40 ετών, αυτό από μόνο του είναι επίτευγμα. Δεν πιστεύω ότι είναι ένας δίσκος που θα ξεχάσω την επόμενη εβδομάδα. Ταυτόχρονα, δεν πιστεύω ότι θα τον μνημονεύσω ως κάτι παραπάνω από έναν αξιοπρεπέστατο, στιβαρό έβδομο δίσκο Mayhem. Και ξέρετε κάτι; Καμιά φορά, enough is good enough.






