Το κείμενο για το νέο δίσκο του James Hunter το έχω έτοιμο, ή για να είμαι ακριβής νόμιζα πως το είχα έτοιμο πριν καν ακούσω το νέο του lp. Στην πραγματικότητα, πίστευα πως θα μπορούσα να κοτσάρω στο Off The Fence τις ίδιες αράδες που είχα γράψει 18 χρόνια πριν για το The Hard Way, και να μην πάρει κανείς μυρωδιά. Κι αυτό διότι μπορεί εμείς κι ο κόσμος να έχουμε έρθει τούμπα, αλλά αυτός ο ίδιος πρώην εργάτης στους σιδηροδρόμους τού Colchester που έφτιαξε στα μέσα των ‘80s τους Howlin’ Wilf & the Veejays, εξακολουθεί να παίζει γνήσιο, ατόφιο κι ακάματο r&b με blue-eyed soul ψυχούλα. Ο παλιόφιλος Van Morrison τον πιάνει εκ νέου αγκαζέ, το δόλωμα για τους δίσκους του Sam Cooke και για τα παραπεταμένα doo wop flipsides είναι το ίδιο κι απαράλλαχτο, και το “Gun Shy” στροφάρει για να αναφωνήσουν οι ομοϊδεάτες του: «Την κάναμε λαχείο!»
40 χρόνια κλείνει η ιστορία του James Hunter, 30 για την τυπικά solo/James Hunter Six υπόθεση, που εδώ παρέα με τους Myles Weeks (μπάσο), Rudy Albin Petschauer (ντραμς), Andrew Kingslow (πλήκτρα, κρουστά), Michael Buckley (βαρύτονο σαξόφωνο) και Drew Vanderwinckel (τενόρο σαξόφωνο), παρουσιάζει για πρώτη φορά για λογαριασμό της Easy Eye Sound του Dan Auerbach, 12 γνώριμα κομμάτια σε παραγωγή Gabriel “Bosco Mann” Roth της Daptone Records. Άλφα, βήτα, γάμα, δέλτα, οι συλλογές της Ace, ο Arthur Alexander, τα Muscle Shoals, τα βρετανικά εμπεδωμένα με τον τίτλο northern, τα blues της Chess, η Sound Stage 7 (μιας και το έφερε η κουβέντα, και εφόσον έχουμε και φράχτη στα του τίτλου, να σημειωθεί πως η μεγάλη Ella Washington έχει τραγουδήσει τη μυθική σπαραξικάρδια soul-ια με τον τίτλο “The Grass Always Seems Greener (On The Opposite Side Of The Fence)”), ο Ray με τα γυαλιά του κι ολάκερη η σειρά με τα επτά volumes της Atlantic με τίτλο Atlantic Rhythm And Blues 1947-1974… Μπορώ να αραδιάσω κάμποσα τέτοια ακόμη που αντηχούν ανάμεσα στα τερτίπια του Hunter, όμως φοβάμαι πως στους περισσότερους θα φανούν κινέζικα (σκέψου ο άλλος που στην κριτική του γράφει για τον υποτιμημένο Garnet Mimms αν βρίσκει πια αποδέκτες).
Έχει φτάσει 21 του Γενάρη, κι από την αρχή της νέας χρονιάς, έχω βασανίσει και βασανιστεί μάταια με κάμποσες νέες κυκλοφορίες, με την εγχώρια και διεθνή επικαιρότητα, με τα σημερινά κλειστά σχολεία άνευ λόγου και δι’ ασήμαντον αφορμή, άπραγος με τις λέξεις, αδύναμος να αρθρώσω λέξη με τον κέρσορα από εδώ κι από ‘κει, παραδομένος στο «με το στανιό», ένα γενικότερο σκούντα-βρόντα που έλεγε κι ένας παλιόφιλος. Κι έρχεται τούτος εδώ, εκεί που νόμιζα πως το μόνο που είχα να κάνω ήταν να επανεπιβεβαιώσω την πίστη μου για χάρη του, και κατορθώνει απρόσμενα να με ταρακουνά με το Sinatr-ικά bluesy “Paricular” λέγοντάς μου πως “A lovely day, which at least you can say/You couldn′t spoil it if you tried/ A day like spring if you don't bring/Too many hopes to fulfill/Remember first, it could always be worse/And it′s beginning to look like it will”.
Νάτος, τώρα δα που κοντεύουμε να ξημερώσουμε, μου τα έχει τακτοποιήσει όλα. Το rhythm section με έχει «ισιώσει» στα ακουστικά, το ποτηράκι είναι πια ιδρωμένο, κι οι ιαχές του Ben E. King εντός του καταληκτικού “Only A Fool” μου χαϊδεύουν καθησυχαστικά τον ώμο, λέγοντάς μου «πάμε παρακάτω». Ο Hunter χασκογελά πονηρά, ανακατεύοντας την ίδια παλιοκαιρισμένη τράπουλα που μου θυμίζει πως παίζεται ένα παιχνίδι που για καιρό είχα ξεχάσει…






