Υπάρχουν λίγες μπάντες στο metal που το όνομά τους είναι ταυτόχρονα ιδεολογία αλλά και ταμπού. Οι Megadeth ήταν ανέκαθεν μία από αυτές. Η μπάντα που άλλοι λατρεύουν, και άλλοι λατρεύουν να μισούν. Από τα πρώτα χρόνια της ωμής thrash επιθετικότητας μέχρι τις πιο μελετημένες, τεχνικές και... ας πούμε πολιτικά φορτισμένες περιόδους τους, η πορεία τους ήταν άρρηκτα δεμένη με την προσωπικότητα του Dave Mustaine. Ένας άνθρωπος ανήσυχος, πεισματάρης, πολλές φορές αυτοκαταστροφικός, όμως πάντα δημιουργικός, παραγωγικός και υπεύθυνος για μερικούς από τους καλύτερους δίσκους όλων των εποχών.  Ένα από τα ονόματα που συνέδεσαν το όνομά τους, όχι μόνο με το thrash, ούτε καν το metal, αλλά ολάκερη την μουσική. Η απόφαση των Megadeth να κυκλοφορήσουν τον 17ο και τελευταίο δίσκο της καριέρας τους με τον λιτό, ομώνυμο τίτλο Megadeth, αποτελεί μια κίνηση με έντονο συμβολισμό και ακόμα εντονότερο ρίσκο. Όταν βαφτίζεις έναν δίσκο με το όνομα του συγκροτήματος στο λυκόφως της καριέρας σου, ουσιαστικά τον παρουσιάζεις ως το απόλυτο απόσταγμα της ταυτότητάς σου. Ο Dave επέλεξε για το κύκνειο άσμα του μια "αυτοαναφορική" προσέγγιση, κλείνοντας τον κύκλο εκεί ακριβώς που άνοιξε... αλλά θα φτάσουμε και εκεί.

Το "Tipping Point" λειτουργεί ως η τέλεια εισαγωγή για έναν δίσκο που φέρει το όνομα μιας μπάντας που συνέδεσε την ύπαρξή της με την ταχύτητα και τα riffs πάνω σε riffs. Είναι γρήγορο, άμεσο, οι κιθάρες βρίσκονται δικαίως στο προσκήνιο και το κομμάτι κλείνει με ένα κλασικό, σχεδόν αυτονόητο Megadeth hook. Πραγματικά, δεν θα μπορούσε κανείς να ζητήσει περισσότερα από τον 30χρονο Dave, πόσο μάλλον από τον 60χρονο. Είναι ένα opener που δηλώνει πως οι Megadeth θα φύγουν όρθιοι, όχι με πατερίτσες.

Το "I Don’t Care" ικανοποιεί το punk itch μου, κάτι που πάντα έκαιγε κάτω από την επιφάνεια της μουσικής του Mustaine και μας επιστρέφει σε εποχές "Poison Was the Cure". Δεν είναι η πρώτη φορά που τον βλέπουμε να καταπιάνεται με κάτι αντίστοιχο στην ύστερη περίοδο βέβαια. Από το cover του "Foreign Policy" στο Dystopia μέχρι το "Police Truck" στον προηγούμενο δίσκο. Το punk υπήρξε ανέκαθεν βασική επιρροή για τον Dave και χαίρομαι ιδιαίτερα που στο κύκνειο άσμα του υπάρχει μια τόσο καθαρή, ειλικρινής αναφορά σε αυτό το κομμάτι της ταυτότητάς του.

Το "Hey God!" είναι ίσως το πιο παρεξηγήσιμο κομμάτι του δίσκου, και ταυτόχρονα ένα από τα πιο ενδιαφέροντα. Ναι, απευθύνεται ευθέως στον Θεό, και ναι, όποιος δεν ζει κάτω από πέτρα τα τελευταία χρόνια γνωρίζει πόσο έντονα έχει στραφεί ο Dave σε μια new age εκδοχή του χριστιανισμού. Ευτυχώς, όμως, το κομμάτι δεν γράφτηκε για να κηρύξει. Αντίθετα, πρόκειται για μια ανοιχτή συνομιλία με τον δημιουργό του, όπου του μιλά για ανασφάλειες, για το τι πιστεύει ότι έχει προσφέρει, και για το αν αυτό είναι όντως το τέλος του δρόμου. Προσωπικά, το λαμβάνω ξεκάθαρα σε καλλιτεχνικό επίπεδο και όχι σε spiritual. Επιτρέψτε μου να copeάρω όπως θέλω. 

Η επιστροφή στο καθαρό thrash έρχεται με το "Let There Be Shred", το γρηγορότερο κομμάτι του δίσκου. Mega-Dave στα καλύτερά του, με σχεδόν αυνανιστικούς στίχους για τη σχέση του με την κιθάρα και τις ικανότητές του. Μετά από τόσα χρόνια; Το δικαιούται απολύτως.

Το "Puppet Parade" είναι λίγο… έχουμε "Enter Sandman" στο σπίτι... αλλά, παρακαλώ, μην του μεταφέρετε ότι το είπα. Λειτουργεί, αλλά δύσκολα αφήνει πραγματικό αποτύπωμα. Το "Another Bad Day” δυστυχώς δεν βοηθά την κοιλιά που έχει αρχίσει να σχηματίζεται στη μέση του δίσκου. Πρόκειται για ένα αρκετά inconsequential κομμάτι, με μοναδικούς αντισταθμιστικόυς παράγοντες ένα catchy ρεφρέν και ένα ενδιαφέρον σόλο στο δεύτερο μισό.

Το "Made To Kill" έρχεται αισίως να πιάσει το νήμα από εκεί που μας άφησε το "Let There Be Shred". Ξεκινά με drum solo του καταπληκτικού Dirk Verbeuren, γνωστού στο ευρύ κοινό από τη δουλειά του στους Soilwork, αλλά λατρεμένου από τους OGs για τα αδιανόητα drums του στο Occult Medicine των Yyrkoon. Είναι ένα κομμάτι που επαναφέρει την ένταση και τη σοβαρότητα που χρειάζεται το άλμπουμ σε αυτό το σημείο.  Στο "Obey The Call" οι ρυθμοί πέφτουν ξανά. Παρότι το βασικό riff είναι ενδιαφέρον, οι φωνητικές γραμμές δεν του επιτρέπουν ποτέ να λάμψει πραγματικά, καταλήγοντας σε ένα μάλλον ανιαρό αποτέλεσμα. Όλα αυτά έως το τελευταίο περίπου λεπτό, όπου μας ξυπνά βίαια με μια σειρά από εξαιρετικά solos και riffs.

Το "I Am War" όμως, παρότι θεωρητικά στο ίδιο ύφος με το προηγούμενο, καταφέρνει το ακριβώς αντίθετο. Για μένα, είναι ένα από τα καλύτερα κομμάτια του δίσκου. Ο Dave είναι τρομερός, πατώντας άψογα τόσο στα κουπλέ όσο και στο εξαιρετικά catchy ρεφρέν, και μου δίνει ίσως το αγαπημένο μου Megadeth τραγούδι εδώ και πάνω από δέκα χρόνια (αν και το "Célebutante" από τον προηγούμενο δίσκο εξακολουθεί να με φλερτάρει επικίνδυνα). 

Οι τελευταίες νότες του τελευταίου δίσκου των θρύλων του thrash έρχονται, fittingly, με το "The Last Note". Μικρότερη σημασία έχει το ίδιο το κομμάτι, όσο η κατάθεση στους στίχους, ρίχνοντας την αυλαία μια και καλή. Κάτι μου λέει πως είναι ο τύπος που θα τηρήσει αυτήν την υπόσχεση, σε μια εποχή όπου οι περισσότεροι κάνουν πισωγυρίσματα.

«The final curtain falls, a quiet end to it all, now it’s just memories in my mind».

Δεν είναι μόνο στο δικό σου μυαλό, Dave. Η μουσική σου άγγιξε εκατομμύρια ανθρώπους, και θα συνεχίσει να το κάνει για πολλά χρόνια, αφού χαθούμε κι εμείς κι εσύ.

Ίσως τελικά αυτός ο δίσκος να μην χρειάζεται να κριθεί με τα ίδια μέτρα και σταθμά όπως όλοι οι υπόλοιποι. Όχι επειδή είναι άτρωτος, ούτε επειδή στερείται αδυναμιών. Τις έχει, και φαίνονται. Αλλά γιατί εδώ το πραγματικό βάρος δεν βρίσκεται στο αν όλα λειτουργούν τέλεια, παρά στο γεγονός ότι κλείνει ένας κύκλος που σημάδεψε πέντε σχεδόν δεκαετίες σκληρής μουσικής.
Ο Dave Mustaine δεν υπήρξε ποτέ εύκολος, ούτε συμπαθής με την κλασική έννοια. Υπήρξε όμως πεισματάρης, δημιουργικός μέχρι εμμονής, και πάνω απ’ όλα καθοριστικός. Οπότε, περισσότερο από απολογισμό, αυτός ο δίσκος λειτουργεί σαν μια τελευταία υπόκλιση. Το σημείο όπου ένας καλλιτέχνης κοιτάζει πίσω, χωρίς να χρειάζεται να αποδείξει τίποτα σε κανέναν. Ένα αντίο δεν χρειάζεται να είναι τέλειο... αρκεί να είναι ειλικρινές.

Επέλεξα συνειδητά να κλείσω τον βασικό κορμό χωρίς αναφορά στο bonus track: τη διασκευή στο "Ride The Lightning" των Metallica. Κάποιοι θα τη δουν ως ύστατη εκεχειρία με ανθρώπους με τους οποίους υπήρχε ανοιχτός πόλεμος για δεκαετίες. Δεν είμαι τόσο σίγουρος, ειδικά αν κρίνουμε από δηλώσεις τύπου «δικό μου είναι έτσι κι αλλιώς». Η ιστορία έδειξε ότι ο Dave Mustaine δεν τους χρειαζόταν, όπως ακριβώς και εκείνοι απέδειξαν το ίδιο. Το μόνο που μπορώ πραγματικά να ελπίζω είναι ότι, όταν κλείνουν τα φώτα, ο Dave Mustaine έχει βρει ειρήνη μέσα του. Την έχει κερδίσει με το σπαθί του.

Το καλοκαίρι θα απολαύσουμε τους Megadeth στην τελευταία τους συναυλία επί ελληνικού εδάφους, στις 30 Ιουνίου στην Πλατεία Νερού στα πλαίσια του Release Athens Festival. Μαζί τους οι Sepultura, εν όψει της επίσης τελευταίας περιοδείας τους. Αν αυτό δεν είναι ραντεβού με την ιστορία, τότε ποιο; 

 

Ακολούθησε το Avopolis Network στο Google News

 

Διαβάστε Ακόμα

Featured