Full Metal Bracket

Worm - Necropalace

Το Necropalace των Αμερικανών Worm είναι από εκείνους τους δίσκους που όχι μόνο ανασταίνουν μια ολόκληρη εποχή, αλλά της φορούν την πανοπλία της και την αφήνουν να καλπάσει ξανά. Οι Worm ξεκίνησαν με έναν ήχο βαθιά ριζωμένο στο death/doom και στο σκοτεινό metal των βάλτων, αλλά στο Necropalace βρίσκονται σε μια ολοκληρωτική επαναπροσέγγιση που αγκαλιάζει τα πιο θεατρικά, θεαματικά και κινηματογραφικά στοιχεία του black metal. Αγκαλιάζουν με θράσος το μεγαλείο του symphonic black metal σε ένα είδος που οι ίδιοι κατονομάζουν "necromantic black doom". Τα μέλη που υπογράφουν το υλικό είναι ο ιδρυτής και τραγουδιστής Phantom Slaughter (φωνητικά/πλήκτρα/σύνθεση) και ο εξαιρετικός κιθαρίστας Wroth Septentrion. Για πρώτη φορά δουλεύουν με μια μεγάλη εταιρεία και αυτό φαίνεται σε κάθε πτυχή του άλμπουμ, από την παραγωγή μέχρι τις συνθέσεις. Το αποτέλεσμα είναι ένας δίσκος με μεγάλες διάρκειες και εκτεταμένες δομές, όπου κάθε κομμάτι ξεδιπλώνεται σαν μια αλληλουχία θεμάτων και ιδεών. Από το πρώτο μέχρι το τελευταίο λεπτό, τα πάντα ουρλιάζουν χρυσή εποχή symphonic black metal. Τότε που οι Dimmu Borgir, οι Cradle of Filth και οι Limbonic Art έπαιρναν τον κόσμο “by storm”, με υπερπαραγωγές, θεατρικότητα και ατμόσφαιρας που έσφυζαν από μεγαλοπρέπεια και έβγαζαν φλύκταινες στους απανταχού gatekeepers. Η ατμόσφαιρα του Necropalace είναι τόσο εμποτισμένη με εκείνο το πνεύμα που ορκίζομαι πως σχεδόν μπορώ να ακούσω στο κεφάλι μου τον στίχο «Here the cries from the... Necropalace...», όμως δυστυχώς αυτό είναι ένα ομάζ που δεν έγινε ποτέ. Κι όμως, αν υπάρχει ένα στοιχείο που διαφοροποιεί ξεκάθαρα το Necropalace από τις προφανείς επιρροές του, αυτό είναι οι lead κιθάρες. Ο Phil Tougas, που για δεύτερο συνεχόμενο μήνα εμφανίζεται σε αυτή τη στήλη, μετά το κιθαριστικό του παραλήρημα στους Exxul, εδώ μοιάζει να έχει βαλθεί να καταρρίψει κάθε προσωπικό ρεκόρ. Το άλμπουμ έχει πολλά solo. Πραγματικά πολλά. Ακόμα κι αν σε προϊδεάσω ότι έχει τα περισσότερα από κάθε άλλο δίσκο που θα ακούσεις φέτος, πάλι θα βρεις περισσότερα. Μέχρι και στο δίλεπτο intro χώρεσε... δύο, λες και τον κρατούν ανώτερες δυνάμεις σε gunpoint αν αφήσει έστω και λίγα δευτερόλεπτα χωρίς μία φλεγόμενη κλίμακα να διασχίζει το στερεοφωνικό πεδίο. Το ομότιτλο κομμάτι που ανοίγει τον δίσκο ξεκινά με... lead. Και από εκεί και πέρα, η κατάσταση κλιμακώνεται. Οι δεύτερες κιθάρες λειτουργούν ως ένας από τους δύο βασικούς φορείς μελωδίας, παράλληλα με τα πανταχού παρόντα πλήκτρα που απλώνουν συμφωνικά πέπλα πάνω από το σύνολο. Αυτό σημαίνει πως η μελωδική πληροφορία είναι διαρκώς πυκνή: κιθάρες και πλήκτρα άλλοτε συνυπάρχουν αρμονικά, άλλοτε ανταγωνίζονται για το ποια θα τραβήξει την προσοχή. Το εντυπωσιακό είναι ότι, χάρη στη συνθετική δεινότητα του Tougas, οι ισορροπίες δεν χάνονται ποτέ. Μιλάμε για δίσκο με αξιοθαύμαστη μουσικότητα, που ακόμα και αν είναι πράγματι αρκετά “φορτωμένος”, μου δημιουργεί την αίσθηση πως κάθε στρώμα έχει λόγο ύπαρξης και αυτό με κρατά προσδεμένο. Η συνθετική ποικιλία είναι εξίσου σημαντική. Υπάρχουν κομμάτια αργά και μελαγχολικά, που αφήνουν τα πλήκτρα να δημιουργήσουν gothic ηχοτοπία, ενώ άλλα είναι γρήγορα, τεχνικά, με τύμπανα που καλπάζουν και κιθάρες που διασταυρώνονται σε νεοκλασικά αρπίσματα. Σε ορισμένες στιγμές, οι κιθάρες ακολουθούν πιστά τις αρμονίες των πλήκτρων για να ενισχύσουν τη συμφωνική διάσταση, ενώ σε άλλες πετάγονται μπροστά με ένα ....άντε και ένα ακόμα solo που απαιτεί αποκλειστικότητα προσοχής. Και μετά έρχεται το "Witchmoon: The Infernal Masquerade". Εκεί όπου το πράγμα ξεφεύγει. Σαν να μην έφτανε η μανιασμένη, σχεδόν φετιχιστική, σχέση του Tougas με την κιθάρα του, εδώ φέρνουν καλεσμένο τον Marty Friedman αυτοπροσώπως για ένα αξέχαστο κιθαριστικό jerk-off. Ορκίζομαι πως από το 8ο έως το 14ο λεπτό ακούμε αλλεπάλληλα solos, το ένα μετά το άλλο, και σε ορισμένες στιγμές το ένα πάνω από το άλλο. Η μοναδική παύση έρχεται λίγο πριν το τέλος, όταν το ρεφρέν λειτουργεί σαν όαση μέσα σε αυτή τη χρυσεπίκλητη κιθαριστική έρημο. Είναι υπερβολικό; Ναι. Είναι απολαυστικό; Απόλυτα. Κάποια στιγμή κάθισα και τα μέτρησα. Αφιέρωσα μία από τις πολλές ακροάσεις και έκανα μόνο αυτό. Και ήμουν αδέκαστος έτσι; Δεν μέτρησα duplicates, δεν υπολόγισα κάθε lead μελωδική γραμμή στο background. Μιλάμε αυστηρά για solo. Το αποτέλεσμα; 50! Ολογράφως Π Ε Ν Η Ν Τ Α! Αυτοί οι αριθμοί από μόνοι τους λένε μια ιστορία. Αλλά δεν είναι απλώς θέμα ποσότητας. Είναι και το περιεχόμενο. Υπάρχει αρκετή μορφολογική ποικιλία ώστε να μην αισθανθώ στιγμή υπερφορτισμένος ή να πλήττω από την υπερπληροφορία. Νεοκλασικά, μελωδικές κορυφώσεις, bends που σπαράζουν, αρμονικές που ουρλιάζουν, όλα μαζί δένουν άψογα σε αυτό το κιθαριστικό masterclass. Κι ενώ τόση ώρα μιλάμε για solo, θα αναρρωτηθεί κανείς, riffs δεν έχει ο δίσκος; Boy oh boy, you are in for a treat. Τα riffs είναι πολλά, και πολλών ειδών. Από γρήγορα κλιμακωτά σε βαριά black/doom και μακρόσυρτα μελαγχολικά υπάρχει κάτι για όλα τα γούστα και σε αφθονία. Προφανώς χάνονται πολλές φορές μέσα στην θάλασσα της lead κιθάρας, όμως κάθε ακρόαση αποκαλύπτει και μια νέα λεπτομέρεια. Ένα κρυμμένο counter-melody, ένα γέμισμα στα τύμπανα, μια αλλαγή τονικότητας που περνά σχεδόν υποσυνείδητα. Αξίζει ειδική αναφορά στην τσιμεντένια riffάρα στην αρχή του “Dragon Dreams”. Ένα riff βαρύ, στιβαρό, σχεδόν death metal στη σύλληψη, που θα μπορούσε να σταθεί μόνο του ως κεντρικό θέμα. Κι όμως, κάνουν κάθε δυνατή προσπάθεια να το κρύψουν κάτω από layers πλήκτρων και φυσικά... ένα ακόμα solo. Για τους ίδιους λόγους που λάτρεψα τον δίσκο των Exxul τον προηγούμενο μήνα, ενθουσιάστηκα και εδώ. Συνθετική φιλοδοξία και μηδενική διάθεση για μινιμαλισμό. Το Necropalace δεν φοβάται να είναι υπερβολικό, θεατρικό, πομπώδες. Και μέσα σε αυτή την υπερβολή, βρίσκει τη δική του ταυτότητα. Αν η χρυσή εποχή του symphonic black metal είχε soundtrack για το 2026, αυτό βρίσκεται εδώ.


Fossilization - Advent of Wounds

Δεν υπάρχει ομορφότερο πράγμα σε αυτόν τον κόσμο από τις αντιθέσεις. Νομίζω λοιπόν πως είναι μια καταπληκτική ευκαιρία να μιλήσουμε για το Advent of Wounds. Μετά από την ακατάπαυστη κιθαριστική πανδαισία και τις μελωδικές ρωμαλέες κορυφώσεις του Necropalace με την λατρεία της δεξιοτεχνίας στο μπαρόκ σύμπαν των Worm, είναι η κατάλληλη στιγμή να πέρασουμε στο βρώμικο, πυκνό, και σπηλαιώδες death metal των Fossilization. Από τις αριστοκρατικές αίθουσες και τα ολισθηρά παλάτια της Barovia μεταφερόμαστε στα πιο δυσοίωνα λαγούμια του Underdark για να καταλάβουν και οι no lifers φίλ@ μας. Το Advent of Wounds, o δεύτερος πλήρης δίσκος των Βραζιλιάνων cavernous death metallers Fossilization, κυκλοφόρησε αυτό το μήνα μέσω της Everlasting Spew Records και αποτελεί μια συγκροτημένη, αμείλικτη κατάδυση σε ένα κράμα death metal, αποσχισμένο από κάθε συμβιβασμό. Βέβαια και η ίδια η δομή του άλμπουμ δεν αφήνει περιθώρια για περιστροφές. Επτά κομμάτια με συνολική διάρκεια γύρω στα 36 λεπτά αγνής συγκεχυμένης επίθεσης ποτισμένη από τα πιο βάναυσα στοιχεία του death metal και τις πιο καταστροφικές σβερκοτσακιστικές πτυχές του death doom. Οι Fossilization έδειξαν όλα αυτά τα στοιχεία ήδη από το εκπληκτικό ντεμπούτο τους, Leprous Daylight, όμως θεωρώ πως εδώ έχουμε περάσει στο επόμενο "εξελικτικό" στάδιο της... σήψης τους. Το άνοιγμα με το "Cremation of a Seraph" είναι ένα ωμό χτύπημα με riffs βγαλμένα από τους δικούς μας Dead Congregation να ρημάζουν το ηχητικό πεδίο σαν σκουριασμένες λεπίδες και σπαρακτικά gutturals πίσω από τις πιο αργόσυρτες στιγμές να εισάγουν ένα στοιχείο υπόγειας απειλής που ακούγεται σαν προειδοποίηση για όσα ακολουθούν. Η συνέχεια, στο "Disentombed and Reassembled by the Ages" έρχεται με εξίσου σφοδρή ορμή και με κρατά σε παρόμοια εμπόλεμη διάθεση. Οι στιγμές της αρχέγονης βαρύτητας με τις αργές και βασανιστικές doom στιγμές έρχονται σε δομική σύγκρουση με τα ξεσπάσματα από ακατάπαυστά blast beats και τα μανιασμένα riffs. Η μεταβολή της ροής στο δεύτερο μισό του "Terrestrial Mold" επαναφέρει μια χωμάτινη, groovy και απροσμέτρητα βαρειά αίσθηση, με τα riffs να κουβαλούν το βάρος της ίδιας της ύπαρξης σαν το παρακμάζον έδαφος να ανασαίνει κάτω από τα πόδια μου, ενώ τα τύμπανα χτίζουν μια υποβλητική και απροσδιόριστη αργή εξέλιξη. Το "Salvo" είναι με διαφορά το πιο ενδιαφέρον κομμάτι στο δίσκο, ξεκινώντας με ένα τρόπον τινά συμφωνικό ambience που δίνει τη θέση του σε ένα τελετουργικό riffs πάνω από πολεμικά τύμπανα. Μοιάζει σαν την προέλαση του στρατού της Minas Morgul όπου χιλιάδες ορκ παρελαύνουν για την τελική πολιορκία, η οποία έρχεται αισίως λίγο μετά το πρώτο λεπτό υπό την μορφή καταστροφικών riffs. To "While the Light Lasts" είναι και το πιο υποβλητικό κομμάτι, όπου οι Βραζιλιάνοι μέσα σε περίπου 6 λεπτά ξετυλίγουν το απόλυτο death doom μανιφέστο τους. Η αίσθηση που αφήνει είναι βαριά και πυρετώδης σαν μια σταθερή, σχεδόν μυστικιστική καταβύθιση. Θεωρώ πως το κλείσιμο με το "Temple of Flies and Moss" ήταν απαραίτητο μετά από τα δύο προηγούμενα κομμάτια. Οι ταχύτητες ανεβαίνουν ελαφρώς και έχουμε μια έμπρακτη συμπύκνωση των ιδεών του δίσκου σε έναν έσχατο σκοτεινό καταιγισμό. Βαρύ τελετουργικό death doom και πυρετώδη riffs. Σε γενικές γραμμές, το Advent of Wounds εκτελεί μια ψυχική επιδρομή. Δεν είναι προσβάσιμο, δεν κάνει εκπτώσεις προς συμβατικούς όρους και δεν αφήνει τίποτα όρθιο στο διάβα του. Αντιθέτως αυτό που κάνει είναι ένα showcase της αξεπέραστης βαναυσότητας και της απόλυτης βρωμιάς των death metal θεμελίων. Απόλυτη εξαΰλωση.


Phendrana - Cathexis

Δεν είχα ιδέα πως κυκλοφόρησε αυτός ο δίσκος, μέχρι που λίγες μέρες πριν ο καλός αλγόριθμος του Youtube με ευλόγησε με αυτό το deep pull. Κρίνοντας από τα σχόλια στην πλατφόρμα, δεν ήμουν ο μόνος. Εύγε στον Anuar Salum, βασικό πυρήνα του project, που πιστεύει και προωθεί το έργο του. Νομίζω πως εδώ πραγματικά χτύπησε φλέβα χρυσού. Τους Phendrana τους άκουσα για πρώτη φορά εξίσου τυχαία γύρω από την κυκλοφορία του πρώτου τους δίσκου, Sanctum: Sic Transit Gloria Mundi. Αν έπρεπε τότε να τους βάλω σε κουτάκια, θα έλεγα πως ήταν μια μίξη από ύστερους Altar of Plagues, Fallujah και Gojira. Αν έπρεπε να κάνω κάτι αντίστοιχο πλέον, θα έλεγα πάλι Altar of Plagues, όμως με Agalloch, Alcest και Opeth. Το λες και αναβάθμιση. Cathexis ο τίτλος του νέου δίσκου λοιπόν, ένας όρος που στην ψυχολογία χρησιμοποιήθηκε από τον Σίγκμουντ Φρόυντ για να περιγράψει την επένδυση ψυχικής ενέργειας σε ένα αντικείμενο, πρόσωπο ή ιδέα. Αντίστοιχα στη φιλοσοφία, η έννοια συνδέεται με την κατοχή, τη συγκράτηση και την επιβολή ελέγχου. Εδώ ο Anuar κινείται ανάμεσα και στα δύο με περίσσια άνεση. Τόσο όσον αφορά το συναισθηματικό βάθος (που έλειπε από τον προκάτοχό του) αλλά και σε τεχνικό επίπεδο δίνοντας έναν φοβερά μετρημένο δίσκο (κάτι που περίμενα μετά το Sanctum). Το άλμπουμ ανοίγει με το "Lamento", μια σύντομη σύνθεση που περισσότερο μοιάζει με επικήδειο που ουσιαστικά θέτει το συναισθηματικό πλαίσιο. Έτσι, όταν έρχονται αισίως τα πιο "ακραία" ξεσπάσματα μου ακούγονται ως φυσική συνέπεια της συναισθηματικής συσσώρευσης, όχι ως shock value για να δικαιολογήσει την extreme metal φύση του. Το ομώνυμο "Cathexis" αποτελεί και το πρώτο ουσιαστικά βασικό κομμάτι του δίσκου. Οι εναλλαγές καθαρών και harsh φωνητικών εξυπηρετούν την εσωτερική δραματουργία σαν δύο πλευρές της ίδιας σκέψης που συγκρούονται. Τα πνευστά με τη συμβολή του The Mars Volta alumni, Adrián Terrazas-González προσδίδουν μια ακόμα υψηλότερη διάσταση σε έναν κόσμο που έτσι και αλλιώς περισσότερο μοιάζει να εμπνέεται από την κλασσική μουσική παρά από τις black metal επιρροές. Η παραγωγή που ήταν και το μεγάλο μελανό σημείο του πρώτου δίσκο εδώ ευτυχώς επιτρέπει σε αρκετά μεγαλύτερο βαθμό να λάμψουν οι συνθέσεις, αν και ομολογουμένως απέχουμε έτη φωτός από το τέλειο. Σίγουρα όταν παίζεις riffs βγαλμένα απευθείας από το Blackwater Park αλλά δεν έχεις τον Wilson πίσω από τις κονσόλες, η σύγκριση είναι αναπόφευκτη. Παρόλα αυτά δεν υπάρχει σημείο του Cathexis το οποίο να τραβούν πίσω τα τεχνικά χαρακτηριστικά. Στο "Sentience" συνεχίζεται σε μεγάλο βαθμό η riffολογία Opethική σχολής. Οι ρυθμικές γραμμές είναι ελαφρώς πιο αιχμηρές, παρ’ όλα αυτά, δεν εγκαταλείπεται η ατμοσφαιρική διάσταση, η οποία και πρωταγωνιστεί στα τελευταία λεπτά. To κλείσιμο με το "The Effigy & The Titan" έρχεται με το πιο προσβάσιμο αλλά παράλληλα και δύσπεπτο κομμάτι του δίσκου. Το περίπου 20λεπτο αυτό ταξίδι ξεκινά με ambient ηρεμία, αργά εξελισσόμενα θέματα και τα βαθιά απόκοσμα growls του Daniel Droste από τους Ahab να αφηγούνται πάνω από απαλές post rock μελωδίες ανεβάζοντας τη δραματικότητα στο ζενίθ. Με διάρκεια που επιτρέπει ανάπτυξη ιδεών, το κομμάτι ενσωματώνει στοιχεία από τεράστιο φάσμα, τόσο από την ατμοσφαιρικότητα του post, τις βαριές κιθάρες και τα αβυσσαλέα growls του death/doom και την αιθέρια γαλήνη του shoegaze. Εδώ φαίνεται ξεκάθαρα η πρόθεση του Salum να συνθέσει με όρους ευρύτερης μουσικής αφήγησης. Το metal είναι όχημα, όχι τροχοπέδη.
Συνοψίζοντας, για μένα το Cathexis είναι ένα συναισθηματικό έπος που εδραιώνει τους Phendrana στον κόσμο του ατμοσφαιρικού metal. Ελπίζω να πάρει επιτέλους την αναγνώριση που του αξίζει και μην χρειαστεί να ξαναβρώ τυχαία το επόμενο πόνημά του.


Trespasser - יְהִי אוֹר

Το יְהִי אוֹר τοποθετείται ως άλλο ένα κεφάλαιο/μανιφέστο στις μαχόμενες ιδέες που υπηρετούν οι Σουηδοί Trespasser.  Πριν πέσετε να τους φάτε, ο τίτλος, παρμένος από τη βιβλική φράση «γενηθήτω φως» είναι η συμβολική και θεματική αφετηρία. Προφανέστατα δεν υπάρχει καμία θρησκευτική ευλάβεια, αντιθέτως οι Trespasser το χρησιμοποιούν ως μεταφορά δημιουργίας μέσα από την ολική καταστροφή. Με τον προηγούμενό τους δίσκο, το εκπληκτικό ἈΠΟΚΆΛΥΨΙΣ του 2023, μας έδωσαν με άψογο τρόπο αυτήν την ρήξη και 3 χρόνια μετά έρχονται να ρίξουν φως στα συτρίμμια. Μια κατάσταση δημιουργίας σε εποχές ταραχής και ανασφάλειας. Μουσικά, το יְהִי אוֹר , όπως και οι προηγούμενες δουλειές των Trespasser κινείται στον άξονα του παραδοσιακού ευρωπαϊκού black metal, όμως με πολλές crust επιρροές, γρήγορα blast beats, τόσο μελωδικά όσο και κοφτά riffs και δομές που αποφεύγουν την υπερβολική φλυαρία. Εδώ όμως μπορούμε διάσπαρτες να ακούσουμε αρκετές προσθήκες, που εξυπηρετούν έναν μονάχα σκοπό. Την προώθηση της εξεγερσιακής θεματικής. Είτε είναι τα marching τύμπανα, είτε τα οριεντάλ όργανα, είτε τα ρυθμικά αφηγηματικά σημεία σαν από στρατιά που κάθεται γύρω από την φωτιά και τραγουδάει το βράδυ πριν τη μάχη για να εμψυχωθεί, δείχνουν την ικανότητά τους να γράφουν εκρηκτικά κατακρεουργήματα όσο και συλλογικά καλέσματα.

Το “Prepare a Way” έρχεται να ανοίξει τον δίσκο με ρυθμική ένταση, πολεμικά τύμπανα και οριεντάλ υφές πριν όλα αυτά πάρουν μορφή στο επιθετικό black metal τους. Οι κιθάρες παραμένουν ο βασικός συνθετικός πυλώνας με τις φωνητικές γραμμές να ακολουθούν μέσα από ιαχές και φωνητικά μου φέρνουν στο μυαλό τη μεσαία περίοδο των γνωστών και αρκετά εξαιρετέων πολεμοχαρών επίσης Σουηδών. Τα leads είναι μια πολύ ευχάριστη έκπληξη, όπου "γλυκές" και συναισθηματικά φορτισμένες μελωδίες μετατοπίζουν το βάρος της αφήγησης σε μία πιο φωτεινή πλευρά, αφήνοντας μια ελπιδοφόρα αίσθηση στο τέλος κάθε σχεδόν κεφαλαίου παρά το βίαιο του χαρακτήρα. Στιχουργικά, πρόκειται για κάλεσμα προετοιμασίας, η εικόνα της "οδού" που ανοίγει ως μεταφορά συλλογικής κινητοποίησης. Η ερμηνεία του Happy δίνει έμφαση στο μεγαλύτερο μέρος του δίσκου στην απαγγελία με τις ιαχές στο background να εξυπηρετούν άψογα το μήνυμα, που αποτελεί κεντρικό σημείο των Trespasser. To "To the Congregation" συνεχίζει με τον ίδιο πολεμικό τόνο, φέρνοντας έντονα στο μυαλό μου τον πρώτο δίσκο. Οι "συναρθροίσεις" είναι καταφανέστατα εξεγερσιακές και όχι θρησκευτικές. Η μουσική ακολουθεί αυτή τη λογική. Υπάρχει μια συλλογική ενέργεια, σχεδόν χορωδιακή, κάτι που σίγουρα ενισχύουν τα καθαρά φωνητικά που αφηγούνται μανιφέστα. Μετά το τελετουργικό κάλεσμα στο "Strong Wind blows" έρχεται το προσωπικό αγαπημένο σημείο του δίσκου, στην αδυσσώπητη επίθεση που ακολουθεί και συνεχίζεται έως και στο επικότερο κομμάτι του δίσκου που ακούει στο όνομα "White Water" και περιέχει έναν από τους πιο ανατριχιαστικούς στίχους που άκουσα για φέτος.

«At last the fateful day arrives
When man and wife and youth and child
shall bite the hand that feeds
And sever that same hand that disciplines»

Με το "With Fear and Great Joy" αναδεικνύουν τις crust επιρροές τους στο πρακτικά θεματικό επίκεντρο του δίσκου ενώ το κλείσιμο με το "The Abomination of Desolation" είναι αφιερωμένο στην Κουρδική ανταρσία, την έως και σήμερα συνεχή προσπάθεια του κουρδικού λαού για ανεξαρτησία. Το black metal, ιστορικά, υπήρξε χώρος αντιπαράθεσης ιδεών, συχνά σκοτεινών και αντιδραστικών. Η εμφάνιση και εδραίωση του RABM με μπάντες τόσο καλές όσο οι Trespasser, που επιλέγουν να χρησιμοποιήσουν τη γλώσσα του black metal για να μιλήσουν για συλλογική ελευθερία, αυτοοργάνωση και αντίσταση σε εξουσιαστικές δομές, είναι ίσως η πιο απαραίτητη παρέμβαση. Η ανάγκη για επαναστατική, ελευθεριακή μουσική στον χώρο προκύπτει από το ίδιο το δυναμικό της μουσικής. Το black metal είναι ένταση, ρήξη, άρνηση κανονικότητας. Η φωνή των Trespasser έρχεται να το επαναφέρει στην πιο ριζοσπαστική του βάση, την άρνηση της επιβεβλημένης τάξης. Όταν αυτή η ενέργεια διοχετεύεται σε ιδέες αποκλεισμού ή αυταρχισμού, το είδος όπως και όλες οι πτυχές της ζωής, συρρικνώνεται σε εργαλείο επιβολής. Όταν, αντίθετα, μετατρέπεται σε κάλεσμα για αυτοδιάθεση και συλλογική δύναμη, αποκτά ξανά το ανατρεπτικό του φορτίο. Όπως και η “Αποκάλυψη” πριν 3 χρόνια, δεν ήταν θεϊκή τιμωρία, αλλά αποτέλεσμα κοινωνικής παρακμής, έτσι το «φως» εδώ δεν είναι καμία μεταφυσική λύτρωση, αλλά η σταδιακή απόκτηση ταξικής συνείδησης. Οι Trespasser επιλέγουν στρατόπεδο, και σε αυτό το στρατόπεδο το φως είναι σπινθήρας ανάφλεξης. Are you prepared?

 

Ακολούθησε το Avopolis Network στο Google News

 

Διαβάστε Ακόμα

Featured