The Ruins of Beverast – Tempelschlaf
Εδώ και περισσότερα από 20 χρόνια, οι The Ruins of Beverast κυκλοφορούν τον έναν εκπληκτικό δίσκο μετά τον άλλον σαν από δεύτερη φύση. Από τις αρχές της δεκαετίας του 2000, αποτελούν ένα από τα πιο ιδιότυπα και συνεπή projects του ευρωπαϊκού extreme metal κσι με το Tempelschlaf έρχονται να επιβεβαιώσουν για έτι μια φορά αυτή τη φήμη. Είναι ουσιαστικά το προσωπικό όχημα του Alexander von Meilenwald, πρώην drummer των Nagelfar, οι οποίοι άφησαν το στίγμα τους στην Ευρωπαϊκή σκηνη με μόλις τρεις, αλλά εκπληκτικές κυκλοφορίες από το 1997 έως το 2001.
Από το Unlock the Shrine που κυκλοφόρησε το 2004, ο Alexander όρισε μια ξεκάθαρη αισθητική κατεύθυνση. Ένα black metal που αντλεί εξίσου από το doom με βαθιά τελετουργικά, ambient και ζοφερά στοιχεία σε έναν ήχο μοναδικά ψυχοπλακωτικό. Το Rain Upon The Impure που ακολουθεί, είναι σίγουρα ο αγαπημένος μου δίσκος του και ένας από τους πιο μοναδικούς δίσκους στο ιδίωμα. Πατάει μεν πάνω στη φόρμα του προκατόχου, όμως στρέφεται ακόμα πιο εσωτερικιστικά με τις τεράστιες διάρκειες και το στοιχείο της επανάληψης να το καθιστά έναν από τους πιο "ανυπόφορα" ασφυκτικούς δίσκους. Οι επόμενες κυκλοφορίες διεύρυναν κατά πολύ το πεδίο επιρροής και τον ηχητικό τους χώρο, τόσο όσον αφορά τις συνθέσεις αλλά και την καθαρότητα των παραγωγών, επιτρέποντας έννοιες όπως η θεματική αφήγηση να μπουν από την πίσω πόρτα χωρίς να κρύβονται πλέον πίσω από το πέπλο της χαοτικής lo-fi παραμόρφωσης. Με το Blood Vaults, το τελευταίο The Thule Grimoires και κυρίως το Exuvia του 2017 βλέπουμε μια αρκετά μεγαλύτερη έμφαση στη δομή και τη ροή των κομματιών, και παρά την τεράστια αλλαγή στον ήχο τους, πάντα παρέδιδαν εκπληκτικούς δίσκους και σε καμία περίπτωση δεν όδευσαν "Towards Malakia". Pun intended.
Το Tempelschlaf έρχεται ως φυσική εξέλιξη αυτής της διαδρομής. Στα αυτιά μου συνοψίζει και εντάσσεται τέλεια στην φαρέτρα των ύστερων Ruins, προσθέτοντας ακόμα μερικά πολύ ενδιαφέροντα στοιχεία. Το ομότιτλο ανοίγει τον δίσκο με τελετουργικά τύμπανα και αμέσως με τοποθετεί σε μια Lovecraftιανή αισθητική παλέτα που εισάγει κάτι το απόκοσμο και τολμώ να πω... επικίνδυνο στην ατμόσφαιρα. Είναι πολύ αργό, και σε πλήρη ταύτιση με τον τίτλο του δημιουργεί μια εφιαλτική υπναγωγία. Μου αρέσουν πολύ τα καθαρά φωνητικά, τα οποία εδώ πρωταγωνιστούν. Έχουν κάτι από Paradise Lost και ταιριάζει τρομερά με την μουσική. Δεν περίμενα ποτέ να το πω αυτό για μια από τις κατ εξοχήν ακραίες μπάντες του χώρου.
Το "Day of the Poacher" είναι η πρώτη έκπληξη. Είναι catchy, είναι τρομερά groovy και τίποτα από αυτά δεν είναι κάτι που περιμένεις βάζοντας να ακούσεις The Ruins of Beverast.
Tα "Cathedral of Bleeding Statues" , "Alpha Fluids" και "Babel, You Scarlet Queen" μας επαναφέρoυν στην κανονικότητα, περιέχοντας όλα εκείνα τα στοιχεία που τους έχουν τοποθετήσει στο πάνθεον του underground. Στο τελευταίο ειδικά, δεν μπορώ να το προσπεράσω χωρίς να αναφερθώ στο εκπληκτικό lead υπό την χορωδιακή ακολουθία των τυμπάνων στο δεύτερο μισό.Μια πραγματική φαντασμαγορία. Κάτι που εκτιμώ εδώ είναι το γεγονός πως ενώ είναι ένα βαθιά μυστικιστικό και ritualistic black metal, δεν απαιτεί την απόλυτη απορρόφηση για να το εκτιμήσω, όπως συνέβαινε κυρίως με τις πρώτες τους δουλειές. Προφανέστατα και δεν μιλάμε για 3λεπτα singles για να ακούς σαν σε μοντάζ του Pumping Iron, όμως νιώθω πως κάθε κομμάτι έχει την δική του κορύφωση. Αξίζει να σημειωθεί φυσικά πως οι διάρκειες είναι εμφανώς μειωμένες, και πως είναι ο πρώτος τους δίσκος που δεν ξεπερνά την μία ώρα σε διάρκεια. Καταφέρνουν λοιπόν και μου δίνουν το μέγιστο της εμπειρίας χωρίς να απαιτούν το μέγιστο της αφορίωσης, πράγμα που μόνο ως νίκη λογίζεται στο μυαλό μου. Το "The Carrion Cocoon", στα 13 λεπτά στα οποία ξετυλίγεται έχει την ευκαιρία να κλείσει αυτήν την εμπειρία με μια κατάβαση στα πιο σκοτεινά και μουχλιασμένα σπήλαια της N'Kai, αντ' αυτού παρουσιάζουν μια πιο μελωδική, μελαγχολική και σε σημεία gothic/post punk προσέγγιση που κάπως με πετάει εκτός από το setting που έχτιζα στο μυαλό μου. In face value δεν είναι καθόλου άσχημο, απλά σαν να μου σκοτώνει το immersion, τουλάχιστον αυτό προκύπτει περισσότερο από αισθητική επιλογή παρά από συνθετική αδυναμία. Η συνολική αποτίμηση παραμένει πολύ θετική, και αυτό έχει ιδιαίτερη σημασία αν αναλογιστεί κανείς το σημείο της καριέρας στο οποίο βρίσκονται οι The Ruins of Beverast. Υπάρχει μια αίσθηση εξευγενισμένου σκοταδιού εδώ. Μπορεί τα riffs και η ατμόσφαιρα να μην με πνίγουν σαν αχανείς μονόλιθοι, όμως αυτές οι πιο καθαρές διαδρομές, οι πιο σαφείς κορυφώσεις και η πεντακάθαρη παραγωγή σε συνδιασμό με τις επιπλέον επιρροές καθιστούν το Tempelschlaf μοναδικό. Λιγότερο καταστροφικό, μα πιο προσβάσιμο. Και για μια μπάντα που εδώ και δύο δεκαετίες κινείται στο περιθώριο του extreme metal με τόσο πείσμα και συνέπεια, αυτό από μόνο του έχει τεράστια αξία.
Exxûl – Sealed Into None
Και από εδώ και πέρα ξεκινάω να κλέβω. Το πρώτο σκέλος της ανειλικρίνειάς μου έρχεται με έναν δίσκο ο οποίος... δεν είναι ακριβώς εντός του concept μου. Ή μήπως είναι; Μπορεί οι Exxûl να μην τοποθετούνται απαραίτητα σε μια καθαρά “extreme” κατηγορία, αλλά η προϋπηρεσία και οι συνδέσεις τους με το underground της ακραιας μέταλ σκηνής του Καναδά δίνουν στο Sealed Into None και... κυρίως σε εμένα συγχωροχάρτι για σήμερα. Έχοντας μέλη από μπάντες όπως Worm, Funebrarum, Chthe’ilist και Atramentus, δηλαδή την ελίτ της Καναδικής underground σκηνής, βλέπουμε μια έντονη τάση διήθησης αυτών των στοιχείων στη μουσική τους. Αν και το στυλ τους κινείται επίσημα στον χώρο του Epic/Doom Metal, ο ήχος τους είναι «ποτισμένος» από το παρελθόν των μελών τους. Υπάρχει το DNA των Candlemass (ειδικά των Memento Mori του Messiah), των Solitude Aeternus, των Ρώσσων Scald και φυσικά των νεότερων Crypt Sermon παντού "λερωμένο" στις σελίδες των Exxûl. Το όλο εγχείρημα ξεκίνησε το 2020 με το όνομα Crestfallen, και χρειάστηκε τέσσερα χρόνια μέχρι να βρεθεί ο τραγουδιστής που να ταιριάζει πλήρως με το όραμα που είχαν οι υπόλοιποι μουσικοί. Η τελική σύνθεση της μπάντας περιλαμβάνει τον Stargazer στα φωνητικά, έναν τραγουδιστή που ήδη είχε τραβήξει την προσοχή του ελληνικού κοινού (και μόνο) με τους Noor και η ερμηνεία του εδώ αποτελεί έναν από τους πυλώνες του άλμπουμ. Ακόμα και οι πιο παραδοσιακές doom/epic δομές αποκτούν νέα διάσταση χάρη στη φωνητική του παρουσία, όμως και ο ίδιος δείχνει μια ικανότητα να μεταλλάσσεται από μία μηχανή στυγνής παραγωγής βιμπράτο σε έναν τρομερό και πολυδιάστατο ερμηνευτή που ταιριάζει γάντι σε ένα πιο doom-y και σκοτεινό setting.
Το "Bells of the Exxûl" είναι η πρώτη εισαγωγή στον κόσμο των Exxûl με ominous πλήκτρα και ένα δαιμονικό καλωσόρισμα πριν δώσει τη θέση του στο "Blighted Deity" και τις πολλαπλές στρώσεις από κιθάρες που απλώνονται μπροστά μας. 10 λεπτά που μοιάζουν περισσότερο με 4. Άλλη μια σύνδεση με το "βλοσυρό" παρελθόν των μελών είναι πως το lore των Exxûl συνδέεται άμεσα με τη μυθολογία των Perpetual Planes που συναντάμε και στις άλλες μπάντες του Tougas (Chthe’ilist, Atramentus) και στο παρελθόν έχει αναφερθεί εκτενέστατα. Παράλληλα, νιώθω να υπάρχει μια σκοτεινή σκιά πάνω από το Sealed Into None. Τα πιο αργά μοτίβα δανείζονται από τις πιο βαριές δομές του επικού doom ενώ η ενέργεια και το ύφος πολλές φορές πλησιάζουν κατά διαστήματα κάτι πιο κοντά σε power metal. Αυτό συμβαίνει κυρίως μέσω του τρόπου που η μουσική ανοίγει χώρο για θεατρικές, επικές και μελωδικές κορυφώσεις. Φυσικά τα διακριτικά πλήκτρα και τα διάσπαρτα συμφωνικά στοιχεία βοηθούν πολύ. Τα φωνητικά του Τhomas και ο τρόπος με τον οποίο που ακούγεται σαν να κρατάει τις νότες όμηρους των ορέξεων του είναι ίσως το highlight του δίσκου, και νομίζω πως το "Blighted Deity" είναι το χαρακτηριστικότερο παράδειγμα.
Το "Walls of Endless Darkness" από μόνο του δίνει στον δίσκο επάξια μια θέση στις καρδιές των οπαδών του ακραίου ήχου. Η ατμόσφαιρα είναι βαριά και πνιγηρή. Εδώ ή μουσική τους μπολιάζεται με σχεδόν funeral doom στοιχεία και ασήκωτα riffs, κάτι που προσφέρει ένα ηχητικό αποτέλεσμα που αποπνέει μια παγωμένη αίσθηση και ένα σκοτάδι πρωτόγνωρο για μια heavy metal μπάντα. Η παραγωγή του Tougas είναι επίσης από τα αγαπημένα μου στοιχεία. Είναι μεν καθαρή, όμως δεν υπάρχει καμία τεχνητή λάμψη και όλα τα όργανα ακούγονται οργανικά πνιγμένα στο ζόφο. Ένας ήχος απόλυτα συμβατός με την ατμόσφαιρα που προσπαθεί να μεταδοθεί και επιτρέπει στα εκπληκτικά leads να λάμπουν στο προσκήνιο. Στο "The Screaming Tower" η φωνή του ακουμπάει νότες του Barlow, τόσο στα αφηγηματικά σημεία όσο και στις τσιρίδες, που με έναν ανατριχιαστικό τρόπο μου δημιουργούν την αίσθηση του "Burnt Offerings". Ένα εκπληκτικό κομμάτι σχεδόν 15 λεπτών που κορυφώνει και κλείνει τον δίσκο με τον πιο θριαμβευτικό τρόπο. Αργό, μακρόσυρτο και in true "Dante's Inferno" fashion μετά το δεύτερο μισό διαλύει τα πάντα στο διάβα του. Ένα πραγματικό έπος. Σε τελική ανάλυση, το Sealed Into None μπορεί να είναι νοσταλγικό όχημα για τους λάτρεις του παραδοσιακού, του τυρένιου και του ιδρωμένου, όμως οι Exxûl καταφέρνουν πολλά περισσότερα. Αυτή η αίσθηση ισορροπίας του να είσαι κάπου ανάμεσα στην αποκαρδιωτική και ψυχοπλακωτική μεριά του doom και στην καθαρτική, ηρωική έκφραση του επικού metal είναι ίσως ο μεγαλύτερος θρίαμβος, και πιστεύω πως μιλάμε για έναν δίσκο ο οποίος δεν θα φύγει από τις λίστες μου για πολύ καιρό και θα στέκεται περήφανα με την ίδια ευκολία δίπλα σε ακραίες όσο και σε NWOTHM κυκλοφορίες.
Woe – Legacies of Human Frailty
Η δεύτερη φορά που παρακάμπτω τους κανόνες σε αυτό το άρθρο έρχεται με το όχι-και-τόσο-καινούριο πόνημα των Woe. To Legacies of Human Frailty σηματοδοτεί στην ουσία μια συνθετική και ηχητική επεξεργασία του Legacies of Frailty του 2023 με νέα διάταξη, ηχογράφηση και παραγωγή. «Τι είναι αυτό όμως που κάνει ένα re-record άξιο αναφοράς;» σας ακούω να ρωτάτε κάποιοι. «Αν είναι έτσι γιατί δεν έβαλες το re-record του Aealo;» σας ακούω να ρωτάτε κάποιοι άλλοι, με χειρότερη ακοή από τους πρώτους. Αρχικά επειδή σε αντίθεση με την μεγαλύτερη ελληνική μπάντα, οι Woe είχαν λόγο να βελτιώσουν τον δίσκο τους, και δεύτερον το αποτέλεσμα πράγματι ακούγεται πολύ καλύτερο από το αρχικό. Το υλικό γράφτηκε αρχικά μέσα στην πανδημία με τον βασικό πυρήνα Chris Grigg ουσιαστικά να το ηχογραφεί μόνος του, όπως ακριβώς είχε κάνει με το A Spell for the Death of Man περίπου 15 χρόνια πίσω. Έτσι, στο 2026, με ένα ανανεωμένο line-up και την επιστροφή του Matt Mewton θεώρησαν πως είναι οι συνθήκες σωστές ώστε να γίνουν οι πρέπουσες βελτιώσεις στον ομολογουμένως χειρότερο δίσκο τους από άποψη ήχου.
Η εξέλιξη αυτού του υλικού με τη νέα live μπάντα φέρνει μια ολοκληρωτική αναδιαμόρφωση του ήχου και της εκτέλεσης. Τα κομμάτια ηχογραφήθηκαν ολόκληρα live στο studio, με έλάχιστα overdubs και παρεμβάσεις στη μίξη, με τα φωνητικά να είναι επίσης όλα single take ακολουθώντας τη σχολή Meshuggah. Αυτή η πρωτογενής ενέργεια είναι κάτι που διαχέεται από άκρη σε άκρη του Legacies of Human Frailty. Είναι ωμό, είναι άμεσο, όμως δεν μπορώ να πω πως εντοπίζω καμία στιγμή όπου υπάρχουν αστοχίες ή μικροδιακυμάνσεις λόγω αυτής της ακατέργαστης ενέργειας. Ίσως μονάχα σε ορισμένες ανάσες στα φωνητικά, όμως μπορεί κάλλιστα να περάσει ως αισθητική επιλογή αν δεν ξέρεις πως είναι one-take. Η συνολική δομή του δίσκου παραμένει ίδια, τόσο σε διάρκεια όσο και στα κομμάτια. Αυτό που αλλάζει μονάχα είναι η σειρά. Το "Scavenger Prophets" ανοίγει πλέον τον δίσκο, με το χαρακτηριστικό static στην αρχή πριν την εξαπόλυση ενός εκπληκτικού βασικού riff βγαλμένο από το Exercises in Futility των MGLA. Μου αρέσει πολύ το transition μεταξύ των "The Justice of Gnashing Teeth" και του "Fresh Chaos Greets the Dawn" και βρίσκω για άλλη μια φορά την αλλαγή της σειράς μια πολύ σοφή επιλογή. Το "Distant Epitaphs" σηματοδοτεί το δεύτερο (και καλύτερο) μισό του δίσκου, όπου πλέον οι διαφορές που θα αντικρίσουμε είναι μόνο στο κομμάτι του ήχου. Όσοι αγάπησαν το Legacies of Frailty ξέρουν ακριβώς τι να περιμένουν εδώ. Το "Shores of Extinction" παραμένει το καλύτερο κομμάτι του δίσκου και ένα μελωδικό masterclass συναισθηματικού black metal που ξεχειλίζει μελωδίες θυμίζοντας τις καλύτερες πτυχές των Πολωνών και των Yellow Eyes. Αντίστοιχα το "Far Beyond The Fracture of the Sky" είναι το επικό και μακροσκελές κλείσιμο που αρμόζει σε έναν τέτοιο δίσκο. Εν ολίγοις το Legacies of Human Frailty λειτουργεί ως υπόδειγμα για το πώς οφείλει να αντιμετωπίζεται ένα re-recording. Διορθώνοντας τις αστοχίες αλλά κρατώντας τα θετικά. Το αποτέλεσμα ούτε ακυρώνει το παρελθόν ούτε και γυρνά την πλάτη, ίσα ίσα το δικαιώνει.
Spectral Lore – IV (Part 2)
Εδώ το "κλέψιμο" είναι καθαρά χρονικό. Η κυκλοφορία ήρθε κυριολεκτικά στο κατώφλι του νέου έτους, λίγες μονάχα ώρες πριν την αλλαγή. Ρεαλιστικά όλοι μας το ακούσαμε το 2026, και σε καμία περίπτωση δεν είναι coping ώστε να βρω δικαιολογία (ακριβώς όπως και πέρυσι) ώστε να μιλήσω για τον ενδεχόμενο δίσκο της χρονιάς. Η πορεία του Άυλου είναι πλέον αδιαπραγμάτευτη. Ένας μουσικός που από τα μέσα της δεκαετίας του 2000 έχει δημιουργήσει μια από τις πιο διακεκριμένες και συνεπείς παρουσίες στην παγκόσμια atmospheric / progressive black metal σκηνή. Η δισκογραφία του ως Spectral Lore είναι εκτενής, πολυεπίπεδη και χωρίζεται σε αρκετές φάσεις που αντανακλούν την εξέλιξη της καλλιτεχνικής του ματιάς. Οι πρώτες κυκλοφορίες κινούνται πιο κοντά σε παραδοσιακά black metal πλαίσια, με σαφείς επιρροές από το δεύτερο κύμα, με απόλυτα raw ήχο αλλά χωρίς απαραίτητα αυτήν την λατρεία του μινιμαλισμού που χαρακτήριζε πολλά underground σχήματα της εποχής. Ήδη από νωρίς διακρίνεται μια τάση προς την ατμόσφαιρα, τη διάρκεια και την αφήγηση, ξεκίνησε να προσθέτει ακουστικά, ambient και αρκετά doom στοιχεία στην εξίσωση. Μιας και ο δίσκος αποτελεί το (προς το παρόν) τελευταίο κομμάτι μιας σειράς αριθμημένων δίσκων, αξίζει να δούμε την πορεία των προκατόχων του. Τόσο το Ι όσο και το ΙΙ απέπνεαν μια πρωτόλεια αίσθηση λόγω της lo-fi προσέγγισης, κάτι που συνεχίστηκε σε μικρότερο βαθμό στο ενδιάμεσο Sentinel. Ενώ εκείνο δομικά πραγματεύεται τη σύγκρουση και την κατάκτηση του σκοπού από το σκοτάδι στον θρίαμβο, το III επιχειρεί να αναγνώσει σε πιο ευρεία κλίμακα, όπου ερωτήματα για τον κόσμο και το νόημα οδηγούν τη μουσική ροή. Είναι η πρώτη μεγάλη κορύφωση στην δισκογραφία του Άυλου και η πρώτη μεγάλη υλοποίηση του οράματος. Ένα πέρασμα από το ατομικό στο κοσμικό. Κάτι που αντικατοπτρίζεται και στο μέγεθος του ήχου, σε έναν από τους καλύτερους δίσκους που κυκλοφόρησαν στα εθνικά ύδατα. Τόσο από τα πρώιμα, πιο αμετάκλητα black metal άλμπουμ έως τις πλούσιες ατμοσφαιρικές συνθέσεις με ambient και avant-garde στοιχεία, πάντα βρίσκει έναν μαγικό τρόπο ώστε να καινοτομεί. Όλα αυτά μας οδηγούν στο τώρα, και στο δεύτερο αυτό μέρος του τέταρτου δίσκου αυτής της τετραλογίας. To intro "On The Threshold That Separates Two Worlds" είναι μαγευτικά κινηματογραφικό. Λατρεύω την ευκολία με την οποία με μεταφέρει σε έναν παντελώς διαφορετικό setting, λες και βρίσκομαι στις αχανείς ερήμους του Frank Herbert ή κάπου στα Forbidden Lands κατά τη διάρκεια της αναζήτησης των Κολοσσών. Συνήθως το intro είναι το κομμάτι το οποίο προσπερνώ στις επόμενες ακροάσεις, εδώ όμως είναι ίσως το κομμάτι με τις περισσότερες επαναλήψεις. Το καλύτερο δυνατό χτίσιμο για το δεύτερο μισό ενός sequel που περίμενα καρτερικά από τις 31/12 του 2024. Το "Desert Of The Real (The Expanse)" ξεκινά με ένα απαλό πιάνο και χτίζει διαδοχικά τα ηχητικά του στρώματα. Ο τίτλος μοιάζει να είναι αναφορά στα απομεινάρια του πραγματικού κόσμου έξω από το Matrix μετά τεπικράτηση των μηχανών. Μια αλληγορία που αντανακλάται ξεκάθαρα στους στίχους, με τις μηχανές να είναι το ίδιο το σύστημα που μας πολεμά κάθε μέρα. Στα 13 του λεπτά εξελίσσεται σε ένα κράμα από επικό και ατμοσφαιρικό black metal, με μια ελληνική folk προσέγγιση στον τρόπο που τα leads αγκαλιάζουν τον ρυθμό. To δεύτερο μισό έχει μια πιο jazz-y αισθητική και ενώ η προσθήκη καθαρών αφηγητικών σημείων στην αρχή μου κακοφαινόταν, αρκετές ακροάσεις μετά μπορώ να την εκτιμήσω σαν narrative device. Δίνει μια αμεσότητα μεταξύ του αφηγητή και του μηνύματος και σίγουρα βοηθά στην απόδοση. Καμιά φορά όμως αυτό που προτιμώ είναι το χάος, και το "Chaos is a Grand Adventure" μου εκπληρώνει την ευχή στο έπακρο. Μια αδυσσώπυτη black metal επίθεση, μέσα από μια κιθαριστική πανδαισία και ατελείωτα blasts. Όπως κάθε επανάσταση που σέβεται τον εαυτό της, ξεκινά με καταστροφή, και το μήνυμα περνάει μέσα από την πληθώρα εκπληκτικών εξεγερσιακών στίχων που πλέον χωρίς καμία αλληγορία πατούν στο τώρα και στο εδώ. Αυτός που ξεχωρίζω όμως είναι : Δυστυχώς ο καιρός για αλληγορίες έχει περάσει ανεπιστρεπτί.
«A toast then for the trouble makers
That speak of death in the house of the murderers»
Μετά την βιαοπραγία επιστρέφουμε στα κινηματογραφικά landscapes με το "Labyrinthine Distortions". Ένα εκπληκτικό, αργό, μελωδικό και μελαγχολικό black metal κομμάτι που η ατμόσφαιρα του εκπέμπει τόσο συναισθηματισμό που μπορείς να τον κόψεις με μαχαίρι. Το "The Child of Man" ακούγεται σαν το καλύτερο τραγούδι που ποτέ δεν έγραψαν οι Rotting Christ και οι Varathron στα late 2000s. Από τα ομορφότερα παντρέματα των παραδοσιακών ρυθμών με black metal που έχω ακούσει. Με το "A Brighter Shade of Grey" κυλιόμαστε βαθύτερα στην ηχητική επικότητα αλλά θεματικά σε όλα εκείνα τα σημεία του κόσμου όπου το ταξίδι των «καθημερινών Ηρώων» ξεπερνά την φαντασία και πατά στον κόσμο και «Ιn every free assembly where comrades conspire against the state's repressive, racist power».
To δεύτερο μέρος του πιο φιλόδοξου ως τώρα δίσκου του Άυλου, κλείνει με τα δύο μεγαλύτερα κομμάτια. Το πρώτο είναι μια άμεση αναφορά σε ένα από τα καλύτερα τραγούδια του, μέσα από το III στα Lands of an Infinite Dreamscape, έναν φαντασιακό ονειρικό κόσμο δικής του επινόησης, εμβαθύνοντας στο lore που έχει χτίσει και οδηγώντας τον ήρωα της ιστορίας λίγο πιο κοντά στην ενότητα με το σύμπαν, μα παράλληλα άλλο τόσο μακριά από την ενότητα με τον κόσμο που πατούν τα πόδια του. Η shoegaze-y ηρεμία κάπου στο 3ο λεπτό μοιάζει σαν άμεση αναφορά στον προκάτοχο, όμως εδώ αρκετά πιο σύντομα λύεται σε μια κραυγαστική και καθαρτική εκτόνωση. Το κλείσιμο είναι ίσως το πιο ιδιαίτερο κομμάτι που έχει γράψει ποτέ. Από τους "χαρούμενους" σκοπούς που πραγματικά μοιάζουν σαν να είσαι θιασώτης ενός lucid dream, στην ανατριχιαστική, και τώρα περισσότερο από κάθε άλλη φορά επίκαιρη ομιλία του φοιτητή-ακτιβιστή Mario Savio στα πλαίσια του Free Speech Movement του 1964. Μου αρέσει το ότι το IV κλείνει ελπιδοφόρα, με μια αίσθηση θεματικής ολοκλήρωσης και με το μήνυμα πως μόνο μέσω του αγώνα και του μόχθου θα επιτευχθούν τα υψηλά ιδανικά. Μπορεί ο Άυλος να θεωρεί τα δύο κομμάτια αυτού του παζλ που συντελούν το IV ως demo, όμως επιτρέψτε μου να έχω ήδη κατασταλαγμένη άποψη. Επιστρέφοντας στο Part 1 και ακούγοντας τα το ένα μετά το άλλο, μπορώ με απόλυτη σιγουριά να μιλήσω για δίσκο της χρονιάς, αν όχι της δεκαετίας. Αν έχετε λίγο πάνω από 3 ώρες στη διάθεση σας, μην δείτε το Irishman. Aντ' αυτού κλείστε τα μάτια και απολαύστε ένα μαγικό ταξίδι στον πιο ονειρικό και κινηματογραφικό black metal δίσκο που έχετε ακούσει ποτέ.






