Ο Harry Styles επιστρέφει με το Kiss All The Time. Disco, Occasionally. και από τον τίτλο κιόλας καταλαβαίνεις ότι αυτό που θα ακούσεις θα είναι κάτι σαν συμβουλή ζωής από κάποιον που μόλις ανακάλυψε ότι η θλίψη χορεύεται καλύτερα μπροστά σε καθρέφτες και λίγο ιδρώτα. Αλλά, ναι, κάτι έχει αλλάξει. Όχι δραματικά, δεν ξύπνησε ξαφνικά ως νέος Bowie, αλλά σίγουρα δεν είναι πια απλώς ο τύπος που χαζεύεις σε stories και red carpets. Υπάρχει μια πιο ήσυχη αυτοπεποίθηση εδώ. Σαν να σταμάτησε να προσπαθεί να είναι κάτι και απλώς... υπάρχει. Πράγμα σπάνιο, αλλά και σχεδόν ύποπτο, για pop star.
Το άλμπουμ ανοίγει με το “Aperture” και μοιάζει με εκείνη τη στιγμή που μπαίνεις σε ένα club νωρίς, πριν γεμίσει, και πριν αρχίσουν να ιδρώνουν οι τοίχοι. Τα synths κυλάνε σαν αναλαμπές πάνω σε πίστα, και η φωνή του δεν σε πιέζει, αλλά σε τραβάει, όμως, λίγο πιο μέσα, σχεδόν ευγενικά. Όχι, δεν σου ζητάει να καταλάβεις κάτι. Κι ευτυχώς. Γιατί κάποιες φορές η μουσική δεν είναι για να την εξηγείς, αλλά για να την αφήνεις να σε κουβαλήσει, σαν ένα μικρό ψέμα που αποφασίζεις να πιστέψεις για τρία λεπτά.
Το “American Girls” έρχεται με μια ορμή που φλερτάρει με το λυρικό, σχεδόν σαν να θέλει να σου πει κάτι σημαντικό, αλλά μετά το ξεχνάει – επίτηδες, άραγε;. Δεν πειράζει. Η ουσία ξεκινάει λίγο μετά. Στα “Ready, Steady, Go!” και “Are You Listening Yet?” το πράγμα βαραίνει, με την καλή έννοια. Το μπάσο γεμίζει χώρο και είναι εκεί για να σου θυμίσει ότι έχεις σώμα. Σε σπρώχνει, σε βάζει σε τροχιά. Και μετά έρχεται το “Are You Listening Yet?” και κάνει αυτό το μικρό, ενοχλητικά όμορφο κόλπο: σε τραβάει προς τα μέσα. Η φωνή του Styles, άλλοτε χαμηλή, σχεδόν σαν να ντρέπεται, κι άλλοτε σπασμένη, σαν να γελάει με κάτι που μόνο εκείνος καταλαβαίνει, σε βάζει σε μια περίεργη θέση, και αισθάνεσαι λίγο μάρτυρας, λίγο συνένοχος.
Κάπου στη μέση του δίσκου, στα “Taste Back” και “The Waiting Game”, τα πράγματα ησυχάζουν, αλλά όχι με τον βαρετό τρόπο που σε κάνει να τσεκάρεις το κινητό. Με τον άλλο, τον επικίνδυνο. Εκεί που αρχίζεις να προσέχεις. Η φωνή του μπλέκεται με αυτή της Ellie Rowsell και ξαφνικά δεν ξέρεις ποιος μιλάει σε ποιον. Ή αν μιλάνε σε σένα. Οι σιωπές γίνονται σχεδόν πιο δυνατές από τις νότες, τα synths κάνουν πίσω, τα πνευστά και το πιάνο παίρνουν χώρο, και για μια στιγμή (μικρή, αλλά ενοχλητικά καθαρή) καταλαβαίνεις ότι δεν ακούς απλώς μουσική. Απλώς κάθεσαι εκεί. Και είσαι μέσα της. Και δεν έχεις και πολλή όρεξη να φύγεις.
Η ενέργεια επιστρέφει στα "Season 2 Weight Loss" και "Pop", όπου η παιχνιδιάρικη διάθεση συναντά το χορό, αλλά με μια ωριμότητα που έλειπε στα πρώτα χρόνια της καριέρας του. Τα beats και οι κιθάρες συχνά συμμετέχουν στο παιχνίδι, γεμίζουν τον χώρο με ανάσες, γέλια και μικρές πλακίτσες που κάνουν την ακρόαση πιο ζωντανή. Εδώ φαίνεται πώς το άλμπουμ δεν φοβάται τις σκιές του ή τις αμηχανίες του και πώς η pop γίνεται κάτι πιο αληθινό: μια αίσθηση χρόνου και παρουσίας.
Η κορύφωση έρχεται με το "Coming Up Roses". Το πιάνο και τα έγχορδα δημιουργούν μια μικρή κοσμική στιγμή. Είναι σαν ένα βράδυ κάτω από έναν φωτισμένο ουρανό όπου όλα φαίνονται πιθανά και η όποια φανερή ευαισθησία δεν είναι επιτηδευμένη. Το φινάλε, "Carla’s Song", είναι μια απελευθέρωση, μια ανάσα χαράς που σου επιτρέπει να νιώσεις ότι όλα όσα πέρασαν και ήρθαν έχουν νόημα γιατί, όντως, υπήρξαν. Εδώ, η pop δεν είναι διακοσμητική ή μόνο διασκέδαση. Είναι εμπειρία, και αυτή η εμπειρία είναι η πιο ουσιαστική κληρονομιά ενός δίσκου που μοιάζει να ακροβατεί ανάμεσα στη φαντασία και την πραγματικότητα.
Έτσι, λοιπόν, το Kiss All The Time. Disco, Occasionally. είναι ένα ταξίδι στην εσωτερική παρατήρηση και τη σωματική χαρά, αλλά ας μην κάνουμε ότι δεν ξέρουμε και με ποιον έχουμε να κάνουμε. Γιατί ο Harry Styles είναι ένας "ζωηρός pop star", είναι αυτός ο τύπος που μπορεί να σου τραγουδάει για ευαισθησία και αυτογνωσία το βράδυ, και το πρωί να κυκλοφορούν φωτογραφίες του να φιλιέται με κάποιο μοντέλο σε ένα σκάφος κάπου στη Μεσόγειο. Βέβαια, με έναν περίεργο τρόπο, τα δύο αυτά δεν ακυρώνουν το ένα το άλλο, αντίθετα, μοιάζουν να είναι το ίδιο πράγμα. Υπάρχει πάντα κάτι λίγο θεατρικό γύρω του, σαν να ζει μέσα σε μια διαρκή σκηνή. Όχι ψεύτικη, απλώς… πολύ σωστά επιμελημένη. Σαν να ξέρει ακριβώς πότε να είναι ευάλωτος και πότε να είναι απλώς ωραίος. Και το κοινό, φυσικά, παίζει το παιχνίδι. Θέλουμε να πιστεύουμε ότι πίσω από τα βλέμματα και τα μεταξωτά πουκάμισα υπάρχει κάτι “αληθινό”. Εκείνος απλά φροντίζει να μας το δίνει... σε δόσεις.

