Gluecifer

Κάπου ανάμεσα σε παλιά αυτοκόλλητα κολλημένα σε μια βαλίτσα και αναμνήσεις από τη σκανδιναβική χερσόνησο έπεσα πάλι σε ένα από τα πιο φασαριόζικα ονόματα της Νορβηγίας, ιερείς κάποτε του λεγόμενου σκανδιναβικού rock 'n' roll που έζησαν μεγάλες στιγμές δόξας μαζί με τους Hellacopters, τους Nomads και τους Turbonegro, μια πραγματική μπάντα βόμβα που κατά τη διάρκεια της αρχικής της πορείας, έβαλε φωτιά σ’ αυτά τα επτά χρόνια (από το 1997 και 2004), με έναν επίμονο μεγάλο και επιβλητικό ροκ θόρυβο που δεν ήθελε με τίποτα να σβήσει. Τώρα οι Νορβηγοί Gluecifer επιστρέφουν στο στούντιο μετά από σχεδόν δύο δεκαετίες δισκογραφικής σιωπής, κουβαλώντας πάνω τους εκείνη τη βρώμικη κληρονομιά του βόρειου rock ’n’ roll, μιας σκηνής που πάντα έμπαινε μέσα και τα έκανε όλα λίμπα, με την καλή έννοια.

Το νέο τους άλμπουμ δεν προσπαθεί να αποδείξει τίποτα ούτε να εφεύρει κάτι κανούργιο. Κι αυτό είναι και η πιο μεγάλη του δύναμη, μέσα στις μικρές του αδυναμίες. Ηχογραφημένο με τους Johnny Skalleberg (Green Cortinas, Easy Riders) και Thomas Pettersen (Thyabhorrent),  στήνει έντεκα κομμάτια που δεν κοιτάνε μπροστά ούτε πίσω. Μένουν εκεί, στο τώρα, σαν μηχανές που δουλεύουν ακόμα, έστω και με τριξίματα. Ο Biff Malibu φωνάζει σαν να μην άλλαξε τίποτα, σαν να μην πέρασε μέρα ή μπορεί και σαν να πέρασαν όλες μαζί. ΟΚ, υπάρχει μια φθορά στη φωνή του, αλλά εδώ που λέμε αυτή είναι που κάνει τα πράγματα πιο αληθινά. Όχι γιατί δεν είναι πια ο τύπος που καταστρέφει δωμάτια, αλλά γιατί είναι αυτός που τώρα ξέρει πώς να τα κρατήσει όρθια ενώ καίγονται.

Η ρυθμική βάση του Danny Young κρατάει τα πάντα σε μια συνεχή ένταση, σχεδόν ιδρωμένη. Και πάνω της, οι Captain Poon και Raldo Useless παίζουν κιθάρες σαν να λένε κλασικές ιστορίες, που ναι κάποιες μπορεί να τις έχουμε ξανακούσει αλλιώς, αλλά εδώ τα riffs τους είναι σαν παλιά ωραία αστεία που τα είχες ξεχάσει και τώρα τα ακούς πάλι και γελάς με την ψυχή σου. Κάπως έτσι αυτές οι νέες, μικρές ιστορίες των Gluecifer, άλλες φορές σε χτυπάνε κατευθείαν σαν γροθιά, άλλες είναι πιο λοξές, σαν να σου κλείνουν το μάτι πριν σε ρίξουν κάτω και άλλες σου λένε πώς κάποια πράγματα θα μπορούσαν να είναι αλλιώς. Yπάρχουν ύποπτα κλασικά περάσματα σε κομμάτια όπως το "I’m Ready", δηλαδή σαν να περνάει για λίγο ο ήχος από ένα φίλτρο μιας παλιάς ραδιοφωνικής μνήμης, πριν επιστρέψει πιο βαρύς στα νέα δεδομένα της ψηφιακής εποχής. Και μετά έρχεται το "The Score", όπου όλα γίνονται πιο σκοτεινά, πιο υπόγεια. Οι κιθάρες μετατρέπονται σε ηχητικά όπλα, όχι για επίδειξη (παίζει κι αυτή στα αναμενόμενα σόλο) αλλά περισσότερο για την υποστήριξη του κομματιού που σαν νυχτερινό τοπίο, γεμάτο σκιές και χώρους στους οποίους δεν είσαι και τόσο σίγουρος αν πρέπει να μπεις.

Οι Gluecifer σήμερα μοιάζουν με εκείνους τους βετεράνους pitchers που μπορεί να μην έχουν πια την ταχύτητα, αλλά έχουν μάθει τα κόλπα. Δεν σε κερδίζουν με τη δύναμη. Σε κερδίζουν με σωστό timing, με βρώμικες μπαλιές, και φυσικά με μια εμπειρία που δεν μπορεί να γραφτεί σε κανένα manual. Kαι εννοείται πως αυτό είναι ίσως το πιο τίμιο πράγμα για έναν δίσκο σαν αυτόν, που δεν προσπαθεί να παίξει με την νιότη, ούτε οι ίδιοι προσπαθούν να το παίξουν νέοι, δεν το παίζουν επαναστάτες, αλλά είναι αλήτες και καλλιτεχνικά "κλεφτρόνια" όσο πρέπει, γιατί έτσι τους δίδαξε το ευαγγέλιο της ροκ μουσικής, να παίζουν rock’n’roll μέχρι να πάψουν να υπάρχουν. Δεν τους φαίνεται. Σαν να μην πέρασε ούτε μέρα, πόσο μάλλον είκοσι χρόνια. Κι αυτή η ελαφριά σκουριά που στάζει από τον ήχο τους δεν είναι φθορά, είναι το aftertaste, κολλάει τέλεια πάνω σε ένα σύνολο που δεν κάνει εκπτώσεις: μουσική για χαμό, για μπύρες που χύνονται, για ιδρώτα που δεν συγχωρεί. Αλλά αν κουμπώσει ο ρυθμός, πάει τελείωσε, δεν σε ρωτάει, θα σε πάρει μαζί του.

Βάλε το "1996". Όλη η μιζέρια, όλη η ένταση, όλο αυτό το «δεν αντέχω αλλά συνεχίζω», το παθιασμένο «πες μου ότι δεν θέλεις να γυρίσεις πίσω». Και κάπου εκεί θυμάσαι τότε που ήθελες να κάψεις τα κυκλώματα του συστήματος, να αφήσεις το μυαλό σου να ταξιδέψει με τα γκάζια της μουσικής, να σε πάει αλλού, όπως στο "Mind Control". Δεν έχει σημασία τι διαλέγεις. Σημασία έχει ότι αυτός ο ήχος υπάρχει ακόμα, βρώμικος και ζωντανός, μπας και τραβήξει κι κανένα πιτσιρίκι απ’ τα μαλλιά έξω από το TikTok. Γιατί, αν το δούμε πιο ψύχραιμα, και σαν άνθρωποι που έχουν διαβάσει πολλά manual: υπάρχει κανένας εκεί έξω που μπορεί να φορέσει δερμάτινο μπουφάν με patches χωρίς να μοιάζει με curated installation σε concept store με τιμές που απαιτούν δάνειο; Ή μήπως έχουμε καταφέρει να κάνουμε και τη βρωμιά premium εμπειρία; Σε κάθε περίπτωση αμφιβολίας, η λύση είναι απλή και επιστημονικά τεκμηριωμένη: φέρτε κι άλλες μπύρες! Και ανεβάστε την ένταση λίγο ακόμα. Δεν είναι θέμα επιλογής, είναι βασική αρχή της φυσικής. Η ηλικία, εξάλλου, δεν είναι τίποτα άλλο από ένας πιο αργός, αλλά εξίσου θεαματικός τρόπος καύσης.

 

Ακολούθησε το Avopolis Network στο Google News

 

Διαβάστε Ακόμα

Featured