Full Metal Bracket

Iron Firmament – In the Land of Pre-Human Kings

Τους Iron Firmament τους γνώρισα με την κυκλοφορία του πρώτου τους, self titled δίσκου και όπως σε πολλές αντίστοιχες περιπτώσεις στο είδος, χρειαζεται να πουλησεις ενα νεφρό και ένα πόδι για να αγοράσεις τα βινύλια τους. Δύο χρόνια μετά, στον τρίτο δίσκο τους πλέον τους βρίσκουμε στην πιο ώριμη ως τώρα αναζήτηση του φαντασιακού ωμού black metal τους. Το artwork του In the Land of Pre-Human Kings βασίζεται σε μια καθρεφτισμένη εκδοχή του The Lost World του Bruce Pennington, ενός καλλιτέχνη που έχει συνδέσει το όνομά του με εμβληματικές απεικονίσεις κόσμων ανάμεσα στη φαντασία και την επιστημονική φαντασία. Στον metal κόσμο, το έργο του είναι ήδη γνώριμο. Οι φίλοι των Blood Incantation θα τον έχουν συναντήσει μέσα από το demo τους, Interdimensional Extinction και το Hidden History of the Human Race, όλα βασισμένα σε δικούς του πίνακες. Δεν είναι μάλιστα η πρώτη φορά που ο Krieger επιστρέφει σε αυτό το αισθητικό σύμπαν, καθώς είχε αξιοποιήσει ξανά έργο του Pennington στον μοναδικό (και εκπληκτικό) δίσκο του ως Astral Gauze. Οι τίτλοι κινούνται μακριά από τη μιζέρια και τον αποκρυφισμό που συχνά συνοδεύουν το black metal. Αντ’ αυτού, αγκαλιάζουν μια παλιομοδίτικη sword-and-sorcery μεγαλοπρέπεια που για κάποιους αγγίζει το camp, για άλλους όμως λειτουργεί ως συνειδητή αισθητική επιλογή. Αντίστοιχα υπάρχει μια εσκεμμένη pulp υπερβολή στους τίτλους, όχι αρκετή για να το θεωρήσω παρωδία, αλλά αρκετή για να δείξει ότι η μπάντα δεν ενδιαφέρεται για την κλισέ grim persona. Η ηχογράφηση διατηρεί πλήρως DIY χαρακτήρα. Τίποτα δεν γυαλίζει. Τα τύμπανα ακούγονται φυσικά, οι κιθάρες έχουν άπειρο grain, τα φωνητικά ενσωματώνονται στο σύνολο και κρύβονται αντί να στέκονται μπροστά και η συνολική αίσθηση είναι απόλυτα lo-fi χωρίς ευτυχώς να κλέβει από τις καταπληκτικές συνθέσεις. Μια αισθητική σύγκριση που θα μπορούσαμε να κάνουμε είναι το Saturnian Bloodstorm των Lamp of Murmuur, τόσο λόγω των Immortalίζοντων φωνητικών όσο και για το άψογο πάντρεμα διακριτικών πλήκτρων μέσα στο black metal τους. 

Μπορώ να επιβεβαιώσω πως το "Purged of All Southern Influences" πράγματι δεν ακούγεται σαν κάτι που θα έγραφε ένας redneck. Δεν ξέρω τι μας λέει αυτό βέβαια, όμως τα riffs του είναι αδιανόητα κολλητικά, και ίσως αποτελεί το πιο ατόφιο headbanging piece μέσα στον δίσκο που μου έφερε στο μυαλο ένα συγκεκριμενο riff μεσα απο το Draconic Atavism. Περνάμε στο "Blue Blades Flame and Crimson", το οποιο ανοιγει με την πρώτη ambient πινελιά του In the Land of Pre-Human Kings. Ειναι μια πλευρά των Iron Firmament που δεν ειχαν εξερευνησει μετά το Keepeater. Στο Cascadian Tactics και πίσω εμοιαζαν περισσότερο οργανικές και folk οι πινελιες αυτες, παρα με αυτό το απόκοσμο ambient που ακούμε εδώ. Μια αίσθηση που ενισχύει ακομα περισσότερο την επιλογή του εξωφύλλου. Το "Atlantis in Permafrost" είναι και το πιο βαρύ κομμάτι στο δίσκο. Η διάρκεια του έιναι σύντομη και τα riffs πολλά, όμως το απόλυτο highlight ειναι τα πιάτα. Το drumming του Krieger σε ολόκληρο το δίσκο ειναι τρομερό, όμως εδώ είναι απλά μαγεία. Με το "Laughter of the Stormlashed Forest" επιστρεφουμε σε πιο mid tempο ρυθμούς που όμως αποπνέουν μονάχα ατσάλι. Ειδικά το outro είναι ίσως η πιο βάναυση στιγμή του δίσκου, ακόμα και αν το κλείσιμο μοιάζει με ήχους από βατράχια, που κάπως σκοτώνουν το immersion. Το ομότιτλο "In the Land of Pre-Human Kings" σβήνει σαν τοπίο που χάνεται στην ομίχλη. Μεσα σε 15 λεπτα περναει απο dark ambience σε καταιγιστικο black metal και σε μελωδικα γεματα συναισθημα ξεσπασματα και σταδιακές μετατοπίσεις στη μελωδία. Ένα εκπληκτικό καθαρτικό curfew σε έναν από τους πιο ιδιαίτερους δίσκους για φέτος.

Φορμόλη – Tombs of Hell

Οι Φορμόλη είναι μια grindcore/crust punk μπάντα από το Ακραίφνιο που έχει καταφέρει να ξεχωρίσει στην εγχώρια σκηνή όχι μόνο για τον ήχο της, αλλά και για τη στάση της. Ο στίχος τους είναι ευθέως πολιτικός, με θεματικές που περιστρέφονται γύρω από τον πόλεμο, την κοινωνική σήψη και την εξαθλίωση που αυτά συνεπάγονται. Το Tombs of Hell έρχεται ως συνέχεια του Surrendered to Doom του 2022, ενός δίσκου που ήδη είχε θέσει τις βάσεις για τον τρόπο που αντιλαμβάνονται το grind. Άμεσο και βίαιο. Παράλληλα, η μπάντα έχει εδραιώσει τη φήμη της μέσα από τη συνεχή παρουσία της στο DIY συναυλιακό κύκλωμα, παίζοντας ασταμάτητα τα τελευταία χρόνια σε squats και αυτοοργανωμένους χώρους σε όλη τη χώρα. Για ακόμη μια φορά, το εξώφυλλο αποτελεί δουλειά του Khaos Art, αποτυπώνοντας ωμά τη φρίκη του πολέμου σε μία οπτική προέκταση της μουσικής. Ο δίσκος ανοίγει με το “Your Life Means Nothing”, ένα υπερ-groovy κομμάτι που, μετά από ένα εκτενές intro, καταλήγει να πέφτει σαν βαριοπούλα. Συνεχίζουμε με το "Aerial Raids", που όπως και κάθε ιπτάμενος αναρχικός που σέβεται τον εαυτό του, πέφτει σαν βόμβα με τα bpm να ανεβαίνουν αισθητά. Το "ΑΟΥΑ" δεν αφήνει και πολλά στην φαντασία. Μετά το χαρακτηριστικό έναυσμα εξαπολύεται ένα ουγκανίστικο grind ιδανικό για βουτιές σε pit και ανταλλαγή χειροπόδαρων πυρών. Οι Φορμόλη παίρνουν τον εαυτό τους όσο στα σοβαρά χρειάζεται. Αρκετά ώστε να βγάλουν κομμάτια σαν το "Terrify" και το "Corruption" και ελάχιστα ώστε να μας προσφέρουν χιουμοριστικά bangers σαν το "ΑΟΥΑ" και το "F*ck Your Panagy". Δεν είμαι σίγουρος αν το "Human Remains" είναι κάποια επιτηδευμένη αναφορά στην θρυλική μπάντα από το New Jersey, όμως πάντα εκτιμώ ένα καλό έναυσμα να ακούσουμε ξανά το Using Sickness As A Hero. Ορίστε, τώρα πήρες και εσύ το έναυσμα. Πάτησε play όπως είσαι. To "Mass Graves" φέρνει άλλο ένα DeathToll80k-ικό riff να σαρώσει την ευσταχιανή μου σάλπιγγα την οποία αποτελειώνουν τα απόλυτα αλά Brutal Truth anthem "Planned Death". Τα φωνητικά κινούνται σε βαθιά, σχεδόν αβυσσαλέα επίπεδα, με εναλλαγές προς πιο "κλασικά" grind ουρλιαχτά που κρατούν την ένταση και το ενδιαφέρον ψηλά. Φιλοι των Assuck, Extreme Noise Terror και ειδικα των πρώιμων Terrorizer θα βρουν παρα πολλα στοιχεια να αγαπησουν σε αυτον τον δισκο με το ομότιτλο να είναι το απόλυτο συνωνθυλευμα αυτων των προσλαμβανουσων. Το "Silent Desire" κλείνει με μια σχεδόν "χορευτική" διάθεση, πριν το "Nightmares" ρίξει την αυλαία με μια τελευταία έκρηξη που μοιάζει περισσότερο με ξεκαθάρισμα λογαριασμών. Συνολικά, το Tombs of Hell είναι μια αδυσσώπητη επίθεση που περνάει από riff σε riff χωρίς ίχνος ελέους, συντελώντας και ένα crusty grind άλμπουμ που σπάει σβέρκους και συνθλίβει κόκκαλα. Με βάση όσα έχω ακούσει ως τώρα στέκεται άνετα ως ένας από τους κορυφαίους grind δίσκους που έχουν βγει στην Ελλάδα το 2026 και δεν θα φαινόταν παράταιρο ούτε σε μια πολύ πιο ευρεία, διεθνή συζήτηση.

Miserere Luminis – Sidera

Οι Miserere Luminis είναι μια από τις πιο ενδιαφέρουσες μπάντες στον χώρο του post/atmospheric black metal. Τα μέλη τους είναι σημαντικά πρόσωπα στην underground black metal σκηνή του Κεμπέκ και προέρχονται ή συνδέονται στενά με άλλες επιδραστικότατες μπάντες όπως οι Gris και οι Sombres Forêts που στα 2000s και στις αρχές των 2010s κυκλοφορούσαν τον έναν εκπληκτικό δίσκο μετά τον άλλο. Κυκλοφόρησαν το πρώτο τους άλμπουμ Miserere Luminis το 2009, μετά από το οποίο χάθηκαν για αρκετά χρόνια, όμως επανήλθαν με νέα δημιουργική φλόγα. Το επόμενο σημαντικό βήμα τους ήταν το Ordalie το 2023, που έδειξε την εμβάθυνσή τους σε πιο συγκινησιακά και ατμοσφαιρικά μονοπάτια του black metal. O ήχος του Sidera είναι πιο κοντά στα À L'Âme Enflammée, L'Âme Constellée... και La Mort du Soleil των προηγουμενων projects, έναν ήχο που στο μεγαλύτερο μέρος άφησαν ανεξερεύνητο από το 2013 και από τις πρώτες ακροασεις μου δημιούργησε την ίδια θαλπωρή. Χωρίς φυσικά να υποτιμώ το εκπληκτικό Ordalie, αισθάνομαι πως εδω ολα τα στοιχεία τους μοιάζουν να κουμπώνουν με απόλυτη αρμονία.  Κάπου εδώ καλό είναι να βάλω ένα False Alert! Το album κινείται σε πιο εναλλακτικό, εκφραστικό έδαφος παρά στο πιο παραδοσιακό black metal.

Ο δίσκος ανοίγει με το μαγικό "Les fleurs de l'exil", και ευθύς αμέσως γίνεται αντιληπτή η θεματική προσέγγιση. Κάπου στο 4ο λεπτό έχουμε μια άμεση αναφορά στο εκπληκτικό soundtrack του Clint Mansell για το The Fountain, μέσα από το πρώτο κομμάτι "The Last Man" και την μεγαλειώδη επαναφορά του στο "The Road To Awe". Ο άνθρωπος αυτός είχε ίσως το πιο αξιοθαύμαστο glow up στην ιστορία της μουσικής που μετά τους grebo θρύλους Pop Will Eat Itself πέρασε στην λυρικότητα των μεγαλοπρεπών του soundtracks. Κοινός άξονας είναι ο στοχασμός πάνω στον χρόνο, τη φθορά και τo υπερβατικό και στο τέλος, στο "Dans la voie de nos lumières", τον έρωτα. Η σύνδεση γίνεται ακόμη πιο απτή μέσα από τις μελωδικές γραμμές που αντλούν έμπνευση από το soundtrack της ταινίας, πέρα από τις αυτούσιες straight αναφορές. Η μελαγχολική ανύψωση θυμίζει έντονα τη συνθετική γλώσσα του Clint Mansell. Ύπνωση, απλότητα και ατέλειωτο συναισθηματικό βάρος.  Ακόμα και το artwork κατά κάποιον τρόπο φαντάζει σαν μια μεταφορά τους για την ταινία, όμως το βλέπω περισσότερο σαν κατάβαση παρά σαν θέωση μιας που οι φλόγες οδηγούν το κορμί προς τα κάτω. Η ταινία, παρότι έχει ένα από τα πιο μνημειώδη soundtracks όλων των εποχών, με άφησε κάπως ψυχρό. Ίσως λόγω της υπερβολικά "δηλωμένης" και "in your face" μεταφυσικής της και της εμφατικής δραματουργίας που μοιάζει να εκβιάζει απαντήσεις. Ο δίσκος, αντίθετα, λειτουργεί πιο εσωτερικά και το εκτιμώ πολύ περισσότερο. Δεν με εκβιάζει να νιώσω. Τελικά, η διαφορά στην πρόσληψη ίσως πηγάζει από το μέσο. Η ταινία επιμένει να εξηγήσει το μυστήριο. Ο δίσκος το αφήνει άθικτο, επιτρέποντας το θέμα της ελπίδας να μπαίνει μονάχα από τις χαραμάδες και τον λατρεύω για αυτό. To "De cris & de cendres" τα βιολιά πιάνουν την ίδια αισθητική σε αυτήν την συνύπαρξη των νεο-κλασσικών γραμμών με το black metal τους αλά Ne Obliviscaris με τα φωνητικά να κραυγάζουν έντονα και συναισθηματικά. Μιας που άνοιξα αυτό το ζήτημα, τόσο τα βαθιά γρυλίσματα και τα "shouty" φωνητικά του Icare όσο και τα πνιχτά ουρλιαχτά του Annatar δένουν εκπληκτικά σε αυτήν την κοσμική μυσταγωγία που ξετυλίγεται στο Sidera. Το "Aux bras des vagues & des vomissures" είναι ένα ταξίδι στο φως που κινείται σε αργά, κυματιστά arcs με ένα γλυκό πιάνο να δίνει τη ροή πριν ξεσπάσουν οι κιθάρες με πολλαπλά πανέμορφα leads. To "À la douleur de l’aube" αντίστοιχα οδηγεί σε πιο σκοτεινά μονοπάτια, όντας το βαρύτερο κομμάτι στο δίσκο, τόσο ηχητικά όσο και συναισθηματικά ενώ το "Dans la voie de nos lumières" ενώ μοιάζει να κλείνει το δίσκο χαμηλόφωνα, δίνει πριν το τέλος την πολυπόθητη κορύφωση. Σαν τελικές σκέψεις, θα έλεγα πως το Sidera δεν μπορεί να ξεχωρίσει μέσα από μεμονωμένες στιγμές. Λειτουργεί μονάχα συνολικά. Οι Miserere Luminis δίνουν έμφαση στη ροή και στην αλληλεξάρτηση των κομματιών και όχι στα σημεία αναφοράς. Αυτό που μένει δεν είναι κάποιο συγκεκριμένο μέρος του δίσκου, αλλά η συνολική του αίσθηση. Δεν τον προτείνω αν δεν έχετε τα 50 αναπόσπαστα λεπτά διαθέσιμα, όμως αν τα έχετε, ειλικρινά κάντε τη χάρη στον εαυτό σας.

Decipher – ΘΕΛΗΜΑ

Οι Decipher έχουν καταφέρει το ακατόρθωτο. Με το Arcane Paths to Resurrection πήραν το βραβείο πρωτοεμφανιζόμενου, όμως παρόλα αυτά έρχονται με φόρα να σαρώσουν και το most improved. Το ΘΕΛΗΜΑ κυκλοφόρησε μέσω της Transcending Obscurity Records και αποτελεί τη δεύτερη ολοκληρωμένη δουλειά τους, μετά από μια περίοδο αλλαγών, τόσο στο lineup αλλά όπως θα δούμε και στο κομμάτι της σύνθεσης.  Αυτό που ξεχωρίζει από τις πρώτες κιόλας ακροάσεις και αναγνώσεις στίχων είναι το πως η θεματική εσωστρέφεια έρχεται σε αντιπαραβολή με την ηχητική εξωστρέφεια. Ενώ ο ήχος των Decipher είναι αρκετά προσβάσιμος και καθαρός για να απολαυστεί από κάθε οπαδό του ακραίου ήχου, καταπιάνονται με πολύ βαθιές έννοιες και στοχασμούς. Η βασική ιδέα περιστρέφεται γύρω από την αυτογνωσία, την υπέρβαση του εγώ και μια σχεδόν μυστικιστική αναζήτηση εσωτερικής αλήθειας. To κράμα του black metal τους είναι βαρύ, αλλά καθόλου χοντροκομμένο και ωμό ενώ αντίστοιχα η παραγωγή είναι κρυστάλλινη αλλά καθόλου αποστειρωμένη. Αν έπρεπε να τους τοποθετήσω στον χάρτη ηχητικά, θα έλεγα πως είναι μια μίξη της Ισλανδικής σχολής, των Lucifer's Child (με τους οποίους μοιράζονται κοινό μέλος, τυχαίο;) και επηρεασμένοι από την Πολωνική black/death σκηνή (Behemoth/Hate).

To "The Black March" είναι σίγουρα το single που κρατάω μέσα μου περισσότερο και επανέρχομαι ξανά και ξανά. Από το φοβερό εναρκτήριο riff σε όλο το υπόλοιπο κιθαριστικό masterclass, έρχεται ως το νέο αγαπημένο μου κομμάτι τους. Το "Bound to the Wheel" είναι το επιθετικότερο και πιο ασυγκράτητο κομμάτι στο δίσκο ενώ το "Hail Death" χτίζεται σταδιακά αφήνωντας περισσότερο χώρο. Στο "Towards Renaissance" έχουμε το πιο ιδιαίτερο ρυθμικά κομμάτι, πολύ κοντά ηχητικά στην ύστερη δισκογραφία των Behemoth, χτίζοντας με πολυεπίπεδα grooves και μεγάλες κλίμακες γύρω από τις μελωδίες τους. Το "Litany", όπως ακριβώς προϊδεάζει και ο τίτλος του είναι το πιο τελετουργικό κομμάτι στο ΘΕΛΗΜΑ όπου τα καθαρά και ψαλμωδικά φωνητικά δίνουν ένα εμβληματικό φινάλε.  Είναι δύσκολο να δει κανείς τον τίτλο χωρίς να σκεφτεί το φιλοσοφικό σύστημα που διατύπωσε ο Aleister Crowley. Εκεί, η "θέληση" δεν είναι μονάχα η επιθυμία ή η δύναμη της επιβολής, αλλά η ανακάλυψη και πραγμάτωση της βαθύτερης, αληθινής φύσης του ατόμου. True Will όπως το έλεγε. Βέβαια οι Decipher φαίνεται να το προσεγγίζουν από μια πιο υπαρξιακή και λιγότερο τελετουργική οπτική. Την εσωτερική αναζήτηση και την αποδόμηση του "εγώ". Και ίσως αυτό συνοψίζεται καλύτερα στον στίχο που ξεχωρίζω από το "The Black March":
«In the cosmic Void
For the cosmic Death
In the end we will all follow in awe.»

Με το ΘΕΛΗΜΑ οι Decipher δείχνουν πως είναι μια μπάντα που γνωρίζει τι θέλει να εκφράσει και πώς να το αποδώσει, χωρίς να παρεκκλίνει για χάρη της προσβασιμότητας ή του εντυπωσιασμού. Η προσβασιμότητα και ο εντυπωσιασμός έρχονται από την ποιότητα της μουσικής των τριών αυτών υπερταλαντούχων μουσικών που έχουν όλα τα φόντα να εκπροσωπήσουν το ελληνικό black metal στις μεγαλύτερες σκηνές μέσα στα επόμενα χρόνια. Η απόσταση ανάμεσα στους Decipher που είδα να ανοίγουν για τους Wolves In The Throne Room τον Φεβρουάριο του 2020, χωρίς ακόμα ολοκληρωμένο δίσκο, και στους σημερινούς Decipher του ΘΕΛΗΜΑ είναι χαοτική και testament της συνεχούς εξέλιξής τους.

 

 

 

Ακολούθησε το Avopolis Network στο Google News

 

Διαβάστε Ακόμα

Featured