Το 2021, η Courtney Barnett κυκλοφόρησε το άλμπουμ Things Take Time, Take Time, που ηχογραφήθηκε στο αποκορύφωμα της έξαρσης της Covid-19. Με τόση αβεβαιότητα στο τέλος της πανδημίας, η Barnett θυμάται ότι «αυτές οι πρώτες εμφανίσεις μετά το lockdown ήταν από τις καλύτερες της ζωής μου... Κάθε εμφάνιση ένιωθε σαν να θα μπορούσε να είναι η τελευταία». Ένα χρόνο αργότερα, η Barnett αναρωτήθηκε αν ήθελε να σταματήσει εντελώς να δημιουργεί μουσική. Στις αρχές του 2023, νιώθοντας χαμένη και αβέβαιη για το τι ήθελε να ακολουθήσει την καριέρα της, η Barnett έθεσε στον εαυτό της μια πρόχειρη προθεσμία ενός έτους για να επιστρέψει στο στούντιο και να ξεκινήσει ξανά τις ηχογραφήσεις. Δύο χρόνια αργότερα, επιστρέφει με το Creature Of Habit, που είναι το τέταρτο ολοκληρωμένο άλμπουμ για την Αυστραλή DIY τραγουδοποιό.
Αυτός ο δίσκος ταιριάζει όμορφα στη δισκογραφία της Courtney Barnett. Είναι καταρχάς διαφορετικό από τις προηγούμενες κυκλοφορίες της όπως το A Sea Of Split Peas EP και το άλμπουμ Sometimes I Sit And Think, And Sometimes I Just Sit. Έρχεται επίσης σε μια πολύ διαφορετική στιγμή στη ζωή της Barnett — από μια εδραιωμένη πια μετακόμιση στο Λος Άντζελες, μέχρι το τέλος της δισκογραφικής της εταιρείας Milk Records.
Το Creature Of Habit είναι το προϊόν μιας καταξιωμένης μουσικού που νιώθει κάπως εκτός τόπου στη μουσική βιομηχανία. Μιλώντας για τον δίσκο, η Barnett είπε «αυτό το άλμπουμ φαίνεται να έχει να κάνει με την αλλαγή — Πρόκειται για την αποδοχή της αλλαγής, αλλά και για το πένθος για τα πράγματα που έχουν αλλάξει — το χάος και τη σύγχυση όλων αυτών των συναισθημάτων». Συναισθήματα που αντανακλούν στο το Creature Of Habit, από τους ταραχώδεις ήχους στο “Great Advice” μέχρι την ιδανική ολοκλήρωση του “Another Beautiful Day”.
Ως τραγουδοποιός Barnett γενικά απλώνεται περισσότερο στα ηχοτόπια της, υπάρχουν πιο πολλές σιωπές ανάμεσα στις ενορχηστρώσεις, οι ρυθμοί είναι χαλαροί και στα κομμάτια γίνεται μεγαλύτερη επεξεργασία, δεν οδηγούνται σε ξαφνική/βιαστική ολοκλήρωση όπως συχνά συνέβαινε στο παρελθόν. Όλα αυτά δίνουν στο δίσκο μια μεγαλύτερη αίσθηση συνοχής. Ηχοχρωματικά, αυτό είναι το άλμπουμ της Barnett με τον πιο πλούσια υφή μέχρι σήμερα. Τα κομμάτια είναι χτισμένα γύρω από σταθερές δομές αντί για ξαφνικές εκρήξεις από αιχμηρά riff. Οι κιθάρες ακούγονται συνολικά πιο ζεστές και μελωδικές, χωρίς όμως να «μαλακώνουν».
Το εναρκτήριο “Stay in Your Lane” ακούγεται θολό σαν καταγραφή ενός παραμορφωμένου ονείρου με fuzz κιθάρες. Το κομμάτι διαθέτει μια δυνατή και εμφατική μελωδία, σε συνδυασμό με στίχους που εκφράζουν έννοιες αμφιβολίας. «Feels like I'm going backwards / Each day I preach my practice / And still it seems I wasn't ready for this». Λέγεται ότι το “Stay In Your Lane” γράφτηκε σε μια κρίση αναβλητικότητας, ενώ προσπαθούσε και αποτύγχανε να ολοκληρώσει ένα διαφορετικό τραγούδι, είναι δηλαδή φορτισμένο από συσσωρευμένη απογοήτευση. Στη συνέχεια ακούμε το “Wonder”, μια μελωδία που οργανικά ακούγεται τόσο θετική και διασκεδαστική, αλλά συνδυάζεται με τόσο συναισθηματικούς και συγκινητικούς στίχους. Μόλις η μελωδία αρχίσει να σε ανεβάζει, η Barnett κάνει αυτό που κάνει καλύτερα, σε παρασύρει με τον συναισθηματικά φορτισμένο, υποβλητικό στίχο της.
Ακολουθεί το “Mostly Patient”, που μοιάζει με λιτό ερωτικό τραγούδι, με το απαλό χτύπημα μιας κιθάρας να περιβάλλει τα σταθερά και χωρίς διακυμάνσεις στον τόνο στα φωνητικά της Barnett.
Στο “One Thing At A Time” η Barnett συνεργάζεται με τον Flea των Red Hot Chilli Peppers (ο οποίος έχει γεννηθεί στη Μελβούρνη, για όποιον δεν περίμενε αυτή τη συνεργασία). Οι δύο τους μοιράστηκαν τη σκηνή κατά τη διάρκεια μιας συναυλίας αφιερωμένης στην Patti Smith τον Μάρτιο του 2025. Σε αντίθεση με τα προηγούμενα τραγούδια του άλμπουμ, η Barnett ακούγεται απογοητευμένη και θυμωμένη. Το “One Thing At A Time” μοιάζει με καθαρτικό ουρανίσκου, καθώς το κομμάτι δεν εκπέμπει πολλή θλιβερή ενέργεια - μάλλον την θυμωμένη και αποκαρδιωτική άποψη της Barnett για την ανάγκη να αγκαλιάσουμε την αλλαγή στη ζωή.
Παρά το γεγονός ότι το άλμπουμ είναι γεμάτο με ευρηματικές μελωδίες, αυτό που ξεχωρίζει είναι το “Sugar Plum”. Η Barnett τραγουδάει με γαλήνη πάνω από ήρεμες κιθάρες, σε ένα κομμάτι με αρώματα Ειρηνικά, σα ν’ ακούς την Joni Mitchell να παίζει lo-fi americana.
Η ερμηνεία της Barnett είναι γενικά πιο συγκρατημένη. Αποφεύγει τις γρήγορες, τσιριχτές ατάκες, που αφθονούσαν σε προηγούμενες δουλειές της και προτιμά τις φωνητικές επαναλήψεις που ενίοτε θυμίζουν μάντρα. Οι στίχοι της αφορούν λιγότερο εξωτερικές παρατηρήσεις και αντανακλούν πιο έντονα τις μεταβολές στην συναισθηματική της κατάσταση.
Αν υπάρχει κάποια πρόκληση, αυτός είναι ένας δίσκος που απαιτεί υπομονή. Αντί να στοχεύσει στην άμεση συγκίνηση, η Barnett χτίζει τη σχέση της σε βάθος χρόνου, ξεδιπλώνοντας σταδιακά το πολυεπίπεδο ταλέντο της και αποκαλύπτοντας το συναισθηματικό της βάθος.






