Δεν είναι εύκολο να ακούς τα σπουδαία τραγούδια ενός καλλιτέχνη που χάθηκε πριν προλάβει να τον "αναγνωρίσει" κανείς. Υπάρχει κάτι σχεδόν άδικο σε αυτή τη σιωπή που ακολούθησε. Ο Jackson C. Frank έγραψε μερικά πανέμορφα τραγούδια που δεν ζητούσαν προσοχή, την απέφευγαν κιόλας θα μπορούσαμε να πούμε, σαν να ήξεραν ότι ο κόσμος δεν ήταν φτιαγμένος για να τα αντέξει. Ο μοναδικός του δίσκος, το 1965, με την παραγωγή του Paul Simon, δεν έγινε ποτέ ΤΟ μουσικό γεγονός. Έμεινε κάτι πιο υπόγειο, μια αργή διαρροή μέσα στα χρόνια, που βρήκε τον δρόμο της σε άλλες φωνές, σε άλλες ζωές. Κι εκεί, ανάμεσα σε σκιές όπως η Sandy Denny ή ο Nick Drake, ο Frank συνέχισε να υπάρχει όχι ως κεντρική μορφή, αλλά σαν μια μεγάλη απώλεια που σταθερά επέμενε στη δική της αλήθεια.
Ο Jackson C. Frank γεννήθηκε το 1943 στο Buffalo της Νέας Υόρκης, αλλά η ζωή του δεν ξεκίνησε ποτέ «κανονικά». Στα έντεκά του, μια έκρηξη στο σχολείο του έκαψε το μισό του σώμα και σκότωσε δεκαπέντε παιδιά, ανάμεσά τους και την πρώτη του αγάπη. Έμεινε μήνες στο νοσοκομείο, με το σώμα του να ξαναχτίζεται πρόχειρα και την ψυχή να μένει σταθερά εκτεθειμένη. Εκεί, στην ανάρρωση, του έδωσαν μια κιθάρα κι αυτό ήταν σαν να του έδωσαν το καλύτερο δώρο για να μπορέσει να επιβιώσει χωρίς να το ξέρουν.
Μεγάλωσε με ένα κουτσό περπάτημα και μια μόνιμη εσωτερική αστάθεια, ανάμεσα σε προσπάθειες να γίνει δημοσιογράφος και σε μικρές εμφανίσεις σε καφέ και γκαλερί, όπου έκρυβε το άγχος του πίσω από αμήχανο χιούμορ. Στα 21 του πήρε μια μεγάλη αποζημίωση για το ατύχημα και τη σπατάλησε σαν να μην υπήρχε αύριο. Αγόρασε αυτοκίνητα, χάθηκε σε ξέφρενες νύχτες, και το 1965 έφυγε για την Αγγλία κυνηγώντας κάτι που δεν είχε ακόμα όνομα. Εκεί θα ηχογραφήσει και τον μοναδικό του δίσκο. Μετά, όμως, η ζωή του θα αρχίσει να ξεθωριάζει ξανά, αργά, σχεδόν αθόρυβα, σαν κάποιο τραγούδι του που δεν πρόλαβε να ολοκληρωθεί.
Το 1965, στο Λονδίνο, η folk σκηνή τότε ακόμη έβραζε χωρίς να ξέρει τι ακριβώς πρόκειται να γεννήσει. Εκεί ο Jackson C. Frank ηχογράφησε τον μοναδικό του δίσκο, σε παραγωγή του Paul Simon. Έξι ώρες όλες κι όλες. Ήξερε, μάλλον, ότι δεν θα υπάρξει δεύτερη ευκαιρία. Κι όμως, ακόμη κι εκεί, κρυβόταν πίσω από παραβάν για να μη τον βλέπουν οι άλλοι. «Δεν μπορώ να παίξω όταν με κοιτάνε», έλεγε. Και κάπως έτσι, μέσα από αυτή την αμηχανία, γεννήθηκε το "Blues Run the Game", ένα τραγούδι που δεν έγινε ποτέ δικό του με τον συμβατικό τρόπο, αλλά ταξίδεψε σε φωνές όπως των Simon & Garfunkel, του Bert Jansch, του Nick Drake και αργότερα του Mark Lanegan, σαν κάτι που αρνείται να ανήκει σε έναν μόνο άνθρωπο.
Κι όμως, αυτή η σύντομη φωτεινή στιγμή δεν κράτησε. Το 1966 η ψυχική του κατάσταση άρχισε να καταρρέει με τρόπο σχεδόν βίαιο, σαν να έσπασε κάτι που κρατιόταν οριακά όρθιο. Νοσηλεύτηκε, σταμάτησε να γράφει, έχασε κάθε πρόσβαση σε εκείνη τη λεπτή ισορροπία που έκανε τα τραγούδια του να στέκονται. Όταν επέστρεψε αργότερα στην Αγγλία, οι φίλοι του έβλεπαν έναν άλλον άνθρωπο. Όχι απλώς πιο σκοτεινό, αλλά σχεδόν απροσπέλαστο. Τα τραγούδια έγιναν πιο σκληρά, πιο θορυβώδη, γεμάτα εσωτερικό πανικό, σαν να είχαν χάσει τη μελωδία που τα κρατούσε. Και κάπου εκεί, χωρίς κάποια μεγάλη έξοδο, χωρίς σκηνή ή αποχαιρετισμό, ο Frank άρχισε να εξαφανίζεται ξανά. Αυτή τη φορά όχι από τη μουσική, αλλά από τον ίδιο του τον εαυτό.
Ο Mick Harvey και η Amanda Acevedo δεν πλησιάζουν τον Jackson C. Frank με σεβασμό. Ευτυχώς... Τον πλησιάζουν όπως πλησιάζεις κάτι εύθραυστο που έχει ήδη σπάσει, χωρίς ψευδαισθήσεις ότι μπορείς να το επαναφέρεις.
Έτσι, ξεκινάς νομίζοντας ότι πρόκειται να ακούσεις διασκευές, αλλά από την αρχή το μεγαλείο των τραγουδιών, ίσως και το ίδιο το φάντασμα του Jackson C. Frank φαίνεται να σηκώνει το κεφάλι από το 1965, χωρίς να στοιχειώνει, παραμένει φάντασμα, και το δίδυμο δεν προσπαθεί να τον "αναστήσει", τον αφήνει να περιφέρεται, να διαρρέει μέσα από τις φοβερές ενορχηστρώσεις, σαν καπνός που δεν είσαι σίγουρος αν είναι από το δωμάτιο ή από κάποιο παιχνίδι του μυαλού σου.
Ο Mick Harvey δουλεύει όπως πάντα με μια σχεδόν τελετουργική πειθαρχία. Κάθε ήχος μοιάζει τοποθετημένος σαν αντικείμενο σε δωμάτιο που έχει ήδη εγκαταλειφθεί. Και μετά έρχεται η Acevedo για να αιωρηθεί με τη φωνή της να μην πατάει πουθενά. Κάτι ανάμεσα σε ανάμνηση και έναν ψίθυρο που της είπε το φάντασμα στον ύπνο της
Όπως σε πολλά folk άλμπουμ έτσι κι εδώ, όλα τα τραγούδια ισορροπούν σε αυτήν τη λεπτή γραμμή όπου η μουσική σταματά να είναι αφήγηση και γίνεται μια άλλη πιο συναισθηματική κατάσταση. Ταυτόχρονα, όμως, εδώ υπάρχει και κάτι πιο σκοτεινό. Εκείνη η βραχνή αλήθεια ότι κανένα τραγούδι δεν μπορεί να σε σώσει. Απλώς σε συνοδεύει. Η παραγωγή του άλμπουμ είναι απλωμένη γεωγραφικά από τη Μελβούρνη μέχρι το Λος Άντζελες και τη Χιλή, δίνει στους μουσικούς χώρο να δοκιμάσουν σαλόνια που έγιναν στούντιο, σκιές από μελαγχολικά απογεύματα, τριξίματα σε ξύλινα πατώματα, ενορχηστρώσεις που δίνουν ένα άλλο μεγαλείο στις συνθέσεις του Frank. Tα τραγούδια εδώ έχουν άλλον όγκο. Δεν είναι πια μόνο κιθάρες και φωνές, όπως στα πρωτότυπα του Frank. Είναι σκιές που αποκτούν σώμα.
Ναι, μπορεί να υπάρχει κάτι σχεδόν ειρωνικό σε όλο αυτό, αφού ξεκίνησε σαν ένα τυχαίο tribute project και κατέληξε σε έναν δίσκο που δεν μοιάζει με tribute σε κανέναν. Ίσως γιατί, τελικά, δεν μιλά για τον Frank, αλλά για εκείνο το σημείο όπου η επιρροή παύει να είναι αναφορά και γίνεται μια σαφής, εσωτερική γλώσσα.
Δεν υπάρχει κανένας λόγος να ξεχωρίσεις τραγούδια εδώ μέσα, σαν να κάνεις λίστα ή να μετράς στιγμές. Αυτός ο δίσκος δεν λειτουργεί έτσι. Λειτουργεί σαν μια ενιαία ρωγμή στο χρόνο που ανοίγει και σε τραβάει μέσα της. Κάντε μια μικρή χάρη στον εαυτό σας: αφήστε τα κομμάτια να κυλήσουν χωρίς διακοπές, χωρίς skip, χωρίς την ανάγκη να «κρατήσετε» κάτι συγκεκριμένο. Υπάρχει ακόμη αυτή η παλιά, σχεδόν ξεχασμένη ιεροτελεστία του να δίνεσαι ολόκληρος σε έναν δίσκο. Αν το κάνεις εδώ, το άλμπουμ αυτό δεν θα σε ανταμείψει με εύκολο τρόπο. Αλλά δεν θα σε προδώσει ποτέ και γι' αυτό θα επιστρέφεις σε αυτό όλο και πιο συχνά.






