Με μια σταθερή «στέγη» στην Kranky, ο Mark Nelson δημιουργεί ως Pan American από το 1997, σαν κάποιος που βρήκε έναν χώρο και τον μετέτρεψε σε εργαστήριο του χρόνου. Εκεί απέκτησε την ελευθερία να εξερευνήσει τη σχέση ρυθμού και ambient με τρόπους που οι Labradford, όσο κι αν άνοιξαν δρόμους, τελικά δεν μπόρεσαν να αντέξουν. Ο Nelson δουλεύει τον ρυθμό όχι σαν δομή, αλλά σαν αφετηρία. Από εκεί ξετυλίγει στρώματα κιθάρας και πλήκτρων, με μια σχεδόν σωματική αγάπη για τη ζεστασιά και τη ροή της dub. Το αποτέλεσμα είναι ένας ήχος λιγότερο «καθαρός» και πιο ανήσυχος, πρόθυμος να ξεφύγει από τα όρια της ambient και να λερωθεί λίγο με τον κόσμο.
Στη διαδρομή του έχει συναντήσει πολλούς: από τον Robert Donne και τον Carter Brown των Labradford, μέχρι τον Rob Mazurek, τον Alan Sparhawk και την αείμνηστη Mimi Parker των Low, και πριν λίγο καιρό τον Steven Hess των Locrian. Κάθε συνεργασία του μοιάζει με μικρή μετατόπιση, σαν να αλλάζει ελαφρώς η γωνία θέασης.
Το Fly the Ocean in a Silver Plane, η πιο πρόσφατη κυκλοφορία του, διαφοροποιείται από τα προηγούμενα έργα, καθώς γεννήθηκε με περισσότερη λογισμική βοήθεια αυτή τη φορά. Είναι ένας δίσκος που όσο κυλάει τόσο πιο πολύ ανοίγεται και θα μπορούσαμε να πούμε, ότι παρά το ambient περιτύλιγμα του, είναι μια από τις πιο προσβάσιμες δουλειές του μέχρι σήμερα. Μελαγχολικό ναι, σε συγκινητικό επίπεδο μάλιστα, μοιάζει σαν να άφησε για λίγο την εσωστρέφεια και άνοιξε μια πόρτα, όχι διάπλατα, αλλά όσο χρειάζεται για να μπεις και να ζήσεις στον ηχητικό του κόσμο. Εδώ ο πρώην ηγέτης των Labradford στέκεται ξανά μετέωρος στον χρόνο και την υπομονή. Ειδικότερα, σε εκείνη την ανάγκη να αφήνεις τα κομμάτια να αναπνεύσουν, να βρουν μόνα τους τη διαδρομή τους. Είναι αυτή η κρυφή γοητεία που κάνει κάθε κυκλοφορία των Pan-American να διαφέρει από την προηγούμενη.
Στο ένατο προσωπικό του ως Pan American, ο Nelson δοκιμάζει νέες μεθόδους, με βασικότερη τη χρήση του Ableton Live, που τον φέρνει πιο κοντά σε εκείνους τους "green room" ήχους που έχουν καθιερώσει οι Purelink τα τελευταία χρόνια, όπως φαίνεται ήδη από το glitchy, και τόσο όμορφα αποπροσανατολιστικό "Entrance to Afterlife". Είναι ένα από τα πολλά νέα νήματα που υφαίνει στο ηχητικό του σύμπαν. Από το εναρκτήριο "Silver Plane, Now Boarding" μέχρι το "Silver Tramway (In Snow)", ξεδιπλώνει πολυδιάστατα περάσματα, όπου λαμπερές συγχορδίες, διακριτικές κιθάρες και αιθέρια field recordings μπλέκονται με έναν σχεδόν μυστηριακό τρόπο. Το αποτέλεσμα είναι τόσο πυκνό και πολυεπίπεδο που μοιάζει με μια αργή, εσωτερική προβολή του ίδιου του νου.
Ίσως γι’ αυτό το άλμπουμ χρειάζεται χρόνο για να «καθίσει» μέσα σου. Η υπομονή που πάντα ζητούσε ο Nelson από τον εαυτό του, τώρα απαιτείται και από τον ακροατή.
Εμπνευσμένο αρχικά από δύο τραγούδια – το "You Belong to Me" της Jo Stafford και το "Promised Land" του Chuck Berry – το άλμπουμ κουβαλά και μια έντονα προσωπική διάσταση. Το εξώφυλλο, μια φωτογραφία της μητέρας του που ανακάλυψε μετά τον θάνατό της, προσθέτει ένα συναισθηματικό βάρος που διαπερνά τις συνθέσεις. Οι τίτλοι λειτουργούν σαν σημεία αναφοράς, αλλά και σαν σπίθες μνήμης για όποιον έχει χάσει κάποιον κοντινό του άνθρωπο. Παρά τη μεταλλική του οξύτητα, το "Death Cleaning" κρύβει ένα κενό, που δεν εξισορροπείται εύκολα ούτε από το ονειρικό "Heaven’s Waiting Room" (ίσως την πιο καθαρτική στιγμή του δίσκου) ούτε από την συναισθηματική ένταση που σε διαλύει αργά, από μέσα προς τα έξω.
Υπάρχουν στιγμές που θυμίζουν το παρελθόν του, όπως το εξαιρετικό "Desert Under the Bridge", που φέρνει στο μυαλό τους Labradford. Αλλά συνολικά, όπως πάντα, ο Nelson κινείται προς νέες περιοχές. Τα "Honeyman-Scott" και "Taxi to the Terminal" απλώνονται σαν διαλογιστικά ηχητικά τοπία. Το ίδιο και το "A Window in the Strings", με τις pedal steel αποχρώσεις του, που ενσωματώνουν ένα ιδιότυπο ambient post-country στοιχείο. Όλα οδηγούν στο φινάλε "Golden Gate, Silver City", ένα κομμάτι που θυμίζει νυχτερινή παρατήρηση άστρων πάνω από έρημα τοπία, με τη φωνή της Mallory Linnehan (Chelsea Bridge) να προσθέτει μια λυτρωτική τρυφερότητα.
Λίγοι καλλιτέχνες κινούνται έτσι, σαν να αλλάζουν μορφή μέσα στο ίδιο τους το όνειρο, όσο ο Nelson. Από την ασκητική σιωπή των Labradford μέχρι το φως που μπαίνει σιγά-σιγά μέσα στις συνθέσεις του, η διαδρομή του μοιάζει με μια νυχτερινή πορεία ανάμεσα σε σκιές που δεν σε απειλούν πια και σε λάμψεις που δεν σε τυφλώνουν. Το Fly the Ocean in a Silver Plane είναι σαν μια αργή ανάδυση. Μια όμορφη και γεμάτη ανάσα. Χωρίς καμία κορύφωση, αλλά με μπόλικη επιμονή. Με μια λεπτότητα που απλώνεται σαν ομίχλη, υφές που γλιστρούν η μία μέσα στην άλλη, και μια υπομονή σχεδόν τελετουργική, σαν να περιμένεις κάτι να φανεί χωρίς να το πιέζεις. Μέσα σε αυτή τη θολούρα, ο Nelson δεν ψάχνει ξεκάθαρες απαντήσεις. Στήνει μικρές νησίδες ηρεμίας, τόπους που δεν υπάρχουν στον χάρτη αλλά τους αναγνωρίζεις αμέσως. Και κάπως έτσι, χωρίς να το διαφημίζει, το έργο του συνεχίζει να αντέχει. Όχι επειδή αντιστέκεται στον χρόνο, αλλά επειδή τον αφήνει να περάσει από μέσα του.






