Οι Landowner από τη Μασαχουσέτη παίζουν τραχύ καθαρό μινιμαλιστικό punk. Ο τραγουδιστής Dan Shaw ξεκίνησε το συγκρότημα το 2015, γράφοντας και ηχογραφώντας το ντεμπούτο του project, Impressive Almanac, με έναν μικρό ενισχυτή εξάσκησης και ένα drum machine σε laptop. Ο Shaw άνοιγε ένα νέο αρχείο, επέλεγε ένα pattern από κάποιοπ drum machine και έγραφε μια καρικατούρα hardcore τραγουδιού χωρίς παραμόρφωση. Αυτή η τεχνική σύνθεσης οδήγησε σε μια αιχμηρή, αλλά καλαίσθητη δική του εκδοχή του post-punk. Ενώ οι συνομήλικοί του επεδίωκαν τη μέγιστη ένταση φωνάζοντας για τον καπιταλισμό πάνω από θορυβώδεις κιθάρες, ο Shaw αφαιρούσε πετάλια distortion, crash πιατίνια, τελικά ακόμη και το drum machine, για να διαμορφώσει τον ήχο της μπάντας.
Η αρχική ιδέα του Shaw ήταν ένα επινοημένο είδος που ονόμασε "weak d-beat", σχεδιασμένο να ακούγεται σκόπιμα παράλογο, «σαν οι Antelope να διάβαζαν την παρτιτούρα των Discharge».
Όταν ο Shaw συνάντησε τα τωρινά μέλη του συγκροτήματος το 2017, όλοι μαζί μετέφεραν αυτά τα πρώιμα πειράματα αυτοσυγκράτησης, μινιμαλισμού και καρικατούρας hardcore σε ένα ζωντανό σχήμα. Αυτό έδωσε στους Landowner ένα μοναδικό σύνολο “κανόνων”: οι κιθάρες “παίζονται” δυνατά χωρίς παραμόρφωση ή εφέ, η ρυθμική βάση είναι σφιχτή, γρήγορη και επαναληπτική, και οι δομές των τραγουδιών αφήνουν χώρο για στίχους που σχολιάζουν τα παγκόσμια συστήματα και τα σκοτεινά παράλογα της ζωή.
Το Assumption είναι το πέμπτο άλμπουμ του συγκροτήματος. Ηχητικά, αποτυπώνει τη ζωντάνια και την ένταση των live εμφανίσεών τους. Ο τίτλος του άλμπουμ συμπυκνώνει τα πολυεπίπεδα θέματα του: κάνουμε υποθέσεις, προσλαμβάνοντας πληροφορίες στο διαδίκτυο μέσα από έναν καταιγισμό αποσπασματικών τίτλων και αποκομμένων συμφραζομένων, και καταλήγουμε γρήγορα σε συμπεράσματα ή αφήνουμε την τεχνητή νοημοσύνη να σκέφτεται για εμάς.
Μέσα στους Landowner σίγουρα υπάρχουν οι Devo, οι Fall και οι Wire. Υπάρχει, όμως, πλέον και η δική τους μουσική ταυτότητα, η οποία έχει φτάσει σε ένα επίπεδο δεσίματος που έρχεται με την άνεση των χρόνων κοινής πορείας και μπορεί να ακούγεται και τεχνικά ακριβής και πλήρως ανθρώπινη. Το άλμπουμ αυτό μάλιστα, ίσως αποτελεί την πιο συνεκτική και ολοκληρωμένη δουλειά τους μέχρι σήμερα.
Στο Assumption, οι Landowner κάνουν αυτό που κάνουν πάντα: εκτοξεύουν 90-δευτερόλεπτες εκρήξεις υπερενεργητικού punk, με κιθάρες δυνατές και ο Dan Shaw φωνάζει μανιασμένα για ΑΙ "αφεντικά" και ακριβά ενοίκια. Δώδεκα κομμάτια γεμάτα ουσία, ένα επινοημένο είδος ("weak d-beat") και η υποψία ότι οι Uranium Club κάπου στη Μασαχουσέτη αυτή τη στιγμή νιώθουν ταυτόχρονα κολακευμένοι και ελαφρώς να απειλούνται.
Το ομώνυμο -σχεδόν instrumental- κομμάτι ανοίγει τον δίσκο με ένα επιθετικά επαναληπτικό rhythm section, μια lead κιθάρα που σταδιακά συγχρονίζεται και λίγους απλούς στίχους που θέτουν το θέμα της “υπόθεσης”: "Your assumption has begun". Ο ηχολήπτης Brett Nagafuchi και ο μπασίστας Josh συνεργάστηκαν στο αρχικό synth, παίρνοντας τη μελωδία της κιθάρας από το "Linear Age" και κάνοντάς τη να ακούγεται σαν μεσαιωνικός κήρυκας που ανοίγει τον δίσκο, πράγμα που ενέπνευσε και το μικρό σχέδιο με τους τρομπετίστες στο εξώφυλλο. Νευρικό post-punk με κρυμμένα συνθεσάιζερ που θυμίζουν πνευστά και μακρινές, σχεδόν τυχαίες συνομιλίες. Οι "θρασείς" κιθάρες των Elliot Hughes και Jeff Gilmartin στα κουπλέ του "Bow to Your Superior" απλώνονται σε ένα ρεφρέν συνεχούς διάσπασης, ενώ το “κοχλάζον” μπάσο του Joshua Owsley στο "Enemy Attack" θυμίζει μια τρελή διαδρομή στη Βρετανία της δεκαετίας του ’70.
Σύμφωνα με το προωθητικό υλικό του νέου άλμπουμ, η αρχική κατευθυντήρια ιδέα των Landowner ήταν το "weak d-beat", και πράγματι υιοθετούν μια hardcore στάση στο βασικό single "Rival Males". Ωστόσο, το 90-δευτερολέπτων κομμάτι έχει επίσης μια λεπτεπίλεπτη, σχεδόν "sock-hop" αίσθηση, δημιουργώντας μια ελαφριά, χορευτική, σχεδόν χαριτωμένη ρετρό αίσθηση που έρχεται σε αντίθεση με την επιθετική χροιά του Dan Shaw.
Το "Expensive Rent" περιστρέφεται αργά γύρω από ένα επαναλαμβανόμενο τριπλό ήχο σε έναν μελαγχολικό, αλλά ρομαντικό βαλς. Έπειτα έρχεται το "Uninhabitable", που κινείται μυστηριωδώς μέσα σε μια απαλή ομίχλη, θυμίζοντας Slint. Οι post-punk μπάντες σπάνια αντιμετωπίζουν τόσο δύσκολες δοκιμασίες όσο τα αργά τραγούδια και οι Landowner επιλέγουν να δοκιμαστούν σε τρία κομμάτια και σε αυτό το επίπεδο. Στο "Slippery Abyss" ο γρήγορος ρυθμός εναλλάσσεται με πιο σοβαρές, στοχαστικές στιγμές.
Το "Parapet Wall" ανοίγει τη δεύτερη πλευρά του δίσκου, σαν “instrumental punk πάνω στον Philip Glass”, κάτι σαν ιντερλούδιο ή εισαγωγή δεύτερης πράξης. Η ιδέα ήταν απλή: παύση στη μέση και επανάληψη όλου του κομματιού με στίχους τη δεύτερη φορά. Το "Unboxing" είναι ένα υπνωτικό, εφιαλτικό κομμάτι που θυμίζει μουσική video game, όπως αναφέρουν οι ίδιοι. Οι στίχοι μιλούν για μια “μολυσμένη φύση” πάνω σε κιθάρες που παίζουν συνεχώς το ίδιο riff.
Στο "Slippery Abyss" συναντάς μια μεσαιωνική αίσθηση, ένα σκοτεινό fantasy σύμπαν: ένας οικολόγος χαμένος σε κατακόμβες. Το "Normal Returns to Normal" κλείνει τον δίσκο με μια ιδέα ελπίδας, βασισμένης στη θεωρία ότι τα πράγματα συνήθως εξελίσσονται διαφορετικά απ’ ό,τι φοβόμαστε.
Ένας από τους σημαντικότερους περιορισμούς που έθεσαν κατά την ηχογράφηση του Assumption οι Landowner ήταν ότι ο ντράμερ Josh Daniel απαλλάσσεται από τα καθήκοντα παραγωγού που είχε για χρόνια κι έτσι μπορούσε απερίσπαστος να αφοσιωθεί στον ρόλο του. Αντί γι’ αυτό, ταξίδεψαν σε ένα απομονωμένο στούντιο-καμπίνα του Brett Nagafuchi στο Βερμόντ, μέσα σε ένα λιβάδι με αγριολούλουδα, και δούλεψαν πάνω στις προτάσεις του Brett που ήταν ο βασικός ηχολήπτης.
Εκεί κατέγραψαν την ένταση των live εμφανίσεών τους, μετέτρεψαν την ηχογράφηση σε καλλιτεχνικό έργο και την “καθάρισαν” σχολαστικά. Μπάσο και ντραμς ηχογραφήθηκαν ζωντανά στο στούντιο, ο Daniel, χωρίς να μοιράζει την προσοχή του, εμβάθυνε στην τεχνική του, κάτι που φαίνεται στους ασταμάτητους ρυθμούς του "Rival Males" και στο σταδιακό άνοιγμα του hi-hat στο "Normal Returns to Normal". Οι κιθάρες, αντίθετα, ηχογραφήθηκαν στο σπίτι κατευθείαν σε υπολογιστή, “τακτοποιήθηκαν” ψηφιακά και στάλθηκαν στον Nagafuchi, ο οποίος πέρασε το σήμα μέσα από τους ενισχυτές της μπάντας και κατέκλυσε τον χώρο. Πρόκειται για ένα μηχανικά επεξεργασμένο punk, ικανό να κινείται με μεγαλύτερη ακρίβεια.
Λίγες εβδομάδες αργότερα, οι Landowner επέστρεψαν για να ηχογραφήσουν ξανά κάποια κομμάτια, εξ ου και η διπλή αίσθηση ακρίβειας και εκρηκτικής ενέργειας που επικρατούν στο άλμπουμ.
Hardcore όχι παραδοσιακό, art-punk, ειρωνεία, σάτιρα, spoken φωνητικά με μια δόση παράνοιας, καθαρές κιθάρες, νευρικός ρυθμός, μινιμαλισμός, ταχύτητα, ένταση, ακρίβεια. Κι όλα αυτά ηχογραφημένα μέσα σε ένα λιβάδι με αγριολούλουδα και αστείρευτη ενέργεια. Μην παραλείψετε να βάλετε το Assumption να παίξει δυνατά.






