Anna Calvi

Η Anna Calvi επιστρέφει με ένα EP που λειτουργεί σαν την αρχή μιας αφήγησης που θα ξεδιπλωθεί σταδιακά σε τρία μέρη. Το Is This All There Is? ανοίγει αυτή την τριλογία με τρόπο διακριτικό αλλά ουσιαστικό: με τέσσερα τραγούδια που μοιάζουν με μικρές σκηνές, με χαρακτήρες και εσωτερικές εντάσεις, όπου κάτι μετακινείται συνεχώς χωρίς να γίνεται αμέσως αντιληπτό. Εδώ η έμφαση δεν δίνεται στην ποσότητα αλλά στη λεπτομέρεια. Η παραγωγή είναι μετρημένη, χωρίς περιττές κινήσεις. Οι κιθάρες της Calvi παραμένουν αιχμηρές και δραματικές, αλλά δεν καταλαμβάνουν τον χώρο. Αντίθετα, αφήνουν κενά, και μέσα σε αυτά τα κενά γεννιέται η ένταση. Οι ρυθμοί επαναλαμβάνονται με μια σχεδόν υπνωτική επιμονή, δημιουργώντας μια αίσθηση σταθερότητας που όμως δεν γίνεται ποτέ πραγματικά καθησυχαστική.

Οι συνεργασίες λειτουργούν οργανικά μέσα σε αυτό το πλαίσιο. Με τον Iggy Pop, οι δύο φωνές μοιάζουν να ανήκουν σε διαφορετικές χρονικές στιγμές της ίδιας σκέψης. Η δική του κουβαλά μια φθορά, μια αποδοχή, ενώ η Calvi ακούγεται πιο ανήσυχη, σαν να βρίσκεται ακόμα στη διαδικασία αναζήτησης. Το τραγούδι δεν οδηγείται σε μια σαφή κορύφωση αλλά, κρατά μια ένταση που μένει μετέωρη.

Η Laurie Anderson φέρνει μια πιο αφαιρετική διάσταση. Το "Computer Love" των Kraftwerk ακούγεται σχεδόν γυμνό, με τη φωνή της να κινείται ανάμεσα σε ομιλία και τραγούδι, πάνω σε μια λιτή ηλεκτρονική βάση. Η Calvi κρατά αποστάσεις, αφήνοντας χώρο στο κομμάτι να αναπνεύσει, και αυτό το κάνει να ακούγεται πιο εύθραυστο.

Στο "I See Α Darkness" του Will Oldham, μαζί με τον Perfume Genius, η ατμόσφαιρα βαραίνει. Οι φωνές τους δεν εναρμονίζονται πλήρως, και αυτή η μικρή ασυμφωνία δίνει βάθος στο τραγούδι. Η κιθάρα επιμένει στο βάθος, σαν μια σταθερή υπενθύμιση ότι η ένταση δεν εξαφανίζεται, απλώς αλλάζει μορφή.

Το ομώνυμο κομμάτι με τον Matt Berninger είναι ίσως το πιο άμεσο σημείο του EP. Οι δύο φωνές στέκονται δίπλα-δίπλα, χωρίς να συγχρονίζονται πλήρως, δημιουργώντας μια αίσθηση οικεία αλλά και ελαφρώς αμήχανη. Σαν δύο άνθρωποι που μοιράζονται την ίδια σκέψη, αλλά τη βιώνουν διαφορετικά. Η ενορχήστρωση παραμένει συγκρατημένη, αφήνοντας χώρο στο συναίσθημα να περάσει χωρίς να πιέζεται.

Η Calvi προσεγγίζει αυτό το έργο ως μέρος μιας μεγαλύτερης διαδρομής. Η τριλογία που έχει σχεδιάσει περιστρέφεται γύρω από την ταυτότητα ως κάτι που μεταμορφώνεται, ιδιαίτερα μέσα από την εμπειρία της αγάπης και της μητρότητας. Αυτό το πρώτο μέρος μοιάζει περισσότερο με εισαγωγή: θέτει τα ερωτήματα, χαρτογραφεί το έδαφος, χωρίς να επιχειρεί να δώσει απαντήσεις. Είναι εσωτερικό, συγκρατημένο, σχεδόν διστακτικό, κάτι που πιθανότατα θα αντιπαρατεθεί με πιο εξωστρεφείς κινήσεις στη συνέχεια. Σε επίπεδο παραγωγής, αυτή η συγκράτηση είναι συνειδητή. Σε σχέση με το Hunter (2020), όπου η ένταση ξεχείλιζε, εδώ τα πάντα λειτουργούν με μεγαλύτερη ακρίβεια. Λίγα στοιχεία, καθαρά τοποθετημένα: κιθάρα, φωνή, προγραμματισμένα beats, διακριτικά ηλεκτρονικά στρώματα. Η χρήση του χώρου είναι καθοριστική: τα κενά δεν είναι απών, αλλά μέρος της σύνθεσης.

Η μίξη αποφεύγει να φέρει τη φωνή σε πρώτο επίπεδο. Συχνά οι ερμηνείες ακούγονται ελαφρώς απομακρυσμένες, δημιουργώντας μια αίσθηση απόστασης που ενισχύει τη θεματική του EP. Στα ντουέτα, οι φωνές παραμένουν διακριτές μέσα στο στερεοφωνικό πεδίο, χωρίς να συγχωνεύονται πλήρως. Με τον Matt Berninger οι δύο φωνές κινούνται δίπλα-δίπλα χωρίς να ενώνονται πλήρως, ενώ με τον Iggy Pop η διαφορά φαίνεται κυρίως στον χαρακτήρα της φωνής του, που μένει τραχιά και ανεπεξέργαστη. Η δυναμική παίζει επίσης σημαντικό ρόλο. Τα τραγούδια δεν κορυφώνονται με τον αναμενόμενο τρόπο. Η ένταση αυξάνεται μέσα από μικρές μεταβολές: μια κιθάρα που γίνεται πιο έντονη, ένα ρυθμικό μοτίβο που βαραίνει, μια φωνή που σπάει ελαφρώς. Αυτή η προσέγγιση κάνει τις λίγες κορυφώσεις να μοιάζουν οργανικές, όχι επιβεβλημένες.

Η εμπειρία της Calvi από τη δουλειά της στο Peaky Blinders και τη συνεργασία της με τον Robert Wilson είναι εμφανής στον τρόπο που χτίζει τα κομμάτια. Δεν είναι απλώς τραγούδια, αλλά μικρές σκηνές, με αίσθηση χώρου και κατεύθυνσης. Οι συνεργάτες της λειτουργούν σαν φωνές μέσα σε αυτό το σύμπαν, όχι ως προσθήκες εντυπωσιασμού. Έτσι, το Is This All There Is? δεν προσπαθεί να δώσει κάποια τελική εικόνα. Λειτουργεί ως σημείο εκκίνησης, αλλά ταυτόχρονα στέκεται και μόνο του. Είναι ένα έργο που βασίζεται σε μικρές μετατοπίσεις, σε λεπτομέρειες που αποκαλύπτονται σταδιακά. Και ίσως αυτή να είναι η δύναμή του: δεν ζητά άμεση εντύπωση, αλλά αφήνει κάτι να μείνει και να επιστρέφει αργότερα, πιο καθαρά.

 

Ακολούθησε το Avopolis Network στο Google News

 

Διαβάστε Ακόμα

Featured