Άργησα αρκετά να αφιερώσω τον χρόνο που πρέπει σε έναν τέτοιο δίσκο. Κυρίως γιατί ένας δίσκος Neurosis απαιτεί πλήρη συγκέντρωση και αφοσίωση. Δεν μπορώ να με φανταστώ να τον ακούω αποσπασματικά. Πρέπει να είμαι δοσμένος ψυχή τε και σώματι. Όταν όμως το έκανα, ή πρώτη πλήρης ακρόαση του An Undying Love For A Burning World μοιάζει με επιστροφή σε έδαφος γνώριμο. Οι Neurosis παραμένουν αρχιτέκτονες της βαρύτητας, όμως ο τρόπος που οργανώνουν τον χώρο, τον χρόνο και την ένταση δείχνει ένα συγκρότημα που έχει περάσει μέσα από ρήξεις, καλλιτεχνικές και ανθρώπινες και επέλεξε να τις ενσωματώσει αντί να τις κρύψει.
Φυσικά δεν θα ήταν η πρώτη φορά που οι Neurosis αλλάζουν τον ήχο τους. Εξελίχθηκαν από crust punk στα 80s, σταδιακά αλλάζοντας μέχρι να καταλήξουν στον μοναδικό τους ήχο που που συγχέει μαζί τόσο sludge, doom αλλά και πιο πειραματικά στοιχεία και τους έχει τοποθετήσει ως μια από τις πιο εμβληματικές post-metal μπάντες παγκοσμίως. Για δεκαετίες, η ομάδα βασιζόταν στη δημιουργική αλληλεπίδραση των ιδρυτικών μελών, κυρίως του Scott Kelly, του Steve Von Till, του Dave Edwardson, του Jason Roeder και του Noah Landis. Όμως από το 2019 η μπάντα σταμάτησε να δουλεύει με τον Scott Kelly, αφότου αποκαλύφθηκαν σοβαρές πράξεις κακοποίησης που είχε διαπράξει κατά της οικογένειάς του. Έτσι λοιπόν ο χρόνος πάγωσε περίπου 10 χρόνια πριν, όταν το 2016 κυκλοφόρησαν τον τελευταίο τους δίσκο, το Fires Within Fires. Έτυχε και εκείνος ο δίσκος συνέπεσε στο απόγειο του fandom μου με την μπάντα. Μια εποχή που θεωρούσα το Through Silver in Blood το δώρο των θεών στον άνθρωπο (ακόμα το κάνω), οπότε και τιμήθηκε δεόντως με δεκάδες ακροάσεις και φυσικά μου κρατάει συντροφία μέχρι και σήμερα. In retrospect όμως, οφείλω να βγάλω τα οπαδικά γυαλιά και να αναγνωρίσω πως τα 2010s δεν ήταν η καλύτερη δεκαετία για τους Neurosis. Σημάδια κατιούσας είχαν αρχίσει να φαίνονται ήδη από το Honor Found in Decay, το οποίο ακολούθησε ουσιαστικά 7 δίσκους (και το Locust Star) που όρισαν με τον δικό τους τρόπο το είδος. Προσωπικά επίσης, θεωρούσα βλακωδώς πως οι Neurosis είναι ο Scott, και ο Scott είναι η οι Neurosis. Οπότε μετά χαράς έκλεισα την ταφόπλακά τους όταν έμαθα για το ποιόν του. Ένας αναγκαστικός και δύσκολος συμβιβασμός. Έλα όμως που δεν θα μπορούσα να κάνω περισσότερο λάθος.
Το δωδέκατο πόνημά τους, με την προσθήκη του λατρεμένου Aaron Turner όχι μόνο ήρθε από το πουθενά σαν κεραυνός εν αιθρία αλλά προς μεγάλη μου έκπληξη είναι και ένας από τους πιο μεγαλειώδεις δίσκους της καριέρας τους. Ο Aaron γνωστός ως ο βασικός πυρήνας των post metal θρύλων ISIS, με συμμετοχή σε εμβληματικές μπάντες του χώρου όπως οι φοβεροί Old Man Gloom και οι Sumac, όπως επίσης και ιδιοκτήτης της αδικοχαμένης Hydra Head Records. Η παρουσία του επηρεάζει ουσιαστικά τόσο τη φωνητική και κιθαριστική κατεύθυνση. Η χροιά του και τα growls του είναι βαθιά, με ελεγχόμενο βραχνάρισμα του μεταφέρει κόπωση και αποφασιστικότητα ταυτόχρονα. Χαίρομαι ιδιαίτερα που δεν μοιάζει να επιχειρεί να μιμηθεί το παρελθόν της μπάντας, αλλά αντ' αυτού εντάσσεται οργανικά, φέρνοντας μια πιο στοχαστική ππροσέγγιση. Η φωνητική πολυφωνία είναι πιο ισορροπημένη, οι ενορχηστρώσεις πιο ανοιχτές, και οι μεταβάσεις λιγότερο απότομες. Οι Neurosis ακούγονται σαν σύνολο που επαναπροσδιορίζει τη χημεία του.
«The separation that burns our hearts
Is the root of all our disease»
Το σύντομο intro μιλάει ξεκάθαρα για ρήξη. Ρήξη εκ των έσω, ρήξη με ανθρώπους, δεν έχει σημασία. Το An Undying Love For A Burning World ξεκινά με αποσύνθεση, πάνω στην οποία σιγά σιγά χτίζουμε έναν νεό κόσμο και μια νέα εκδοχή των Neurosis. Το πραγματικό σώμα του δίσκου ξεκινά με το "Mirror Deep" και το σεισμικού όγκου riff. Οι φωνές των Turner και Steve Von Till μπλέκονται χωρίς ιεραρχία σε μια εκπληκτική συλλογική εκφορά. H εξέλιξη, όσο δύσκολη κι αν είναι, μπορεί να οδηγήσει σε πραγματικά ανανεωμένα καλλιτεχνικά αποτελέσματα.
Το "First Red Rays" πολύ βολικά είναι και το πρώτο κομμάτι που φαίνεται καθαρά η έννοια της αυγής μέσα στην καταστροφή. Οι κιθάρες ανοίγουν ελαφρώς μετά από το βάναυσο outro του "Mirror Deep" όμως πάντα με μια σκιά από πίσω όπως και στο "Untethered". Τα φωνητικά του Aaron εδώ μου δίνουν ακριβώς αυτό που μου έλειπε στους Neurosis και δεν ήξερα. Μια τόσο βαθιά αβυσσαλέα growling φωνή που να υποστηρίζει το βάρος των riffs. Ώ, τα riffs. Λειτουργούν ως γεωλογικά στρώματα που προστίθενται το ένα πάνω στο άλλο. Οι ενορχηστρώσεις δείχνουν εμπιστοσύνη στη δύναμη της απλότητας όταν απαιτείται.
Το "Blind" από την άλλη είναι το masterclass του Von Till, παραδίδοντας ένα από τα πιο συναισθηματικά του performances πίσω από το μικρόφωνο. Νομίζω πως το "Seething And Scattered" είναι ένα τραγούδι που θα πάρει ιστορικό status. Mark my words. Τα έχει όλα. Συναισθηματισμό, riffs, ένταση και υπέρτατες κορυφώσεις. Είναι καρφωμένο στο μου από την πρώτη στιγμή που το άκουσα και επιστρέφω ξανά και ξανά. Τόσο για το τερατώδες groove, όσο και για το δεύτερο μισό που χτίζει αρμονικά σαν να με κρατάει σε trance πριν την τελική εκτόνωση. Η θεματική του δίσκου περιστρέφεται γύρω από απώλεια, αντοχή και την επιβίωση. Οι στίχοι θα έλεγα πως αποφεύγουν την άμεση αφήγηση μιας και κυρίως λειτουργούν ως εικόνες και θραύσματα σκέψεων όμως είναι αρκετά άμεσοι ώστε να καταλάβει κανείς πως είναι ένας βαθιά προσωπικός, σχεδόν αυτοβιογραφικός δίσκος για την μπάντα.
Οι δύο τελευταίες συνθέσεις καταλαμβάνουν και τον μεγαλύτερο χώρο στο δίσκο. Στο "In the Waiting Hours" ο χρόνος σταματά. Το κομμάτι ξεκινά σχεδόν ambient και σταδιακά μετατρέπεται σε sludge καταιγίδα. Ένα τέλειο showcase της άνεσης με την οποία οι Neurosis κινούνται από την ηρεμία στην έκρηξη, και από το φως στην καταιγίδα. Ίσως το αγαπημένο μου κομμάτι στο δίσκο... μέχρι το επόμενο. Το "Last Light" δίνει την απόλυτη κορύφωση. Ένα 17λεπτο έπος που τα περικλύει όλα. Ξεκινά με industrial χαμηλές συχνότητες και σταδιακά ανοίγει σε ένα επικό. Πελώριο riffing, μεγάλα build-ups και χορωδιακά σημεία μέχρι και noise breakdowns. Οι Neurosis ανέκαθεν ήταν κάτι αρκετά διαφορετικό από τις περισσότερες μπάντες. Είναι τελετουργία. Είναι βίωμα. Και από την άλλη, ο Turner και κατ επέκταση οι ISIS. Η μπάντα που πήρε το βάρος των Neurosis και το εκτόξευσε στο διάστημα. Άκουγες ένα riff και ένιωθες να ανοίγει μπροστά σου τοπίο ολόκληρο, πέτρα, ομίχλη, ωκεανός, κενό. Οπότε όταν οι τροχιές αυτών των δύο κόσμων αγγίζονται ξανά, εγώ προσωπικά χάνω τη γη κάτω από τα πόδια μου. Σαν να συναντιούνται ξανά οι δυνάμεις που διαμόρφωσαν τον τρόπο που ακούμε, που νιώθουμε, που αντιλαμβανόμαστε το "βαρύ".
Η καλλιτεχνική ανασύνταξη μετά τις αναταράξεις έχει ως αποτέλεσμα ένας δίσκο τόσο αποστομοτικά θριαμβευτικό, που τον τοποθετεί στο ίδιο Πάνθεον με τα Times of Grace και The Eye of Every Storm. Σε κάθε περίπτωση, πρόκειται για μια από τις πιο σημαντικές στιγμές της σύγχρονης metal σκηνής το 2026. Πάνω από όλα όμως μία υπενθύμιση. Πως δεν υπάρχει διαφυγή, δεν υπάρχει εναλλακτική, μόνο μια επίμονη προσκόλληση σε κάτι που καταρρέει, γιατί εκεί μέσα εξακολουθούμε να υπάρχουμε. Γιατί δεν ξέρουμε να ανήκουμε πουθενά αλλού.






