Dälek –  Brilliance of a Falling Moon

Οι Dälek ποτέ δεν έπαιξαν το παιχνίδι της "εύπεπτης διαμαρτυρίας". Από τα 90s ακόμη, ο MC Dälek έγραφε σαν κάποιος που έχει δει το σύστημα από μέσα και το μισεί προσωπικά. Εδώ όμως, στο Brilliance of a Falling Moon έχουμε μια κλιμάκωση. Σαν να έφτασε επιτέλους το σημείο που η υπομονή τελείωσε.

Αλλά ας πάρουμε τα πράγματα από την αρχή. O Will Brooks (Dälek) δανείζεται τον τίτλο από το βιβλίο In the Garden of Beasts του Eril Larson, τον κάνει ένα ηχητικό όπλο και τον πετάει στο σήμερα, εκεί που το Βερολίνο του ’33 δεν είναι παρελθόν αλλά μια πρόβα τζενεράλε για αυτό που συμβαίνει σήμερα στην άλλη πλευρά του Ατλαντικού. Έτσι, το νέο άλμπουμ των Dälek δεν παριστάνει τον έξυπνο, ούτε παίζει με αλληγορίες, αντίθετα σου φτύνει κατάμουτρα αυτό που ήδη ξέρεις και κάνεις ότι δεν βλέπεις, ότι το κράτος δεν είναι δομή αλλά μηχανή βίας που απλώς αλλάζει στολή για να δείχνει νόμιμη. Και κάπου εδώ νιώθω κι εγώ λίγο γελοίος, γιατί τόσα χρόνια γράφουμε, αναλύουμε, πακετάρουμε την οργή σαν να είναι πολιτιστικό προϊόν, ενώ αυτός συνεχίζει μονότονα, σχεδόν βαρετά, να επαναλαμβάνει το ίδιο πράγμα από το 1998: ο ταξικός πόλεμος δεν σταμάτησε ποτέ, απλώς μάθαμε να τον λέμε κανονικότητα. Και το πιο βασικό: η hip-hop εδώ δεν είναι σκηνή ούτε κουλτούρα αλλά ένα ελαστικό δοχείο που χωράει τα πάντα, από raids μέχρι φυλακές υψίστης ασφαλείας, από τον Φλιντ μέχρι τα σύνορα που στάζουν φόβο, σαν να λέμε ότι αν υπάρχει ακόμη κάτι ζωντανό, αυτό είναι η ικανότητα του ήχου να κουβαλάει την ασχήμια χωρίς να τη λειαίνει. Όταν ο Brooks πετάει μέσα ονόματα, ICE, Αϊτινούς, Βενεζουελάνους, το Ελ Σαλβαδόρ, και μετά ακουμπάει πάνω τους έναν Henry Kissinger, δεν το κάνει για να εντυπωσιάσει αλλά γιατί η υπερβολή πέθανε, και μαζί της πέθανε κι εκείνη η παλιά παρηγοριά ότι «εντάξει, δεν φτάσαμε στο τέλος ακόμα».

Και κάπως έτσι έχουμε να κάνουμε με έναν δίσκο που θα μπορούσε να είναι το πιο αληθινό δελτίο ειδήσεων των σημερινών ΗΠΑ, ένα μήνυμα από κάποιον που εκπέμπει σε πειρατική γραμμή, μια συνεχής ροή άσχημων νέων που αρνείται να τελειώσει, σαν εκείνη τη φωνή μέσα σου που ψιθυρίζει ότι το πρόβλημα δεν είναι ότι αυτά συμβαίνουν, αλλά ότι τα έχεις ήδη αποδεχτεί.

Από το 2015 και μετά, ο Brooks με τον Mike Mare κρατάνε τον πυρήνα των Dälek σαν κάτι που δεν λέει να πεθάνει, ακόμα και μετά από εκείνη την τετραετή παύση που έμοιαζε περισσότερο με κώμα παρά με διάλειμμα. Και όμως, η ενέργεια τους δεν έπεσε ποτέ. Η παραγωγή συνεχίζει να δουλεύει σε τάση υψηλή, σαν γυμνό καλώδιο που ξέρεις ότι αν το πιάσεις θα σε τινάξει, κουβαλώντας μέσα της τη συμπίεση των The Bomb Squad, το μεταλλικό άγχος των Einstürzende Neubauten και παραισθητική υπερφόρτωση συχνοτήτων των My Bloody Valentine. Μόνο που εδώ κάτι αλλάζει πιο ύπουλα: το Brilliance of a Falling Moon δεν βάζει στρώσεις την μια πάνω στην άλλη για να σε πνίξει, τις ξηλώνει, τις αφήνει πιο γυμνές, σαν να θέλει να δεις τον μηχανισμό αντί για το θέαμα. Και έτσι βρίσκεσαι μπροστά σε έναν ήχο που είναι ταυτόχρονα λιτός και ασφυκτικά φορτωμένος, σαν δωμάτιο άδειο που όμως δεν μπορείς να αναπνεύσεις μέσα του, με τα τύμπανα να σκάνε μέσα από μια ομίχλη distortion που πάλλεται, έρχεται και φεύγει, σαν παλίρροια που δεν αποφασίζει αν θα σε καταπιεί ή θα σε αφήσει όρθιο. Τα beats δεν σου δίνουν ποτέ τη χαρά της ισορροπίας, αρνούνται να σε αφήσουν να ήσυχο, φουσκώνουν χωρίς να σπάνε, χάνονται εκεί που περιμένεις την έκρηξη, και τα κενά ανάμεσα στον θόρυβο αποκτούν το ίδιο βάρος με τον ίδιο τον θόρυβο, ίσως και μεγαλύτερο, γιατί εκεί μέσα δεν έχεις πού να κρυφτείς.

«Fuck a mic and a stage, we can do this unplugged». Το πιο σκληρό ρεφρέν του δίσκου είναι ταυτόχρονα και το πιο αφοσιωμένο, ένα υβρίδιο βλασφημίας και πίστης στην μαύρη κουλτούρα των MC's, όπου η αγάπη δεν είναι συναίσθημα αλλά όρκος, κάτι που αν χρειαστεί στάζει αίμα χωρίς να ζητά συγγνώμη. Και μετά έρχεται η δεύτερη στροφή σαν δελτίο καταστροφής: κανείς δεν τρώει, οι μάγειρες εξαφανίστηκαν, ο κόπος σε σαπίζει, τα παιδιά μεγαλώνουν θυμωμένα μπροστά σε οθόνες που τους μαθαίνουν να μισούν χωρίς να αγγίζουν τίποτα. Κι όταν νομίζεις πως έχεις πιάσει το νόημα, ο Brooks ανοίγει την πόρτα και βάζει μέσα τον θάνατο σαν τον καλεσμένο έκπληξη σε πάρτι, λέγοντας σχεδόν αδιάφορα ότι «φέρνει ποτά», και δεν ξέρεις αν πρέπει να γελάσεις ή να κλάψεις, γιατί αυτό το χιούμορ είναι πιο κοντά στην αλήθεια απ’ όσο θα θέλαμε να παραδεχτούμε.

Στο "By the Time We Arrive in El Salvador" οι στροφές λειτουργούν σαν σπασμένοι καθρέφτες μιας χώρας που καταρρέει σε πραγματικό χρόνο, κάθε κομμάτι μια διαφορετική γωνία της ίδιας παρακμής, με αναφορές που μπλέκουν τον Clyde Taylor με τον Norman Mailer, o Brooks ψάχνει ακόμη στα ερείπια της διανόησης κάποιο νόημα που δεν ήρθε ποτέ. Στο τελευταίο κομμάτι του άλμπουμ δεν υπάρχει κάθαρση, μόνο μια ωμή διαπίστωση ότι όποια προσπάθεια να φιμωθεί η νέα γενιά θα αποτύχει, γιατί η εξουσία μοιάζει ήδη με τα τελευταία ξεψυχίσματα μιας γερασμένης, διάφανης κυριαρχίας που δεν μπορεί πια να κρυφτεί πίσω από τίποτα. Και τότε σου λέει να προσέξεις τι είναι αυτό που σε κάνει να κουνάς το κεφάλι σου, και εκεί είναι που σε πιάνει το άλμπουμ, γιατί ακόμα κι αν συμφωνείς με κάθε λέξη, δεν σε αφήνει να νιώσεις άνετα, δεν σου δίνει τη φτηνή ανακούφιση της ταύτισης, σε κρατάει εκτεθειμένο, σχεδόν ένοχο, σαν να είσαι κι εσύ μέρος του προβλήματος που χειροκροτεί τη διάγνωσή του.

Οι Dälek φτιάχνουν πολιτική μουσική σχεδόν τρεις δεκαετίες τώρα, κι αυτό το άλμπουμ δεν μπαίνει καν στον κόπο να εφεύρει κάτι καινούργιο, δεν χρειάζεται αλλωστε, γιατί ξέρουν ακριβώς τι κάνουν και γιατί το κάνουν. Η διαφορά είναι αλλού, στον Will Brooks που έχει φτάσει σε μια ηλικία όπου η οργή γίνεται εργαλείο, ακονισμένο μέσα από τα χρόνια, τις συνεργασίες, τα δέκα άλμπουμ που κουβαλάει σαν ιστορικό βάρος το προσωπικό αρχείο ταυτόχρονα. Τώρα, ραπάρει πιο σκληρά, αλλά κυρίως πιο ελεγχόμενα, σαν κάποιος που δεν χρειάζεται πια να φωνάξει για να ακουστεί, γιατί ξέρει ότι αυτό που λέει έχει ήδη συμβεί. Και αυτός ο δανεισμένος τίτλος είναι μια σκληρή υπενθύμιση ότι κάποτε υπήρχαν άνθρωποι που έβλεπαν τον φασισμό να εδραιώνεται μπροστά στα μάτια τους και απλώς έστελναν ευγενικά τηλεγραφήματα πίσω.

Ο Brooks δεν ενδιαφέρεται για την κομψότητα αυτής της σύγκρισης. Δεν τον νοιάζει αν είναι υπερβολική, αν "στέκει" θεωρητικά ή αν ενοχλεί. Τον νοιάζει μόνο ότι όντως υπάρχει. Κι αυτό, τελικά, είναι το πιο ανησυχητικό σημείο του δίσκου: ότι όλο αυτό δεν καν μεταφορικό, αλλά ωμά περιγραφικό ενός δελτίου ειδήσεων από την Κόλαση. 

 

Ακολούθησε το Avopolis Network στο Google News

 

Διαβάστε Ακόμα

Featured