Υπάρχουν περίοδοι που κοιτάς γύρω σου και νιώθεις πως όλοι μοιάζουν εξαντλημένοι. Πολλή δουλειά, λίγα χρήματα, άντε να βγει κι αυτή η μέρα, καμιά έξοδος που και που, συναυλίες ναι, καμιά ταινία στο σινεμά. Οι ζωές μας φθείρονται με έναν αργό, καθημερινό ρυθμό, που δεν έχει δράμα και άρα, δεν παράγει «μεγάλα» συναισθήματα. Κι ούτε, ίσως, «μεγάλους» δίσκους. Παρ’ όλα αυτά, μέσα σε αυτή την ατμόσφαιρα βρέθηκα να ακούω ξανά και ξανά το A Treatise του project Healing and Peace, παρότι έχει κυκλοφορήσει ήδη από τον Ιανουάριο. Επέστρεφα συνεχώς στην οργανωμένη με πρόθεση απλότητα του και τις ιστορίες ενήλικης κόπωση που κουβαλά χωρίς να καταφεύγει σε κυνισμό.
Ο εξ Ohio ορμώμενος δημιουργός του, Alex Mussawir, κουβαλά μια δεκαπενταετή εμπειρία σε τοπικές σκηνές, με μια προσωπική βιογραφία που λειτουργεί σχεδόν σαν παράλληλη ιστορία της μεσοδυτικής DIY πραγματικότητας, από τα πρώτα του βήματα με τη μπάντα Point Break, μέχρι τους Kneeling in Piss - και στο ενδιάμεσο συνεργάτες, σπίτια και πόλεις να αλλάζουν, αλλά την ανάγκη του να φτιάξει κάτι που να ανταποκρίνεται στη ζωή του να παραμένει σταθερή.
Με το άλμπουμ αυτό, όπως υποδηλώνει και το όνομα που έδωσε στο project του, δεν αποζητά να κινήσει τις εντυπώσεις, παρά αναζητά μια καθαρή γλώσσα περιγραφής, προσπαθώντας να εκφράσει το δικό του βίωμα, και ταυτόχρονα να μην χαθεί στη διαδικασία. Ερχόμενος από μία μακρά περίοδο μη ενασχόλησης με τη μουσική και ραγδαίες αλλαγές σε προσωπικό επίπεδο (μεταξύ των οποίων και το γεγονός πως απέκτησε δύο παιδιά με τη σύζυγό του), μοιάζει να επιστρέφει για να ξεκαθαρίσει εκκρεμότητες που είχαν μείνει σε μισοτελειωμένες ηχογραφήσεις για να επαναφέρει την εσωτερική τάξη.
Όπως λέει ο ίδιος, η πατρότητα τον μετέφερε σε μια νέα προοπτική, όπου η δημιουργία δεν είναι ο στόχος, αλλά η αντανάκλαση μιας καθημερινής προσπάθειας να είσαι το έδαφος πάνω στο οποίο αναπτύσσεται κάτι άλλο. Το όνομα Healing and Peace δεν είναι τυχαίο, επειδή επιτρέπει στο εγχείρημα να αλλάζει μαζί του, να μετακινείται και να μετασχηματίζεται ανάλογα με την εποχή της ζωής που εκφράζει. Αυτή η βιογραφική διαδρομή διαμορφώνει και τον ηχητικό χαρακτήρα του άλμπουμ. Το A Treatise ακούγεται σαν μια σειρά από μικρές εξομολογήσεις που καταγράφηκαν με ελάχιστα μέσα, με σχεδόν κανένα θεαματικό στοιχείο και με μια ενέργεια που θυμίζει bedroom folk, αλλά με την άγρια εκφορά που συναντά κανείς στους Violent Femmes ή στα πρώιμα χρόνια των Mountain Goats. Η κιθάρα τρίζει, η φωνή χαρακτηρίζεται από γλυκιά ναϊβιτέ, και οι φαινομενικά απλές μελωδίες δίνουν χώρο στην ουσία.
Στο εναρκτήριο “Lessons From History” συναντάμε έναν Mussawir να προσπαθεί να συμφιλιωθεί με την ιδέα ότι η ιστορία δεν υπόσχεται καμία πρόοδο και ότι ο κόσμος συχνά παραμένει ίδιος στις πιο σημαντικές του όψεις. Οι στροφές έχουν μια απλή δομή, όμως κρύβουν μια αίσθηση ήρεμης απελπισίας. Στο “Mezzanine Man” εμφανίζεται ένας χαρακτήρας που ζητά προσοχή και ταυτόχρονα αυτοσαρκάζεται για αυτή την ανάγκη, με το ρυθμικό παίξιμο και μια δόση παραπόνου στη φωνή δημιουργούν έναν τόνο που θυμίζει Jonathan Richman, με εκείνη τη λεπτή ισορροπία ανάμεσα στην ελαφρότητα και την υπαρξιακή κόπωση.
Το “The World” εξερευνά την καθημερινή επανάληψη ως χώρο αυτογνωσίας, όπου ο Mussawir μοιάζει να γράφει σαν κάποιος που κοιτά πίσω για να δει τις μικρές αλλαγές που συσσωρεύονται αθόρυβα, πέρα από τη νοσταλγία. Το “United Foodland” είναι ένα από τα πιο ολοκληρωμένα αφηγηματικά κομμάτια του άλμπουμ και φέρνει στον νου τον David Berman. Η ιστορία του νεαρού Marcel που ζητάει αλκοόλ και εκβιάζει συναισθηματικά τον αφηγητή αποκαλύπτει μια μικρή ανθρώπινη τραγωδία, χωρίς υπερβολές και χωρίς σχήματα. Η απλότητα της αφήγησης και η ελαφριά συστολή του μουσικού το κάνουν από τα πιο δυνατά σημεία του δίσκου.
Στο “Into a Hole” εμφανίζεται η απογοήτευση από την τέχνη και η αίσθηση ότι η δημιουργία που κάποτε είχε λυτρωτικές ιδιότητες μετατρέπεται σε βάρος. Η χρήση του υπόγειου ανθρώπου ως μεταφοράς και η επίμονη επανάληψη της ιδέας ότι η αλήθεια δεν βρίσκεται πίσω μας, αλλά διαμορφώνεται διαρκώς, προσδίδουν στο τραγούδι μια μελανή ένταση. Στη συνέχεια, το “Horrible Sanctuary” λειτουργεί σαν υπενθύμιση του πώς η καθημερινή κούραση μπορεί να γίνει το περιβάλλον μέσα στο οποίο χάνεις χρόνο χωρίς να προχωράς, ενώ στο “Instrument” επανέρχεται μια διάθεση προσευχής που δεν δηλώνεται ανοιχτά, αλλά διαφαίνεται στο αίτημα μεταμόρφωσης.
Στο “The Shopkeeper” ο Mussawir στρέφεται σε ένα μικρό κοινωνικό σύμπαν που μοιάζει σχεδόν κινηματογραφικό, με τις μορφές του μικρού μαγαζιού, της landlady και της Ginny να σκιαγραφούνται με απλές φράσεις που δημιουργούν μια αίσθηση κοινότητας και συνύπαρξης. Στο “Sofia, Baby Please” μετακινείται προς μια πιο προσωπική και αυτοσαρκαστική θεματική, όπου η επιθυμία φυγής γίνεται όχημα για να θυμηθεί τα πρώτα του χρόνια ως δημιουργός και να τα επανατοποθετήσει στο σήμερα. Στο ομώνυμο “A Treatise”, το οποίο κλείνει το δίσκο, ο Mussawir παρουσιάζει μια σχεδόν θεωρητική ματιά πάνω στο δικό του ρόλο, αναγνωρίζοντας τα όρια του και ταυτόχρονα προσπαθώντας να δώσει μια συνεκτική αποτύπωση του κόσμου όπως τον βλέπει.
Το άλμπουμ συνδέεται με παραδόσεις που έφτιαξαν καλλιτέχνες όπως οι Violent Femmes, ο Jonathan Richman, οι Mountain Goats και ο David Berman. Παράλληλα όμως διαθέτει στοιχεία που το καθιστούν σύγχρονο και προσωπικό. Παρά την ενήλικη κόπωση, η πατρότητα και η αλλαγή προτεραιοτήτων δίνουν στο υλικό μια ευγένεια που δεν συναντάται εύκολα στη DIY παράδοση και η εντυπωσιακή του απλότητα φανερώνει μια σύνθετη διαδικασία επιλογής, με τον Mussawir μοιάζει να γράφει με μια αμεσότητα που επιτρέπει στον ακροατή να αναγνωρίσει κάτι δικό του.
Το A Treatise μπορεί να μην επιδιώκει πολλά και μεγάλα, όμως καταφέρνει να σταθεί ως ένας συμπαγής δίσκος που αποτυπώνει μια ζωή σε μετάβαση. Η ειλικρίνεια του και η φειδώ της έκφρασης του το καθιστούν ενδιαφέρον, με τη συνολική του παρουσία να αφήνει μια γεύση ωριμότητας και μια αίσθηση ότι ο δημιουργός του έχει πλήρη συνείδηση του βάρους που κουβαλά και της ανάγκης να το τοποθετήσει κάπου προσεκτικά. Και σίγουρα, το βάρος τόσο του Mussawir όσο και το δικό μας, ελαφραίνει λιγάκι όταν το μοιράζεσαι – πράγμα που έχουμε πολλή πολλή ανάγκη.






